Μόλις χθες (3/04) ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 25ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου με την προβολή της βραβευμένης από την φετινή κριτική επιτροπή ταινίας “Το Παρίσι του Σουλεϋμαν” του Boris Lojkine. Η τελετή λήξης με την βράβευση και την πρώτη επίσημη προβολή της ταινίας “Ο Κύριος Αζναβούρ” των Mehdi Idir και Grand Corps Malade έλαβε χώρα μια ημέρα νωρίτερα (2/04) στον κινηματογράφο Δαναό.
Πέρασε μια εβδομάδα γεμάτη γαλλόφωνο σινεμά, πάρτι και Q&A με σκηνοθέτες. Υπήρξαν μέρες που έτρεχα από αίθουσα σε αίθουσα, συναντούσα φίλους τυχαία, χόρευα στο κάθισμά μου όσο έπαιζε μουσική σε μια αίθουσα που σε λίγο θα παρακολουθούσε το πρώτο πάρτι της Sophie Marceau ή προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω γαλλικές φράσεις πριν με προλάβουν οι μεταφραστές, ενώ δεν έχω κάνει ούτε ένα μάθημα γαλλικών στη ζωή μου. Η εμπειρία του συγκεκριμένου φεστιβάλ έχει πάντα μια τρυφερότητα όταν το αναπολώ και είμαι σίγουρη ότι το ίδιο θα συμβεί και με την φετινή χρονιά. Λίγο πριν ξεκινήσει, πρότεινα 10 ταινίες από το φετινό πρόγραμμα και κατέληξα να δω τις 5 (συν δύο εκτός δεκάδας). Όμως, μεγαλύτερη σημασία από το τι είδα έχει το πώς ένιωσα…
Με τον ήλιο να μην έχει δύσει ακόμη και την ημέρα να έχει μεγαλώσει, χώθηκα στην σκοτεινή αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου για να παρακολουθήσω ένα κρυμμένο διαμάντι του σινεμά που χωρίς το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου δεν θα είχα καταφέρει να δω. Ήταν και η πρώτη αφρικανική ταινία που είδα ποτέ, δηλαδή φτιαγμένη από Αφρικανούς για Αφρικανούς. Πρόκειται για τη “Μικρή Πωλήτρια Ηλιαχτίδας” του Σενεγαλέζου Djibril Diop Mambéty, που μια νεαρή ζητιάνα με πατερίτσες αποφασίζει να πουλήσει εφημερίδες, ένα επάγγελμα που κάνουν αποκλειστικά αγόρια. Αυτή η θαρραλέα ηρωίδα δεν το έβαλε ποτέ κάτω παρά τα εμπόδια που συναντούσε και υπερασπιζόταν τόσο τον εαυτό της όσο και όσους έβλεπε γύρω της να αδικούνται. Ήταν μια ταινία βαθιά ανθρωποκεντρική με δυναμική σκηνοθετική ματιά και έναν πολύ συμπαγή πυρήνα με ξεκάθαρη πρόθεση του τι θέλει να πει και που να εστιάσει.

Μικρή Πωλήτρια Ηλιαχτίδας του Djibril Diop Mambéty
Μαζί μας ήταν η Véronique Joo Aisenberg, υπεύθυνη της Κινηματογραφικής Ταινιοθήκης της Αφρικής, η οποία απάντησε σε ερωτήσεις και έλυσε απορίες για το έργο της ταινιοθήκης αλλά και για την ταινία που μόλις είχαμε παρακολουθήσει. Τα σημεία που κράτησα σχετικά με την ταινία είναι ότι γυρίστηκε με τη βοήθεια όλης της οικογένειας του σκηνοθέτη, ότι τα παιδιά ήταν ερασιτέχνες -έπαιζαν εξαιρετικά- και πως ο Mambéty πέθανε έναν χρόνο πριν βγει η ταινία στις αίθουσες ενώ, ήταν η δεύτερη από την τριλογία του για τους Συνηθισμένους Ανθρώπους, που συνεπώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Όσο για την ταινιοθήκη, φαίνεται πως κάνει μια εξαιρετική δουλειά στην συγκέντρωση, διάσωση και αποκατάσταση αφρικανικών ταινιών από τη δεκαετία του 1950 έως τις μέρες μας με πάνω από 1.800 ταινίες από 45 χώρες αλλά, δυστυχώς, δεν υπάρχει ακόμη ελεύθερη πρόσβαση για το κοινό παρά μόνο για συγκεκριμένους επαγγελματίες.
Δύο ώρες μετά, στην ίδια αίθουσα, χρωματιστά φώτα τρεμόπαιζαν και μουσική ακουγόταν από τα ηχεία όσο περιμέναμε να ξεκινήσει “Το Πρώτο μου Πάρτυ” του Claude Pinoteau. Δεν είχα ξανακούσει αυτή την ταινία πριν την συνέντευξη Τύπου, όπου όταν ανακοινώθηκε ο τίτλος, ένα ενιαίο επιφώνημα έκπληξης μπλεγμένο με ενθουσιασμό κατέκλεισε την ίδια αίθουσα που λίγες μέρες μετά θα μου χάριζε μια από τις ομορφότερες εμπειρίες της φετινής διοργάνωσης. Ψάχνοντάς την, έμαθα ότι είχε κάνει πάταγο το 1980 που κυκλοφόρησε και δύο χρόνια μετά γυρίστηκε και το sequel. Ακολουθούμε την 13χρονη Vic που μετακομίζει με τους γονείς της στο Παρίσι κι όταν πηγαίνει στο πρώτο της πάρτι, ερωτεύεται για πρώτη φορά. Βυθισμένη στο χάος του πρώτου έρωτα, δεν δίνει και πολλή σημασία στην κρίση που περνάει η σχέση των γονιών της μετά την αποκάλυψη της ερωμένης του πατέρα της.

Το Πρώτο μου Πάρτυ του Claude Pinoteau
Μια feelgood ταινία που μας έκανε να αναπολούμε τον πρώτο μας έρωτα ή να νοσταλγούμε μια αθώα εποχή που έχει χαθεί και που δεν ζήσαμε και ποτέ. Παράλληλα, προσέφερε άφθονο γέλιο κι ένα χαμόγελο κάθε φορά που έμπαινε το τραγούδι “Reality” από τον Richard Sanderson. Αφού την είδαμε, πληροφορήθηκα ότι αν είχα μεγαλώσει στη Γαλλία, αυτή θα ήταν η ταινία των παιδικών μου χρόνων. Κι εντάξει, δεν έχει τίποτα κακό το “Jumanji” ή το “My Girl” αλλά πολύ θα ήθελα αυτή η ταινία να έχει μπει στην καρδιά μου λίγο νωρίτερα.
Ακολούθησε ένα πάρτι σε 80s στυλ, εμπνευσμένο από την ταινία, όπου δεν έλειπε η ντισκομπάλα και καλή παρέα για χορό και κινηματογραφικές συζητήσεις.
Η αγωνία κορυφώνεταιΗ “Μεγάλη Νύχτα” του Michiel Blanchart μου είχε κινήσει πολύ το ενδιαφέρον και όχι άδικα τελικά! Στο επίκεντρο είναι ο Μαντί, ένας νεαρός κλειδαράς που άθελά του μπλέκεται σε μια υπόθεση οργανωμένου εγκλήματος και μέσα σε μια νύχτα θα πρέπει να βρει την κοπέλα που τον πρόδωσε προκειμένου να γλιτώσει. Τρομερή σκηνοθεσία και διεύθυνση φωτογραφίας, δυνατές ερμηνείες και ένα καλογραμμένο σενάριο. Είχε όλα τα συστατικά που χρειάζεται ένα action thriller για να πετύχει. Αλλιώς μπορεί να βγει πολύ ψεύτικο και επιτηδευμένο. Εδώ δεν ισχύει αυτό καθώς κρατάει τις ισορροπίες και καταφέρνει να σε έχει διαρκώς σε αναμμένα κάρβουνα.

Μεγάλη Νύχτα του Michiel Blanchart
Αγωνία είχε και “Η Επιλογή” του Gilles Bourdos αλλά με μια άλλη όψη. Μπορεί να έχετε δει το “Locke” (2013) του Steven Knight με τον Tom Hardy, καθώς η ταινία του Bourdos είναι το γαλλικό remake αυτής. Εγώ πάντως δεν την είχα δει και πήγα έχοντας διαβάσει μόνο τη σύνοψη. Ένας άνδρας μπαίνει στο αυτοκίνητό του με έναν συγκεκριμένο προορισμό και με την απόφασή του να πάει προς αυτόν, διακινδυνεύει την καριέρα του και την σχέση με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Σ’ όλη την ταινία βλέπουμε τον Vincent Lindon και το αυτοκίνητο που οδηγεί. Ίσως σαν άκουσμα να μοιάζει μονότονο αλλά καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον μας καθ’ όλη τη διάρκεια. Ο Gilles Bourdos βρέθηκε στην αίθουσα και μας μίλησε για τη δημιουργία της ταινίας. Στο ερώτημα γιατί υπήρχε η ανάγκη αυτού του remake απάντησε πως όταν είδε την αυθεντική ταινία, χωρίς υπότιτλους και με την βαριά προφορά του Hardy, του ξέφυγαν κάποια πράγματα που, όταν αργότερα βρήκε το σενάριο και τα διάβασε, είδε πολλά επίπεδα που θέλησε να ξεκλειδώσει με τον δικό του τρόπο. Κι ένα ακόμη που κρατάω είναι η δυσκολία των γυρισμάτων καθώς αποφάσισαν πως ο Lindon θα οδηγεί κανονικά ενώ παίζει, χωρίς να κλείσουν δρόμους για τα γυρίσματα και με τους άλλους ηθοποιούς που του μιλάνε τηλεφωνικώς, να βρίσκονται σε κοντινά αυτοκίνητα.

Η Επιλογή του Gilles Bourdos
Τρίτη ταινία που όντως με έκανε να αγωνιώ για τον ήρωα ήταν “Το Παρίσι του Σουλεϋμαν” του Boris Lojkine, το οποίο και βραβεύτηκε. Ακολουθούμε τον Σουλεϋμαν, έναν πρόσφυγα που δουλεύει ως ντελιβεράς και σε δύο μέρες είναι η συνέντευξη για το αίτημά του για άσυλο. Ενώ ετοιμάζει μια ιστορία που δεν είναι δική του και προσπαθεί να ανταπεξέλθει οικονομικά, οι καταστάσεις τον πιέζουν σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί την πιο σημαντική στιγμή της ζωής του. Ο πρωταγωνιστής είναι μη επαγγελματίας, γεγονός που δεν μπορείς με τίποτα να το φανταστείς. Ο σκηνοθέτης βρέθηκε στην προβολή για να συζητήσει με φοιτητές κινηματογράφου. Αρχικά, όπως μας είπε, ήθελε να κάνει μια ταινία για τους ντελιβεράδες του Παρισιού και ξεκίνησε μια έρευνα δύο χρόνων όπου τους προσέγγιζε για να ακούσει τις ιστορίες τους. Δεν είχε ιδέα ότι θα υπήρχε στην ταινία αυτό το βασικό ζήτημα με τα χαρτιά στη δουλειά τους και το άσυλο αλλά μέσα από τις αφηγήσεις τους, κατάλαβε πόσο σημαντικό ήταν για την ιστορία που έχτιζε. Κι όπως ο ίδιος πρόσθεσε στην βράβευσή του, δεν θα χαρακτήριζε από μόνος του το σινεμά που κάνει ως πολιτικό αλλά με την άνοδο της ακροδεξιάς στον κόσμο και όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν, τότε, ναι, κάνει πολιτικό σινεμά. Και πολύ καλά κάνει!

Το Παρίσι του Σουλεϋμαν του Boris Lojkine
Καλώς ή κακώς, μέσα σε τόσες ταινίες θα υπάρχει και κάποια που δεν θα μου αρέσει. Αυτή για μένα ήταν η “Δεύτερη Πράξη” του Quentin Dupieux. Δύσκολο να πω γιατί δεν μου άρεσε χωρίς να κάνω spoiler τη στιγμή που αυτό το τόσο βασικό στοιχείο της ιστορίας, που εισάγεται από πολύ νωρίς, δεν υπονοείται σε καμία σύνοψη. Η ταινία, πάντως, παίχτηκε στις Κάννες και έχει για πρωταγωνιστές τους Léa Seydoux, Louis Garrel, Vincent Lindon και Raphaël Quenard. Τα οποία μπορεί να μη σημαίνουν και τίποτα, προφανώς!
Η τελευταία ταινία για φέτος ήταν η ταινία λήξης του Φεστιβάλ, δηλαδή το “Ο Κύριος Αζναβούρ” των Mehdi Idir και Grand Corps Malade. Οι βιογραφίες δεν νομίζω ότι είναι το φόρτε μου αλλά σίγουρα τις εκτιμώ όταν είναι καλοδουλεμένες. Δεν ήξερα και πολλά για τον Charles Aznavour πέρα από τα βασικά -σπουδαίος τραγουδιστής της Γαλλίας, φημισμένος για την ιδιαίτερη χροιά του, το παρουσιαστικό του. Δεν έψαξα, βέβαια, κι έπειτα από την προβολή πόσο πιστή ήταν αυτή η μεταφορά της ζωής του διότι, εντάξει, κάθε καλή βιογραφική ταινία πειράζει δύο-τρία στοιχεία για να έχει μια ολοκληρωμένη ιστορία. Πάντως, ακόμη και τα μισά να έζησε απ’ όσα είδαμε, είναι αυτό που λέμε μια ζωή σαν ταινία. Όσο για τον ηθοποιό που τον ενσάρκωσε, τον Tahar Rahim, πέρα από την αρκετή ομοιότητα, έδωσε μια εκπληκτική ερμηνεία που σε παρέσυρε στον κόσμο αυτού του αξεπέραστου καλλιτέχνη.

Ο Κύριος Αζναβούρ των Mehdi Idir και Grand Corps Malade
Και κάπως έτσι ολοκληρώθηκε το 25ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου κι εμείς δίνουμε ραντεβού για την επόμενη άνοιξη, για ακόμη περισσότερες ταινίες και κινηματογραφικές εμπειρίες…