MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
14
ΙΟΥΝΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Μακμπέθ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών – Η καρδιά του φονιά!

Ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Μακμπέθ ανεβαίνει στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Τον ξέραμε Μάκβεθ, αλλά το σωστό είναι Μακμπέθ.

author-image Γιώργος Σμυρνής

Η υπόθεση: Ο στρατηγός Μακμπέθ καταπνίγει μια στάση εις βάρος του Βασιλιά του Ντάνκαν και κερδίζει τιμές και τίτλους. Στην επιστροφή του σπίτι πέφτει πάνω σε τρεις μάγισσες, οι οποίες προφητεύουν ότι θα γίνει Βασιλιάς. Η προφητεία ενεργοποιεί την φιλοδοξία του και κυρίως εκείνη της συζύγου του, Λαίδης Μακμπέθ.

Ο στρατηγός δολοφονεί τον φιλοξενούμενό του Βασιλιά Ντάνκαν και καταλαμβάνει το θρόνο της Σκωτίας. Για την δολοφονία ενοχοποιούνται αθώοι που εκτελούνται και ως ηθικοί αυτουργοί θεωρούνται οι γιοι του νεκρού βασιλιά, οι οποίοι πρόλαβαν να το “σκάσουν”. Για να μείνει στο θρόνο, εξαπολύει ένα πογκρόμ σε βάρος πραγματικών και φανταστικών απειλών για την εξουσία του.

Η μοίρα όμως παίζει παιχνίδια και σε ξεγελάει. Οι αμφισημίες των χρησμών, γνωστές από την εποχή του μαντείου των Δελφών, παγιδεύουν τους ανθρώπους, γιατί τις ερμηνεύουν, όπως τους βολεύει. Ο Μακμπέθ την πατάει. Νομίζει ότι είναι προστατευμένος, αλλά τελικά οι εχθροί του επαναστατούν και έρχονται να τον καταστρέψουν. Η τάξη αποκαθίσταται από πονηρά τεχνάσματα των αντιπάλων του και από μυστήρια παιχνίδια της μοίρας.

Πριν επέλθει το μοιραίο τέλος, παρακολουθούμε την εξέλιξη των συναισθημάτων του ζεύγους των σφετεριστών. Ο Μακμπέθ, πιο εκδηλωτικός αρχικά στις ενοχές του, σιγά- σιγά καταλήγει στην απάθεια.

Μόλις έχει σκοτώσει τον Ντάνκαν και ουρλιάζει, έρμαιο των ενοχών και του πανικού του: “Μην κοιμάστε πια! Μην κοιμάστε, τι ο Μάκβεθ σκοτώνει τον ύπνο, τον ύπνο τον αθώο, τον ύπνο που της έγνοιας τα μπερδεμένα νήματα ξεμπλέκει. (…) ο Μάκβεθ δεν θα κοιμηθεί ποτέ του πια”. (Μετάφραση Κ. Καρθαίου)

Ο Μακμπέθ σκοτώνει τον ύπνο, γιατί σκοτώνει τον φιλοξενούμενό του Βασιλιά Ντάνκαν την ώρα του ύπνου, καταλύοντας κάθε κανόνα φιλοξενίας, αφοσίωσης και κοινωνικής τάξης. Και για τιμωρία δεν θα κοιμηθεί ποτέ του πια: Γιατί; Αφενός, διότι οι ερινύες θα τον καταδιώκουν στον ύπνο. Κι αφετέρου γιατί, από τη στιγμή που κάποιος σκοτώνει τον φιλοξενούμενο και βασιλιά του την ώρα του ύπνου, κανείς δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος τα βράδια. Όλοι πρέπει να σκέφτονται- και πρώτος ο ίδιος ο Μακμπέθ- πως κάποιος μπορεί να τους βρει κοιμισμένους και να τους δολοφονήσει.

Ακολουθούν μια σειρά από δολοφονίες και συγκρούσεις. Εθίζεται στη βία και βουλιάζει στην απάθεια. Ο φόβος δεν τον αγγίζει, όπως παραδέχεται, προς το τέλος του έργου: “Έχω σχεδόν ξεχάσει την ουσία του φόβου. Ήτανε μια εποχή, που μια κραυγή τη νύχτα πάγωνε την ψυχή μου. (…) Χόρτασα πια από φρίκη. Τρόμος κι ανησυχία, γνώριμη συντροφιά των φονικών μου στοχασμών, δεν ημπορούνε να με ταράξουν πια”.

Αντίστροφη είναι η συναισθηματική διαδρομή της Λαίδης Μακμπέθ. Άκαμπτη αρχικά προς τη φιλοδοξία, κάνει ό,τι μπορεί, για να σπρώξει τον άντρα της να κάνει το έγκλημα και να σφετερισθεί το θρόνο. Και στη συνέχεια, περιγελάει τον πανικό που πιάνει το σύζυγό της, μετά την τέλεση του εγκλήματος.

Ωστόσο, ήδη από την αρχή τα ψήγματα τρωτότητας (ή ανθρωπιάς) εμφανίζονται στην σκληρή αυτή γυναίκα. Κατ’ αρχάς υπάρχει μια αναφορά, ότι υπήρξε κάποτε μητέρα. Άρα, έχει χάσει ένα παιδί. Και δεύτερον, παραδέχεται ότι θα είχε σφάξει τον Ντάνκαν η ίδια, αν δεν της θύμιζε τον πατέρα της, καθώς τον έβλεπε την ώρα που κοιμάται.

Στην πορεία, η ακλόνητη κλονίζεται. Υπνοβατεί. Στην σκηνή του μονολόγου της κατά τη διάρκεια της υπνοβασίας της, μια από τις μνημειώδεις σκηνές στην ιστορία του θεάτρου, ομολογεί τα εγκλήματά της και παραδίδεται στις τύψεις της. Κι εκφράζει την ανατριχιαστική κατάπληξη για την εικόνα του πτώματος του Ντάνκαν, που την στοίχειωνε: “ποιός να το φανταζότανε πως ένας άνθρωπος σ’ αυτή την ηλικία θα είχε μέσα του τόσο αίμα;”

Αυτό που συμβαίνει στην περίπτωση της Λαίδη Μακμπέθ, είναι ότι καταπνίγει συναισθήματα. Κι ό,τι καταπιέζεις, φουσκώνει και σε πνίγει. Στο τέλος, η Λαίδη χάνει τα λογικά της και αυτοκτονεί.

Πέρα από τα υπαρξιακά ζητήματα και το ψυχογράφημα στο σκοτάδι των κεντρικών χαρακτήρων, το έργο έχει πολιτικά αναφερόμενα. Αυτό, σε μια περίοδο, που οι θεατρικοί συγγραφείς όφειλαν να είναι πολύ προσεκτικοί για το τι γράφουν. Ο Frank Kermode στο έργο του “Η εποχή του Σαίξπηρ” τονίζει ότι το έργο είναι “μια δοξολογία της νέας δυναστείας. Ο Σαίξπηρ άντλησε τον σχετικό μύθο από την προσφιλή του ιστορική πηγή, το χρονικό του Χόλισεντ, αλλά δεν δίστασε να αμαυρώσει το χαρακτήρα του ιστορικού Μάκβεθ και να κάνει τον Ντάνκαν μορφή ενάρετη, ή και αγιοπρεπή, ενώ δεν ήταν.”

O Kermode, ακόμα, υποστηρίζει πως υπάρχει σύνδεση στο συγκεκριμένο έργο και στην επίκαιρη Συνωμοσία της Πυρίτιδας, μιας απόπειρας φόνου εναντίον του Βασιλιά της Αγγλίας, που κρατούσε από τη γενιά του Ντάνκαν. Όπως συνέβη δηλαδή και στο Ριχάρδο τον Γ’, έτσι και σε αυτό το έργο, ο Σαίξπηρ προσέχει ποιούς θίγει και ποιούς κολακεύει. Και δεδομένων των συνθηκών εκείνης της εποχής, προσωπικά δεν τον αδικώ.

Αυτά τα λίγα (γιατί για τον Μακμπέθ θα μπορούσαν να γραφτούν τόμοι ολόκληροι) για το έργο. Ως προς την παράσταση στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ο Θωμάς Μοσχόπουλος έχει αντλήσει επιρροές από την παράσταση του Ριχάρδου του Γ του Σαμ Μέντες, με τον Κέβιν Σπέισι, στην Επίδαυρο, ιδίως στους φωτισμούς, αλλά και ενδυματολογικά. Βέβαια, ιδίως στο κομμάτι των φωτισμών δεν μπόρεσε να φτάσει την αρτιότητα της βρετανικής παραγωγής.

Σκηνογραφικά, άλλοτε το σκηνικό ήταν καλό, εμπνευσμένο και αρκετά λειτουργικό, και άλλοτε όχι. Κυρίως στο δεύτερο μέρος η σκηνογραφία δεν μου άρεσε- σαν να έχασε τη δύναμή της. Οι βιντεοπροβολές, αν και είχαν σχέση με το θέμα, δεν ήταν αρκετά δυνατές, για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Επίσης, οι σκηνές με τις μάγισσες και η απεικόνιση του φαντάσματος του Μπάνκο σαν σκιά, δεν με ικανοποίησαν.

Από τις ερμηνείες ξεχώρισα αυτή της Άννας Μάσχα, η οποία, αν και δεν ήταν η Λαίδη Μακμπέθ, όπως εγώ τη φανταζόμουν, έπαιζε ομολογουμένως πολύ καλά. Ο Μακμπέθ (Αργύρης Ξάφης) μου άρεσε λιγότερο. Σε κάποια σημεία, που ήθελαν συναισθηματική ένταση, ήταν άτονος. Ο Γιώργος Χρυσοστόμου ήταν καλή επιλογή ως ο σκληροτράχηλος και έντιμος στρατιώτης Μακντόφ. Στα σημεία που χρειάζονταν δυναμισμό, ήταν πολύ καλός. Σε σημεία, που ήθελαν πιο φινετσάτο παίξιμο, έδειξε τεχνικές αδυναμίες. Καλός ήταν ο Κώστας Μπερικόπουλος, ο οποίος εμήνευσε τον Ντάνκαν, αλλά και άλλους μικρούς ρόλους. Και ο Θάνος Τοκάκης, ως γιος του Ντάνκαν, ξεχώρισε σε κάποια σημεία του ρόλου του, ενώ συμπαθητική ήταν κι η Ξένια Καλογεροπούλου, ως μάγισσα.

Γενικά, η παράσταση, χωρίς να είναι τόσο αριστουργηματική, όσο ο ίδιος ο Μακμπέθ, ως κείμενο, έχει την αξία της. Το κάστινγκ ήταν καλό, ενώ η σκηνοθεσία και τα τεχνικά σημεία είχαν αρκετό ενδιαφέρον. Αλλά το πιο δυνατό χαρτί της παράστασης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι το ίδιο το κείμενο του Σαίξπηρ.

Γιώργος Σμυρνής

Περισσότερα από ΕΙΔΑΜΕ / Παραστάσεις