Όσο η θερμοκρασία ανεβαίνει και εμείς παραμένουμε στα γραφεία μας, και δεν πάμε διακοπές, το Stop Scrolling θα συνεχίζει να βρίσκεται εδώ – και εγώ θα συνεχίζω να γκρινιάζω για την ζέστη και όχι μόνο. Μπορεί να συμβαίνουν κάποια αραιά διαλείμματα στην στήλη όμως η επικαιρότητα, οι άλλοκοτες ειδήσεις, οι δολοφονίες και τα σκάνδαλα δεν γνωρίζουν, από ζέστη, διακοπές και προσωπικές δυσκολίες. Until further notice λοιπόν, enjoy!
Ο καύσωνας που πλήττει εδώ και ημέρες τη Δυτική Ευρώπη δεν δοκιμάζει μόνο τα όρια των θερμομέτρων, αλλά και την αντοχή των κοινωνιών απέναντι στην κλιματική κρίση. Στη Γαλλία, όπου οι θερμοκρασίες ξεπέρασαν τους 40°C σε πολλές περιοχές, καταγράφηκε ο θερμότερος Ιούνιος στην ιστορία της χώρας, ενώ περισσότερα από 2.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της ακραίας ζέστης μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Συνολικά, σε Γαλλία, Βέλγιο και Ολλανδία, οι υπερβάλλοντες θάνατοι υπολογίζονται σε τουλάχιστον 3.700.
Οι συνέπειες του καύσωνα ξεπέρασαν κατά πολύ τις υψηλές θερμοκρασίες. Χιλιάδες σχολεία έκλεισαν, τα νοσοκομεία δέχθηκαν αυξημένη πίεση από περιστατικά θερμοπληξίας και αφυδάτωσης, ενώ προβλήματα καταγράφηκαν στις μεταφορές, στην ηλεκτροπαραγωγή και στις δημόσιες υποδομές. Πρόκειται για εικόνες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν εξαιρετικές για την Ευρώπη, αλλά πλέον επαναλαμβάνονται με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, επιμένουν ότι το πιο ανησυχητικό δεν είναι τα ίδια τα ρεκόρ. Σύμφωνα με την ομάδα World Weather Attribution, ένα τόσο έντονο κύμα καύσωνα θα ήταν σχεδόν αδύνατο χωρίς την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Η υπερθέρμανση του πλανήτη κάνει τους καύσωνες πιο συχνούς, πιο έντονους και πιο φονικούς, μετατρέποντας σταδιακά το «ακραίο» σε νέα κανονικότητα. Και κάπου εδώ βρίσκεται η πιο ανατριχιαστική διαπίστωση που πλέον όμως είναι καθολικά γνωστή. Το καλοκαίρι που ζούμε σήμερα – όσο ασφυκτικό κι αν μοιάζει – θα είναι τελικά το πιο δροσερό καλοκαίρι της υπόλοιπης ζωής μας.
Ξαφνικά, περίπου 70.000 πολίτες βρέθηκαν εκτός ενός προγράμματος που μόλις είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, χωρίς καμία ουσιαστική εξήγηση, πέρα από ένα email ακύρωσης ραντεβού. Το πρόγραμμα του Υπουργείου Υγείας για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας προέβλεπε δωρεάν φαρμακευτική αγωγή, ιατρικές εξετάσεις και παρακολούθηση για ενήλικες με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής πρόληψης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Η δράση είχε ήδη ξεκινήσει να ενεργοποιεί ενδιαφερόμενους σε όλη τη χώρα και εντασσόταν σε ένα πλαίσιο ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου και όχι απλώς ως διατροφικού ζητήματος. Οι συμμετέχοντες είχαν κάνει αιτήσεις, είχαν λάβει ραντεβού και βρίσκονταν στη διαδικασία ένταξης σε ένα οργανωμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο. Και μετά, ήρθε η ακύρωση. Χωρίς συνέχεια, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς δημόσια εικόνα για το τι θα γίνει από εδώ και πέρα.
Την ίδια στιγμή, διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνουν ότι η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις ταχύτερα αυξανόμενες απειλές για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, συνδέοντας τη με καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη και πρόωρη θνησιμότητα. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί ένα πρόγραμμα ξεκίνησε και σταμάτησε τόσο απότομα. Είναι τι σημαίνει όταν η δημόσια υγεία λειτουργεί όπως τα ερωτικά μας. Ή, αλλιώς, μία ακόμα κλασική περίπτωση ghosting — αυτή τη φορά όχι σε σχέση, αλλά από το ίδιο το κράτος.
Το δικό μας το σπίτι – παραλίγο να πέσει πάνω μας
Η τετραώροφη πολυκατοικία στην οδό Αλκμήνης 22 στα Πετράλωνα κατέρρευσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, παρασύροντας τμήμα του οικοδομικού ιστού της περιοχής και προκαλώντας εκτεταμένη κινητοποίηση της Πυροσβεστικής με δεκάδες πυροσβέστες και ειδικά συνεργεία της ΕΜΑΚ. Οι ένοικοι είχαν απομακρυνθεί εγκαίρως, εξαιτίας μίας ενοικιάστριας που είχε φωνάξει μία γνωστη της πολιτικό μηχανικό γιατί φοβήθηκε πως κάτι δεν πάει καλά με το κτήριο. Η ίδια ήρθε, έκανε μία πρόχειρη αυτοψία και συνοπτικά ξεκίνησε να βγάζει τους ανθρώπους από το κτήριο. Δεκαπέντε λεπτά μετά έπεσε η πολυκατοικία.
Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες και τα σενάρια που εξετάζονται, στο διπλανό οικόπεδο εκτελούνταν εργασίες ανέγερσης νέας πολυκατοικίας. Οι παρεμβάσεις στο έδαφος, σε συνδυασμό με την ηλικία και πιθανή προϋπάρχουσα φθορά του κτιρίου, ή λάθος τοποθέτηση των θεμελίων εξ αρχάς, φαίνεται ότι δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα στατικής αστάθειας. Η υπόθεση βρίσκεται υπό διερεύνηση, ενώ έχουν γίνει και προσαγωγές ατόμων που σχετίζονται με το εργοτάξιο.
Και η Αθήνα, λοιπόν, χτίζεται και ξαναχτίζεται πάνω σε ένα δίκτυο παλαιών, επιβαρυμένων κτιρίων, χωρίς ουσιαστικό μηχανισμό προληπτικού ελέγχου και χωρίς συνολικό σχέδιο για το τι σημαίνει ασφάλεια στον πυκνό αστικό ιστό. Οι εργολάβοι που αναλαμβάνουν το ένα έργο μετά το άλλο έχουν υιοθετήσει ακούσια ή μη, τη νοοτροπία «ποσότητα αντί ποιότητας». Ταυτόχρονα πολυκατοικίες δεκαετιών, συχνά χωρίς σύγχρονους αντισεισμικούς ελέγχους, συνυπάρχουν δίπλα σε νέα εργοτάξια που προχωρούν με ρυθμούς αγοράς και όχι πόλης. Και κάπου ανάμεσα σε άδειες, εργολαβίες και ανοχή, η αστική ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως παράπλευρη λεπτομέρεια.
Ένα – ακόμα – τρανς άτομο βρέθηκε νεκρό
Στη Θεσσαλονίκη, σε εμπορικό κέντρο στην οδό Τσιμισκή, εντοπίστηκε νεκρό ένα νεαρό τρανς άτομο σε φωταγωγό. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες των αρχών, πρόκειται για 20χρονο άτομο, ενώ η αστυνομική και ιατροδικαστική έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Επισήμως, δεν έχει ανακοινωθεί τελικό πόρισμα για τα αίτια θανάτου και εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα.
Σε αυτό το στάδιο, η αβεβαιότητα είναι κομμάτι της ίδιας της υπόθεσης. Και όμως, πολύ συχνά σε τέτοιες ειδήσεις, η δημόσια συζήτηση τρέχει πιο γρήγορα από τα στοιχεία. Εικασίες, συμπεράσματα και αποσπασματικές πληροφορίες γεμίζουν τα κενά πριν αυτά καλυφθούν από τις επίσημες διαδικασίες διερεύνησης.
Τα όρια ανάμεσα στην αυτοχειρία, το ατύχημα και την πιθανή εγκληματική ενέργεια δεν είναι πάντα καθαρά, σε αρκετές περιπτώσεις, παραμένουν δύσκολα να αποσαφηνιστούν άμεσα. Σε κοινωνικές ομάδες που βιώνουν συστηματικά περιθωριοποίηση, βία ή επισφάλεια, όπως τα τρανς άτομα, αυτή η αβεβαιότητα γίνεται ακόμη πιο έντονη, καθώς η ερμηνεία των γεγονότων συχνά φορτίζεται από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συμπεράσματα πρέπει να προδικάζονται. Σημαίνει όμως ότι η κατανόηση μιας τέτοιας υπόθεσης δεν μπορεί να αποκοπεί από το περιβάλλον στο οποίο συμβαίνει – ούτε από τις συνθήκες ζωής που τη συνοδεύουν πριν από το τέλος της. Αλλά εμείς ζούμε στη χώρα που αμφισβητείτε η αναγκαιότητα εκδηλώσεων σαν το Pride…
Αυτή την εβδομάδα άλλη μία γυναίκα πέθανε σε αυτή τη χώρα. Η μητέρα πολιτεύτριας της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη έχασε τη ζωή της μετά από εμπρηστική επίθεση στην πολυκατοικία όπου διέμενε η οικογένεια. Η 72χρονη γυναίκα υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα και πολυοργανική ανεπάρκεια και κατέληξε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου. Το περιστατικό σημειώθηκε έπειτα από επίθεση με αυτοσχέδιους εμπρηστικούς μηχανισμούς στην είσοδο της πολυκατοικίας, που προκάλεσε φωτιά και πανικό στους ενοίκους. Η υπόθεση έχει προκαλέσει έρευνα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, ενώ στο επίκεντρο βρίσκονται τόσο τα κίνητρα όσο και ο συντονισμός των επιθέσεων σε σπίτια στελεχών της ίδιας πολιτικής παράταξης στην πόλη.
Ωστόσο, πέρα από το ποινικό σκέλος και την τραγωδία της απώλειας, έχει ανοίξει και ένα άλλο, πιο άβολο πεδίο δημόσιας συζήτησης: το πώς τέτοιες υποθέσεις μπαίνουν στο πολιτικό αφήγημα. Η Νέα Δημοκρατία, όπως και κυβερνητικά στελέχη, προχώρησαν σε δημόσιες δηλώσεις καταδίκης, μιλώντας για «τυφλή βία» και «απειλή κατά της δημοκρατίας», εντάσσοντας το περιστατικό στην πλευρά της πολιτικής εργαλειοποίησης του ανθρώπινου πόνου.
Ο πόνος δεν προλαβαίνει να καταγραφεί ως ανθρώπινη απώλεια πριν μετατραπεί σε πολιτικό υλικό. Αυτό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι διεθνές μοτίβο. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, όπως η δολοφονία του Charlie Kirk, το δημόσιο πένθος δεν μένει ποτέ πένθος. Συνοδεύεται από γρήγορη πολιτική ανακατεύθυνση, από αφηγήματα, από σύμβολα, από λόγο που επιχειρεί να σταθεροποιήσει την τραγωδία μέσα σε μια ιδεολογική γραμμή. Και εκεί, ανεξάρτητα από προθέσεις, η απώλεια παύει να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους που τη ζουν.
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη θεσμική αναγνώριση ενός εγκλήματος και στην αξιοποίησή του ως πολιτικό επιχείρημα. Μια γραμμή που, όταν ξεπερνιέται, αφήνει πίσω της κυνισμό και κυρίως την αίσθηση ότι ακόμα και ο θάνατος δεν ανήκει πια στους ανθρώπους του.