Συν & Πλην: «΄Aλκηστις» στο Θέατρο Βράχων Βύρωνα
Προσθήκη ως αγαπημένη πηγήΜια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για την «Άλκηστη» που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Βράχων Βύρωνα από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην GoogleΜια γυναίκα πεθαίνει. Μια γυναίκα θυσιάζεται. Η πιο ξεχωριστή. Κι αν όλοι κλαίνε και οδύρονται, κανείς δεν εμποδίζει το τέλος της. «Η δυστυχία της γυναίκας και η μαύρη μοίρα της». Αυτό το κοινωνικό δεδομένο περιγράφει ο Ευριπίδης στην «΄Αλκηστη» – εδώ σε απόδοση κειμένου του Δημήτρη Καραντζά (χωρίς να γνωρίζουμε από ποια μετάφραση άντλησε). Η βασίλισσα της Θεσσαλίας, η γυναίκα του «αφέντη» Άδμητου δέχεται να θυσιάσει τη ζωή της «για να μπορεί εκείνος το φως ν’ αντικρίζει». Η ευθύνη είναι του βασιλιά: αμέλησε τα προγαμιαία τελετουργικά την ημέρα του γάμου του. Και η συμμαχία του με έναν (άνδρα) θεό, τον Απόλλωνα, τον σώζει από το αδιέξοδο και την ποινή του θανάτου. Αρκεί στη θέση του να πεθάνει κάποιος άλλος. Μα καθώς «η ζωή είναι γλυκιά» κι όλοι την αγαπούν εξίσου, η μοναδική που σηκώνει το φορτίο στις πλάτες της είναι η Άλκηστις. Αφήνει τα παιδιά της ορφανά, άδειο το νυφικό της κρεβάτι και χάνεται καθώς «τα μάτια της σκεπάζει η νύχτα». Φυσικά και ο Άδμητος διακηρύσσει πως η ζωή του δεν θα σημαίνει τίποτα χωρίς εκείνη και πως «είναι χαμένος». Ένα είναι σίγουρο: πως η εξουσία θα παραμείνει ακλόνητη στη θέση της, ο άνδρας, ο λευκός άνδρας θα παραμείνει αλώβητος παρά τα δάκρυα που ποτίζουν τα μάγουλα του, η κοινωνία θα παρακολουθήσει τον χαμό μιας ακόμα γυναίκας – μία λιγότερη – και το οικοδόμημα της πατριαρχίας δεν θα διαταραχθεί ούτε στο ελάχιστο.
Με λεπτές μετακινήσεις, όπως η ανάγνωση που έχει εξασφαλίσει ο Δημήτρης Καραντζάς γι’ αυτήν την εκδοχή της «Άλκηστης», αναδεικνύονται ακαριαία οι προθέσεις του Ευριπίδη να φωτίσει τους περιορισμούς, την καταπίεση, την άνιση μεταχείριση που βιώνει από καταβολής κοινωνιών η γυναίκα, ακόμα και μια «άριστη» όπως η βασίλισσα των Φερών. Η γυναίκα θα βρίσκεται πάντα πιο κοντά στο χείλος του θανάτου – παρότι «όλοι χρωστάμε να πεθάνουμε μια μέρα».

Ο Γιάννης Νιάρρος στο ρόλο του Άδμηττου και ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Φέρης.
Σε αντίθεση με τις, κατά παράδοση, παραστάσεις χειρουργικής ακρίβειας του Δημήτρη Καραντζά, η «Άλκηστις» συνάντησε πολλά και απανωτά τεχνικά εμπόδια που, ως φαίνεται είχαν κόστος στη συνοχή της ομάδας και στο τελικό αποτέλεσμα. Λογικά, μιλάμε για ζητήματα που, κατά την περιοδεία της παράστασης, ενδέχεται να μπορούν να λειανθούν. Λογικά θα μιλούσαμε μόνον γι’ αυτά, αν η σκηνοθετική ανάγνωση δεν είχε προκαλέσει μια αδόκιμη ρήξη, ανάμεσα στο τραγικό και σατυρικό στοιχείο του έργου – αντί να τα αντιμετωπίσει ως ένα αδιαίρετο κύτταρο.

Στο ρόλο του Ηρακλή ο Γιώργος Ζυγούρης και ο Αινείας Τσαμάτης ως Υπηρέτης.
Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Δημήτρη Καραντζά, όπου ο προσανατολισμός της παράστασης ‘αμφισβητεί’ τη συγγραφική αμφισημία του έργου και ρέπει προς την τραγωδία, οι πρωταγωνιστές ανταποκρίνονται σε ένα δραματικό παίξιμο. Εκεί θα δούμε να διακρίνεται η Ηρώ Μπέζου εκφράζοντας το φόβο του θανάτου, ενδίδοντας όμως στον κοινωνικό παραλογισμό που τη θέλει νεκρή, αντί να ζήσει ευτυχισμένη με τον σύζυγο και τα παιδιά τους. Ο Γιάννης Νιάρρος ‘υπακούει’ με επάρκεια στη δραματική εκδοχή του Άδμητου, επιτρέποντας ίχνη γελοιότητας να φανούν – είναι ωραία, λόγου χάρη, η συνύπαρξη του με τον Φέρη του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη – θεωρώντας, ωστόσο, πως ένας κατεξοχήν ηθοποιός στο ερμηνευτικό «ανάμεσα» θα μπορούσε να οδηγηθεί σε γονιμότερες περιοχές. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης πάλι, μάλλον επαναπαύεται σε μια ήδη κατακτημένη περιοχή του, ένα αφ’ υψηλού παίξιμο που ναι, στάζει ειρωνεία, αλλά χωρίς εκπλήξεις. Από εκεί που πραγματικά έρχονται οι εκπλήξεις και είναι οι πιο καίριες ερμηνείες της παράστασης (παρότι μοιάζουν με εξαιρέσεις) είναι στο πρόσωπο του Γιώργου Ζυγούρη ο οποίος υποδύεται το ρόλο του Ηρακλή με κομψή ελαφράδα και αυτοσαρκασμό, ενώ συνθέτει ένα τέλειο δίδυμο σε ύφος Μπάστερ Κίτον με τον, επίσης εξαιρετικό, Αινεία Τσαμάτη. Μια γεμάτη ερμηνεία στη σύντομη εμφάνιση της ως υπηρέτρια δίνει η Δήμητρα Βλαγκοπούλου, ο Κώστας Νικούλι επιβάλλεται περισσότερο με τη σκηνική παρουσία του, παρά με το χρόνο ερμηνείας του. Το ίδιο ισχύει και για την Θεοδώρα Τζήμου με την ιώβεια υπομονή της ακινησίας στο ρόλο του πορθμέα των νεκρών, Χάρου.
Είναι μερικές φορές που η σκηνογραφία ορίζει καθολικά το αισθητικό αποτύπωμα μιας παράστασης. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγεται η σκηνογραφική εργασία που παραδίδει ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης για την «Άλκηστη». Μια υπερμεγέθης, μαύρη, σαν από λάκα, επικλινής πλατφόρμα – θυμίζει σχεδόν πίστα για skateboard – δεσπόζει στο χώρο ως ένα ακραιφνές φιλοσοφικό σχόλιο: στη ζωή όλοι θέλουμε να ζούμε στα ψηλά σημεία της, με ωραία θέα, άπαντες ολισθαίνουμε και πολλοί από εμάς γλιστράμε έως την άκρη του γκρεμού, δίχως γυρισμό: το ποιοι θα φτάσουν στο απώτατο άκρο με παρρησία και αξιοπρέπεια και ποιοι με το φορτίο μιας δειλής ύπαρξης, είναι ένα ερώτημα που συνήθως απαντάται πριν το τέλος. Για ένα έργο, πάντως, που ακροβατεί τόσο εμφατικά ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, από την πρώτη έως την τελευταία λέξη, το σκηνικό του Σκουρλέτη δεν ήταν μόνο εντυπωσιακό, αλλά παρήγαγε και δραματουργία. Και στο ανοιχτό θέατρο του Βύρωνα χωνεύτηκε ανεμπόδιστα από τον περιβάλλοντα χώρο.
Η κίνησηΛαμβάνοντας υπόψιν τις τροποποιήσεις που χρειάστηκαν να γίνουν λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα, στο σκηνικό της παράστασης, είναι δεδομένο πως επηρεάστηκε σημαντικά και ο κινησιολογικός σχεδιασμός. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο απείχε το αρχικό όραμα από την τελική μορφή που πήρε, πάντως το βέβαιο είναι πως οργανικό κομμάτι για την χορογραφία του Τάσου Καταχάλιου υπήρξε η ευθραυστότητα της ύπαρξης, η ισορροπία ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο – «όλοι οι θνητοί πεθαίνουν και δεν υπάρχει άνθρωπος να γνωρίζει αν αύριο θα είναι ζωντανός» υπενθυμίζει ο Ευριπίδης. Παρακολουθώντας το σύνολο των ηθοποιών να πασχίζουν να παραμείνουν όρθιοι σε αυτήν την κατηφόρα, μακριά από τις κακοτοπιές ή να κρυφτούν σε καταπακτές, το μήνυμα που έρχεται είναι αδιαμεσολάβητο: ο ανθρώπινος βίος είναι ένας διαρκές παραπάτημα μεταξύ πτώσης και πρόσκαιρης ανάτασης.

Άποψη του σκηνικού του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη.
Με την επιθυμία ευθείας συνομιλίας του έργου με το πατριαρχικό σύστημα ως μια κατάσταση αρχαία όσο η ανθρώπινη φύση, ο Δημήτρης Καραντζάς στραγγίζει τη σκηνοθεσία του από την αμφισημία του πρωτότυπου. Με το ερωτηματικό του ακατάτακτου να το συνοδεύει από καταβολής, το έργο του Ευριπίδη κινείται στην κόψη του σατυρικού δράματος και της τραγωδίας· εντούτοις συνδέεται κυτταρικά με το στοιχείο της γελοιότητας, σχολιάζοντας με όρους αντικειμενικούς την ανθρώπινη ύπαρξη στο κατώφλι της ζωής. Κι έτσι το κωμικό στοιχείο επιβιώνει μέσα στην παράσταση ως ένθεση, ως επεισόδιο και μάλιστα μόνο στις σκηνές που αφηγούνται την, αχαλίνωτη για γλέντι, φύση του Ηρακλή. Αυτοί οι δύο κόσμοι, η γελοιότητα του ναρκισσισμού της ύπαρξης έναντι στο μεγαλείο του θανάτου, δεν συνδέονται ποτέ οργανικά, δεν λειτουργούν ως συνεκτική διαλεκτική σύνθεση.
Φαίνεται πως ο Δημήτρης Καραντζάς φέρνει εσκεμμένα την αφήγηση της παράστασης σε μια υποκριτική αμηχανία ως αντανάκλαση στη συναισθηματική ακινησία που προκαλεί η επάνοδος της Άλκηστις από τον Άδη. Σίγουρα, μια ωραία ιδέα που, ωστόσο, κοστίζει σημαντικά στον ρυθμό της αφήγησης, δημιουργώντας ‘πλαδαρά’ σημεία.
Τα τεχνικά προβλήματαΗ παράσταση της «Άλκηστης» στο θέατρο του Βύρωνα ξεκίνησε με σημαντική καθυστέρηση μετά από διακοπή ρεύματος που προκάλεσε σειρά τεχνικών αρρυθμιών. Ασφαλώς και θα υπήρξε αντίκτυπο στην απόδοση των ηθοποιών εξαιτίας αυτών των δυσκολιών. Την ίδια ώρα, όμως, δεν έλειψαν και τα τεχνικά προβλήματα στον ήχο: παρεμβολές στα μικρόφωνα των ηθοποιών, μέτρια, αν όχι παραμορφωμένη, απόδοση της μουσικής (από τον Παναγιώτη Μανουηλίδη) κι ένας εννεαμελής Χορός που με δυσκολία ακουγόταν καθαρά, καθώς ο ένας αλληλεπικάλυπτε τον άλλον.
Το τραγικό στοιχείο της «Άλκηστης» κυριαρχεί στην ανάγνωση Καραντζά, περιορίζοντας την, πληθωρικά αμφίσημη, φύση του ευριπίδειου έργου σε μια, κατά άλλα προσεγμένη, παράσταση.

Ο Χορός της παράστασης: Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος.

Η Θεοδώρα Τζήμου στο ρόλο του Χάρου.

Η Ηρώ Μπέζου στον επώνυμο ρόλο.

Θεοδώρα Τζήμου και Κώστας Νικούλι.
Βρείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζητησης
Προσθήκη του monopoli.gr στην Google