«Έντα Γκάμπλερ» το 1994, «Αρχιμάστορας Σόλνες» το 2012, «Γιον Γαβριήλ Μπόρκμαν», το 2020. Και «Ρόσμερσχολμ» το 2026. Ο Γιάννης Χουβαρδάς συνομιλεί, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με τον κόσμο του Χένρικ Ίψεν και την αγαπημένη του σκανδιναβική συγγραφική ιδιοσυγκρασία – την οποία και έχει εξασκήσει πολλές στην έδρα του τελευταίου, στη Νορβηγία.
Αυτή τη φορά, καταπιάνεται με το μεγαλύτερο ιψενικό αίνιγμα – που ούτε ο κορυφαίος διασώτης του Ίγκμαρ Μπέργκαν δεν επιχείρησε – συγκεντρώνει, όπως λέει, έναν από τους πιο αγαπημένους του θιάσους του ever και βουτάει στον κόσμο των τρολ και των φαντασμάτων που περιφέρονται στον κόσμο των θνητών, των μυθικών άσπρων αλόγων που παρασύρουν τους ζωντανούς στον Άδη και των ανθρώπων που μόνο ένας ερωτικός θάνατος θα τους λυτρώσει.

Γιάννης Χαρίσης, Άντζελα Μπρούσκου, Αργύρης Ξάφης σε σκηνή του έργοτ “Ρόσμερσχολμ”
Η ριγέ μπλε ταπετσαρία του σκηνικού που κλείνει εμφατικά προς το μέρος των θεατών, οι ντάνες βιβλίων σε κάθε άκρη του χώρου και οι δέσμες από παπαρούνες σκορπισμένες στο πάτωμα είναι μια εικόνα που θα μπορούσε άνετα να ανήκει σε πλάνο ταινίας του Ντέιβιντ Λιντς.
Το πλατύ παράθυρο που δεσπόζει στην πλάτη του τοίχου θα χρησιμεύσει ως ένα εργαλείο κινηματογραφικής αφήγησης για την παράσταση, καθώς προβολές θα τροφοδοτούν τον «θεατρικό κόσμο». «Παιδιά ξεκινάμε», ακούγεται η φωνή του Γιάννη Χουβαρδά, από το βάθος της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης, για να εμφανιστεί επί σκηνής η Ηρώ Μπέζου «στο σιωπηλό και μυστηριώδες Ρόσμερσχολμ». Υποδύεται τη νεαρή και γοητευτική Ρεμπέκα, εν δυνάμει αντικείμενο πόθου του Γιοχάνες Ρόσμερ – παρότι δεν θα διστάσει να ερωτοτροπήσει σαν γατούλα σε οίστρο με τον καθηγητή Κρολ του Γιάννη Χαρίση, ο οποίος σχεδόν συνωμοτικά θα εμφανιστεί πίσω από την πόρτα.
«Όλα κυλούν ήρεμα και γαλήνια, η κάθε μέρα είναι όπως η προηγούμενη» λέει η Ρεμπέκα – αν και έξω από το μελαγχολικό σπίτι στο νορβηγικό φιορδ οι Ριζοσπάστες έχουν ανέβει στην εξουσία και οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν αργούν. Η εμφάνιση του Αργύρη Ξάφη με ένα μπορντό κοστούμι (και μόνο το λευκό διακριτικό στο κολλάρο του πουκαμίσου δηλώνει την ιδιότητα του ως πάστορα) θα αλλάξει τις, μεταξύ τους, ισορροπίες και ο σκηνοθέτης της παράστασης θα κάνει μια μικρή παύση για να διορθώσει τις μικροκινήσεις των πρωταγωνιστών του.

Ο Γιάννης Χαρίσης και η Ηρώ Μπέζου στο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη για το Ρόσμερσχολμ.
Το 1943, στο Θέατρο Τέχνης, ο Κάρολος Κουν σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε στο «Ρόσμερσχολμ», έργο που επιστρέφει στην έδρα του, 83 χρόνια μετά, μέσα από την επιλογή ενός οραματιστή σκηνοθέτη των ημερών μας, του Γιάννη Χουβαρδά.
Έχοντας στενή σχέση με το σκανδιναβικό συγγραφικό ιδίωμα και πλείστες συνεργασίες στην πατρίδα του, τη Νορβηγία, ο Χουβαρδάς επιλέγει ένα κείμενο χαρακτηρισμένο ως ένα από τα πιο σκοτεινά, μυστικιστικά και αμφίσημα έργα του Ίψεν, επιχειρώντας να το μεταφράσει, αλλά και να το διασκευάσει.
Κεντρικός ήρωας του είναι ο Γιοχάνες Ρόσμερ, ένας αριστοκράτης πάστορας, μοναδικός κληρονόμος της οικογένειας που ζει στην οικία του Ρόσμερσχολμ, στην άκρη ενός φιόρδ. Η γυναίκα του Μπεάτε έχει αυτοκτονήσει και ο ίδιος ζει στοιχειωμένος από την απώλεια της, αλλά και ‘κυνηγημένος’ από τις προσωπικές του ιδεαλιστικές επιθυμίες να συμβάλλει σε μια αλλαγή, ατομική και κοινωνική. Στο πλευρό του βρίσκεται η νεαρή, πάλαι ποτέ, φροντίστρια της Μπεάτε, η Ρεμπέκα, αλλά και ένας πυρήνας προσώπων, αμφιβόλου ηθικής και προθέσεων.
Προχωρώντας στην τέταρτη ανάγνωση του σε ιψενικό έργο, ο Γιάννης Χουβαρδάς εξηγεί πως στο «Ρόσμερσχολμ» τον αιχμαλώτισε η έννοια του χρόνου: «Όλοι οι άνθρωποι ζούμε στο τώρα, αλλά στην πραγματικότητα είμαστε υλικά του παρελθόντος. Οι ήρωες του Ίψεν θέλουν να ζήσουν στο παρόν, να αποδεσμευτούν από τα βάρη του παρελθόντος, να πάνε μπροστά. Δεν τα καταφέρνουν, όμως, γιατί το παρελθόν τους δεσμεύει. Αυτό, κυρίως, με οδήγησε, καθώς οι νεότερες γενιές πιστεύουν πολύ στη δύναμη του μέλλοντος, στη δύναμη να κυριαρχήσουν πάνω στο χρόνο. Ωστόσο, όσο μεγαλώνουμε, καταλαβαίνουμε πως αυτό είναι μια φενάκη», εξηγεί.
Γιάννης Χουβαρδάς: Οι ήρωες του΄Ιψεν θέλουν να αποδεσμευτούν από τα βάρη του παρελθόντος. Δεν τα καταφέρνουν, όμως. Αυτό, κυρίως, με οδήγησε, καθώς οι νεότερες γενιές πιστεύουν πολύ στη δύναμη να κυριαρχήσουν πάνω στο χρόνο
Βασικοί θεματικοί κορμοί του κειμένου είναι, κατά τον σκηνοθέτη, το αιώνιο θέμα της πάλης ανάμεσα στο καλό και το κακό, στον συντηρητισμό και την πρόοδο, η ασίγαστη ανάγκη του ατόμου για ευτυχία και χαρά. «Το Ρόσμερσχολμ είναι από τα έργα του Ίψεν που συγκεντρώνει πολλές θεματικές, εμπειρίες, γραμμένο σε ένα μεταίχμιο: μετακινείται από την πιο κοινωνικοπολιτική του περίοδο και πάει στην πιο μεταφυσική και υπαρξιακή. Είναι ένα έργο ασύλληπτο και αστείρευτο», παρατηρεί.

Ο καθηγητής Κρολ του Γιάννης Χαρίσης και ο Γιοχάνες Ρόσμερ του Αργύρη Ξάφη.
Στην πρώτη του επαφή με τον Ίψεν, ο Αργύρης Ξάφης (υποδύεται τον κεντρικό ρόλο) ανακαλύπτει έναν εξόχως γοητευτικό κόσμο, παραλληλίζοντας τον με τη ματιά του Ίγκμαρ Μπέργκμαν «που αποκαλύπτει πράγματα για τη βαθύτερη ψυχολογία του ανθρώπου». «Είναι ένα έργο, η δομή του οποίου μοιάζει με escape rooms: ανοίγεις πόρτες και ανακαλύπτεις κάτι άλλο, ολοένα και περισσότερα μυστικά, αγγίζοντας το είδος του θρίλερ. Έχει ένα στοιχείο μεταφυσικού σασπένς, καθώς περνάμε στη νορβηγική μυθολογία, στους μύθους, στα πνεύματα, στα φαντάσματα γύρω από τα οποία περιστρέφονται οι ήρωες. Θα μπορούσε, σε ένα πρώτο επίπεδο, να είναι ένα κοινωνικό δράμα, αλλά είναι ένα, ψυχολογικό και μεταφυσικό, θρίλερ».
Η Ηρώ Μπέζου (από τον ρόλο της Ρεμπέκα) υπερθεματίζει, εξηγώντας πως στην αρχή το «Ρόσμερσχολμ» δίνει την εντύπωση ενός κοινωνικού δράματος, «όπου η πατριαρχία, ταυτισμένη με την Εκκλησία και την πίστη, συγκρούεται με τον προοδευτισμό. Αλλά είναι τόσα τα παρακλάδια του κειμένου ώστε ξαφνικά συνειδητοποιείς πόσα ζητήματα θέτει. Προσωπικά, παρατηρώ πως το Ρόσμελσχολμ είναι ένα σπίτι, όπου θεωρητικά θα έπρεπε να είναι μια ασφαλής εστία. Κι όμως• βλέπουμε ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να μπει από οπουδήποτε. Το σπίτι μοιάζει να έχει μια αυτονομία, να λειτουργεί ερήμην των ηρώων», λέει.
«Όλα συμπυκνώνονται και συμβαίνουν σε ένα κλειστό, φαντασιακό περιβάλλον», παρατηρεί ο Γιώργος Γλάστρας, παίρνοντας τη σκυτάλη του λόγου, με εκκίνηση το ρόλο ενός παλιού δασκάλου. «Δεν υπάρχει χώρος διαφυγής. Ακόμα και η έξοδος από το σπίτι οδηγεί τα πρόσωπα πάλι σε νέους εγκλωβισμούς».
Αργύρης Ξάφης: η δομή του έργου μοιάζει με escape rooms, ανοίγεις πόρτες και ανακαλύπτεις κάτι άλλο, ολοένα και περισσότερα μυστικά, αγγίζοντας το είδος του θρίλερ
Η Άντζελα Μπρούσκου (στο ρόλο μιας αινιγματικής οικονόμου) στέκεται στη μεταφυσική διάσταση του κειμένου, στις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, «που κάθε λαός μπορεί να αναγνωρίσει στην παράδοση του. Εδώ, όμως, ο Ίψεν τις επικαλείται για να φωτίσει την αγωνία που έχει ο άνθρωπος για την άλλη πλευρά, για τον θάνατο και, τελικά, την ανάγκη να ‘φέρουμε’ τους νεκρούς. Το ερώτημα λοιπόν, είναι πως πόσο μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι και αθώοι απέναντι στη ζωή αν δεν αποτινάξουμε τις, όποιες, σκιές του παρελθόντος».

Ο Γιώργος Γλάστρας στο ρόλο του Ούλρικ Μπρέντελ.
Τα κυρίαρχα πρόσωπα του «Ρόσμερσχολμ» είναι έξι. Ο πάστορας Γιοχάνες Ρόσμερ (Αργύρης Ξάφης), φίλιος στην ιδέα μιας κοινωνικής μετατόπισης, παρότι άνθρωπος της εκκλησιαστικής εξουσίας και εκπρόσωπος της αστικής τάξης. Η Ρεμπέκα Βεστ (Ηρώ Μπέζου), φροντίστρια της Μπεάτε Ρόσμερ μέχρι εκείνη να βάλει τέλος στη ζωή της, που προοδευτικά θα συνδεθεί τον άνδρα της. Ο καθηγητής Κρολ (Γιάννης Χαρίσης), φανατικός υπερασπιστής των παλιών αξιών. Ο Πέντερ Μόρτενσγκορ (Σίμος Κακάλας), εκδότης προοδευτικής εφημερίδας, αλλά με αδιευκρίνιστα συμφέροντα και στόχους. Ο Ούλρικ Μπρέντελ (Γιώργος Γλάστρας), με επαναστατικό παρελθόν, καλλιτεχνικό παρόν, αλλά αδυναμία να τοποθετηθεί κάπου πραγματικά. Και τέλος, η κυρία Χέλσετ (Άντζελα Μπρούσκου), η οικονόμος του σπιτιού με μυστικιστικές επαφές και έντονη σύνδεση με τη νεκρή Μπεάτε.
Αυτή η παράξενη ομήγυρη, που καλπάζει σαν άσπρο άλογο, ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη μεταφυσική κατάσταση, συνθέτει τον πλέον «αγαπημένο θίασο» που, κατά παραδοχή του ιδίου, έχει φτιάξει ο Γιάννης Χουβαρδάς.
Οι περισσότεροι ηθοποιοί, χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον Ερρίκο Ίψεν, γίνονται δεσμώτες του ιλίγγου του, «σ’ έναν κόσμο γεμάτο ενοχή, χριστιανική ενοχή που τους καταδυναστεύει», παρατηρεί ο Σίμος Κακάλας. «Βιώνουν μια εποχή πολιτικού αναβρασμού και νέας τάξης πραγμάτων και ανάμεσα τους, ανάμεσα στους ιδεολόγους, ανθίζουν οι οπορτουνιστές: οι ήρωες που πηδούν είτε στο ένα τρένο είτε στο άλλο, όχι κατ’ ανάγκη επειδή υποστηρίζουν μια ιδεολογία, αλλά επειδή μπορούν να αποκτήσουν μια θέση στη νέα κατάσταση, στην ανακατανομή πλούτου κι εξουσιών. Οι μόνοι ήρωες που θα μπορούσαν να λυτρωθούν από αυτόν τον κόσμο είναι ο Ρόσμερ και η Ρεμπέκα, αλλά κι αυτοί μοιάζουν ανήμποροι από ενοχές. Κι έτσι, γίνονται χαρακτήρες σε ένα μοτίβο που αναπτύχθηκε πολύ μεταγενέστερα στο χώρο του horror movie, του ερωτευμένου ζευγαριού που στοιχειώνεται από το φάντασμα μιας νεκρής. Συνεπώς, ζουν όλοι μέσα σε μια κόλαση».
Παρατηρώντας τους από ‘ψηλά’, η Ηρώ Μπέζου συνειδητοποιεί πως όλοι οι ήρωες είναι άτεκνοι, στο Ρόσμερσχολμ δεν υπάρχουν παιδιά, «άρα παρακολουθούμε μια ομάδα χαρακτήρων που φέρουν τραύματα και αγκυλώσεις από την παιδική τους ηλικία, και στην πραγματικότητα, έχουν μείνει εκεί, συμπεριφέρονται, λίγο έως πολύ, όλοι σαν ανήλικοι».
Ηρώ Μπέζου: Οι ήρωες φέρουν τραύματα και αγκυλώσεις από την παιδική τους ηλικία, και στην πραγματικότητα, συμπεριφέρονται σαν ανήλικοι
Αυτός ο ασφυκτικός κόσμος, καλείται να δράσει σε ένα ασφυκτικό σκηνικό πλαίσιο που, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Γλάστρας, «απαιτεί διαρκή εμπλοκή από κάθε ηθοποιό». Και καθώς αποτυπώνεται μέσα από ένα διάλογο θεατρικής και κινηματογραφικής γλώσσας, οι ερμηνευτικές απαιτήσεις μεγαλώνουν. Ο Αργύρης Ξάφης εξηγεί: «Συνήθως ο κινηματογράφος στο θέατρο χρησιμοποιείται για να δείξει εκείνο που συμβαίνει έξω από τη σκηνή, να αναδείξει μια λεπτομέρεια, ν’ ανοίξει το τοπίο. Εδώ κάνει κάτι το εντελώς ανάποδο: στέλνει τη δράση μέσα, λες και δεν υπάρχει έξοδος, λες και οι χρόνοι επαναλαμβάνονται. Στη Φυσική αν πιέσεις όλα τα μόρια θα προκαλέσεις μια εκρηκτική κατάσταση. Υπάρχει, λοιπόν, μια αρκετά πρωτότυπη λειτουργία και για εμάς. Αναποδογυρίζεται το τοπίο και ο χρόνος στον οποίο υπάρχουμε».

Η Ηρώ Μπέζου ως Ρεμπέκα Βεστ, εμπνευσμένη και από την χιτσκοκική “Ρεμπέκα”.
Υπογράφοντας τη διασκευή και στρέφοντας την προς κινηματογραφικές αναφορές – με εντονότερη αυτήν του Άλφρεντ Χίτσοκ στα φιλμ «Ρεμπέκα» (βασισμένο στο μυθιστόρημα της Ντάφνι Ντι Μωριέ») και στον «Δεσμώτη του ιλίγγου» – ο Γιάννης Χουβαρδάς εισάγει για ακόμα φορά κινηματογραφικά στοιχεία στη σκηνοθεσία του. Με σύμμαχο τις προβολές του Παντελή Μάκκα, φέρνει τον σκηνικό χώρο σε μια μετωπική σχέση με τη θεατρική πλατεία, αφήνοντας την πίσω δράση να συμβαίνει σε παράλληλο χρόνο. Η σκηνοθετική αυτή λύση ελκύει τον Χουβαρδά αφού «στον κινηματογράφο ταξιδεύουμε• ο κινηματογραφικός θεατής βρίσκεται σε πιο προσωπική σχέση με όσα συμβαίνουν στην οθόνη. Την ίδια ώρα, στο θέατρο είμαστε παρόντες σε κάτι, αλλά δεν είναι απαραίτητο πως θα χαθούμε μέσα σε ένα κόσμο. Αυτό το ταξίδι, λοιπόν, με ενδιαφέρει πάρα πολύ, χωρίς να αξιοποιώ ιδιαίτερα τα κινηματογραφικά εργαλεία. Εδώ, ο κινηματογράφος φωλιάζει στη ζωντανή δράση και οι προβολές δίνουν μιαν άλλη διάσταση. Θέλω ένα παιχνίδι ανάμεσα στις δυο φόρμες, αλλά και οι δύο να διατηρούν την αυτοτέλεια τους», εξηγεί.
Η καθοδήγηση τους προς τους ηθοποιούς, επομένως, εστιάζει στην προσπάθεια «να κρατηθούν φρέσκοι μέσα από μια κινηματογραφική ματιά. Η πρωταγωνιστική ομάδα αντιμετωπίζει πολλούς περιορισμούς και επιβολές από τεχνικά ζητήματα Γιατί στη δική μας παράσταση κάνουμε zoom σε ένα δωμάτιο».
Η αισθητική της παράστασης
«Ένα χώρο φαινομενικά ρεαλιστικό, οικείο, με έπιπλα, φωτιστικά, παράθυρα και καθημερινά αντικείμενα, όπου η παραμικρή μετατόπιση, η ανεπαίσθητη απόκλιση από το αναμενόμενο, αποκτά ιδιαίτερη δύναμη». Έτσι περιγράφει το σκηνικό σχεδίασμα της για την παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά, η σκηνογράφος Εύα Μανιδάκη. Κι αυτό, καθώς όπως εξηγεί, «η παρουσία του ανοίκειου μέσα στο απολύτως οικείο, δημιουργεί μια διαρκή αμφιβολία: είναι ο άνθρωπος εγκλωβισμένος μέσα στον χώρο ή μήπως ο ίδιος ο χώρος αποτελεί την αντανάκλαση του εγκλωβισμού του; Ένα ασφυκτικό σκηνικό τοπίο, μέσα στο οποίο οι χαρακτήρες καλούνται να κατοικήσουν. Ένας χώρος που μοιάζει να φέρει τα ίχνη ενός γεγονότος που έχει ήδη συμβεί ή να προετοιμάζει κάτι που πρόκειται να συμβεί… Η αίσθηση μιας αναμονής διαπερνά την ατμόσφαιρά του. Κεντρικό ρόλο στην ανάγνωση αυτού του τοπίου κατέχει ένα μεγάλο παράθυρο. Ένα άνοιγμα προς ένα ‘αλλού’ που κάθε φορά μεταβάλλεται. Άλλοτε λειτουργεί ως διέξοδος και άλλοτε ως υπενθύμιση πως η απόδραση δεν είναι ποτέ δεδομένη».
Εδώ παρεμβαίνει ο Παντελής Μάκκας, επίσης, σταθερός συνεργάτης του Γιάννη Χουβαρδά, φροντίζοντας για την ένταση της κινηματογραφικής γλώσσας στο «Ρόσμερσχολμ» – ακριβώς μέσα από αυτό το παράθυρο. Συμπληρώνει: «αναζητούμε τη θέση της κινούμενης εικόνας στη δραματουργία της παράστασης και τη σχέση της με τον χώρο, τον χρόνο και τους ηθοποιούς. Η αφετηρία μου για τις βίντεο προβολές είναι ένα παράδοξο: κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο, βλέπουμε ξανά το εσωτερικό του δωματίου. Το βλέμμα επιστρέφει στον χώρο από τον οποίο προσπαθεί να βγει. Με ενδιαφέρει αυτή η αίσθηση εγκλωβισμού, η πιθανότητα κάθε άνοιγμα προς τα έξω να μας οδηγεί βαθύτερα μέσα. Το δωμάτιο αποκτά έτσι μια δεύτερη παρουσία. Στη σκηνή κατοικείται από τους ηθοποιούς· στην προβολή συνεχίζει να υπάρχει άδειο, με έναν δικό του χρόνο».
Στις κινηματογραφικές λήψεις και τις επαναλαμβανόμενες ακολουθίες του Μάκκα, η αναμονή έχει ιδιαίτερη σημασία και η κάμερα γίνεται ένα βλέμμα που παραμένει μέσα στο σπίτι. Πλησιάζει, περιφέρεται αργά, παρατηρεί τα έπιπλα, τους τοίχους. «Η επανάληψη», συνεχίζει, «γίνεται ένας τρόπος να μιλήσω για την αδυναμία αποδέσμευσης από το παρελθόν. Αναζητώ μια εικόνα που δρα δίπλα στους ηθοποιούς, με τη δική της σιωπηλή επιμονή. Ένα δωμάτιο που θυμάται και συνεχίζει να κοιτάζει, ακόμη κι όταν κανείς δεν βρίσκεται μέσα του».
Το “Ρόσμερσχολμ” του Χένρικ Ίψεν κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης – Σκηνή Φρυνίχου (Φρυνίχου 14, Πλάκα Τηλέφωνο: 210 3222464) στις 12 Νοεμβρίου.
Μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Πρωταγωνιστούν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Γλάστρας, Σίμος Κακάλας, Ηρώ Μπέζου, Άντζελα Μπρούσκου, Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Χαρίσης
Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: Τετάρτη: 19.00, Πέμπτη & Παρασκευή : 20.30, Σάββατο: 17.30 και 21.00, Κυριακή: 19.00