Καλό μήνα & καλό καλοκαίρι, people! Μπήκαμε – και επίσημα – επιτέλους στη σεζόν «Καλοκαίρι 2026» και, ενώ πάντα το καλοκαίρι μάς κάνει να βλέπουμε τα πράγματα λίγο πιο θετικά, η επικαιρότητα και αυτή την εβδομάδα είχε – ξανά – διαφορετική άποψη. Ταυτόχρονα, «γιορτάζουμε» το 20ό Stop Scrolling, το οποίο δυστυχώς συνεχίζει να κάνει highlight σε επαναλαμβανόμενα κακές ειδήσεις. Who knows, maybe next week will be different – ή και όχι.
Άλλη μία γυναίκα δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της. Αυτή τη φορά στην Καλαμάτα, τα ξημερώματα της Δευτέρας 1 Ιουνίου, με κατηγορούμενο τον 41χρονο σύζυγό της και πατέρα των δύο ανήλικων παιδιών τους. Η 39χρονη εντοπίστηκε νεκρή με τραύματα από μαχαίρι, ενώ ο ίδιος συνελήφθη και, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ομολόγησε την πράξη του. Σε βάρος του έχουν ασκηθεί κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενδοοικογενειακή βία και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων. Τα παιδιά του ζευγαριού βρίσκονταν στο σπίτι, στο διπλανό δωμάτιο — άλλη μία λεπτομέρεια από αυτές που διαβάζουμε, παγώνουμε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά αναγκαζόμαστε να συνεχίσουμε τη μέρα μας, λες και αυτό είναι κάπως φυσιολογικό.
Ο 41χρονος φέρεται να ισχυρίστηκε αρχικά ότι βρισκόταν σε άμυνα, όμως τα μέχρι τώρα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά δεν φαίνεται να στηρίζουν αυτό το αφήγημα: η 39χρονη είχε δεχτεί δεκάδες μαχαιριές και έφερε αμυντικά τραύματα, ενώ οι Αρχές εξετάζουν στοιχεία που δείχνουν προσπάθεια σκηνοθέτησης της σκηνής του εγκλήματος. Και κάπου εδώ, ξανά, η ίδια εξαντλητική συζήτηση: δεν ήταν «οικογενειακή τραγωδία», δεν ήταν «κακιά στιγμή», δεν ήταν «ζήλια που ξέφυγε». Ήταν γυναικοκτονία. Και όσο συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε μετά τον θάνατο μιας γυναίκας ότι «ίσως υπήρχαν σημάδια», «ίσως υπήρχε φόβος», τόσο πιο καθαρό γίνεται πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες. Είναι και το πόσο αργά ανοίγουν — όταν ανοίγουν.
Την ώρα που εμείς ακόμα προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς γίνεται κάθε παραλία στα Βαλκάνια να μετατρέπεται αργά ή γρήγορα σε «επενδυτική ευκαιρία», στην Αλβανία χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν ενάντια σε ένα πολυτελές resort που συνδέεται με την οικογένεια Trump. Πιο συγκεκριμένα, το project συνδέεται με τον Jared Kushner, σύζυγο της Ivanka Trump, μέσω της επενδυτικής του εταιρείας Affinity Partners, και αφορά μία τεράστια τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή της λιμνοθάλασσας Vjosa-Narta και του νησιού Sazan – μιας πρώην στρατιωτικής βάσης που πλέον φαίνεται να κοιτάζει προς το μέλλον της ως luxury destination. Ξενοδοχεία, βίλες, διαμερίσματα, μαρίνα, «ανάπτυξη», «δουλειές», «τουρισμός υψηλού επιπέδου» – ξέρετε, όλο το πακέτο.
Μόνο που το πακέτο αυτό έρχεται πάνω σε μία από τις πιο ευαίσθητες οικολογικά περιοχές της αλβανικής ακτογραμμής, με υγροτόπους, φλαμίνγκο, φώκιες και θαλάσσιες χελώνες. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν έλλειψη διαφάνειας και δημόσιας διαβούλευσης, ενώ οι διαδηλώσεις στα Τίρανα κλιμακώθηκαν όταν εμφανίστηκαν μηχανήματα και περιφράξεις στην περιοχή. Οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους με σύνθημα «Albania is not for sale» και ροζ φουσκωτά φλαμίνγκο – γιατί, όταν η πολιτική δεν ακούει, μερικές φορές χρειάζεται τουλάχιστον λίγο camp για να γίνει το μήνυμα viral.
Ο πρωθυπουργός Έντι Ράμα υπερασπίζεται την επένδυση, λέγοντας πως θα φέρει ανάπτυξη και τουρισμό. Αλλά το ερώτημα, όπως πάντα, είναι ανάπτυξη για ποιον και με τι κόστος. Γιατί όταν μία προστατευόμενη περιοχή μπαίνει στο ίδιο τραπέζι με δισεκατομμύρια, πολιτικές διασυνδέσεις και luxury branding, η φύση συνήθως δεν κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού. Κάθεται κάπου στην άκρη, σαν διακοσμητικό στοιχείο στο brochure.
Στην Ελλάδα η διαμαρτυρία παραμένει δικαίωμα – αρκεί να αντέχεις τα χημικά
Η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε νέα έκθεση για την αστυνομική βία στην Ελλάδα και, δυστυχώς, δεν μας λέει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί – απλώς το τεκμηριώνει. Με τίτλο «Η διαμαρτυρία δεν είναι πεδίο μάχης», η οργάνωση μιλά για μοτίβα παράνομης χρήσης βίας και ατιμωρησίας στην αστυνόμευση διαδηλώσεων, καταγράφοντας περιπτώσεις υπέρμετρης βίας απέναντι σε ειρηνικούς διαδηλωτές, δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ. Η έρευνα βασίστηκε σε δύο χρόνια τεκμηρίωσης, συνεντεύξεις με περισσότερα από 100 άτομα και ανάλυση οπτικοακουστικού υλικού από διαφορετικές κινητοποιήσεις. Κεντρικό σημείο της έκθεσης είναι οι χειροβομβίδες κρότου-λάμψης, για τις οποίες η Διεθνής Αμνηστία ζητά πλήρη απαγόρευση στην αστυνόμευση διαδηλώσεων, καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί με τρόπους που προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς.
Και εδώ είναι το πρόβλημα: δεν μιλάμε πια για «μεμονωμένα περιστατικά», αυτή την πολύ βολική φράση που εμφανίζεται κάθε φορά που η πραγματικότητα γίνεται λίγο πιο άβολη από όσο αντέχει το επίσημο αφήγημα. Μιλάμε για μια επαναλαμβανόμενη πρακτική που μετατρέπει τη διαμαρτυρία από δημοκρατικό δικαίωμα σε σωματικό ρίσκο. Γιατί όταν κατεβαίνεις στον δρόμο και πρέπει να υπολογίσεις αν θα φας χημικά, γκλομπ, κρότου-λάμψης ή προληπτική προσαγωγή, τότε δεν μιλάμε για «αστυνόμευση». Μιλάμε για αποθάρρυνση.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο η βία. Είναι η ατιμωρησία που την ακολουθεί. Η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει, κανείς δεν λογοδοτεί πραγματικά και η επόμενη διαδήλωση θα ξεκινήσει από το ίδιο σημείο: με πολίτες που διεκδικούν να ακουστούν και ένα κράτος που μοιάζει να απαντά πρώτα με εξοπλισμό και μετά, αν περισσέψει χρόνος, με δημοκρατία. Και κάπως έτσι, η φράση «η διαμαρτυρία δεν είναι πεδίο μάχης» ακούγεται λιγότερο σαν σύνθημα και περισσότερο σαν υπενθύμιση των βασικών αξιών. Δηλαδή, ακριβώς εκεί που έχουμε φτάσει.
Αυτή την εβδομάδα, στην Ελλάδα του 2026, παρουσιάστηκαν στη Λαμία οι πρώτες γυναίκες που θα υπηρετήσουν εθελοντικά στον Στρατό Ξηράς. Όχι, δεν μιλάμε για υποχρεωτική στράτευση γυναικών – τουλάχιστον όχι ακόμα – αλλά για τον νέο θεσμό της εθελοντικής θητείας, που εφαρμόζεται πιλοτικά μέσα από τη Β’ ΕΣΣΟ 2026. Οι πρώτες εθελόντριες θα υπηρετήσουν για 12 μήνες, θα εκπαιδευτούν στη Λαμία και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα έχουν αντίστοιχα δικαιώματα και κίνητρα με τους άνδρες κληρωτούς: πρόσβαση σε στρατιωτικές παροχές, μοριοδότηση για το Δημόσιο και αναγνώριση της θητείας ως προϋπηρεσία.
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πολύ άβολο σημείο: το «εθελοντικό» κομμάτι. Γιατί σε μια χώρα όπου οι νέοι άνθρωποι παλεύουν με μισθούς που δεν φτάνουν, ενοίκια που μοιάζουν με προσωπική επίθεση και μια αγορά εργασίας που ζητά εμπειρία πριν καν σου δώσει την πρώτη ευκαιρία, το να παρουσιάζεται η στρατιωτική θητεία ως επιλογή με αντάλλαγμα μόρια, προϋπηρεσία και πρόσβαση σε παροχές είναι τουλάχιστον βαθιά προβληματικό. Δεν είναι ακριβώς ελευθερία επιλογής όταν η επιλογή αυτή πατάει πάνω στην οικονομική ανασφάλεια. Και είναι κάπως εξευτελιστικό να βαφτίζεται «ευκαιρία» κάτι που, στην πράξη, μπορεί να λειτουργεί ως ακόμη ένας τρόπος να μπουν νέες γυναίκες σε έναν σκληρό, ιεραρχικό και παραδοσιακά ανδροκρατούμενο μηχανισμό, επειδή το κράτος δεν έχει φροντίσει να τους προσφέρει αξιοπρεπείς εναλλακτικές έξω από αυτόν.
Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι βαθιά κοινωνικό. Γιατί κάθε φορά που ανοίγει μια συζήτηση για τις γυναίκες στον στρατό, ξαφνικά θυμόμαστε την ισότητα – συνήθως με τον πιο κουρασμένο τρόπο. Άλλοι θα πουν «αφού θέλετε ισότητα, να πάτε φαντάροι», λες και η ισότητα είναι τιμωρητικό πακέτο με αρβύλες. Άλλοι θα το παρουσιάσουν ως μεγάλο βήμα χειραφέτησης, λες και η συμμετοχή σε έναν τόσο ιεραρχικό και ανδροκρατούμενο μηχανισμό λύνει από μόνη της το πρόβλημα της έμφυλης ανισότητας. Οι γυναίκες πρέπει, προφανώς, να έχουν δικαίωμα επιλογής σε όλους τους χώρους — και στον στρατό, αν το επιθυμούν. Αλλά η ισότητα δεν μπορεί να εμφανίζεται μόνο όταν χρειάζεται προσωπικό, πειθαρχία και «εθνική προσφορά». Καλό θα ήταν να εμφανίζεται και στους μισθούς, στην ασφάλεια, στην εργασία, στη φροντίδα, στην πολιτική εκπροσώπηση και γενικά σε όλα εκείνα τα μέρη όπου δεν φοράμε στολή, αλλά πάλι δίνουμε μάχη κάθε μέρα.