Η επιθεώρηση και το μουσικό θέατρο ήταν τα δύο εκείνα θεατρικά είδη που κυριάρχησαν στην αθηναϊκή σκηνή τον δύσκολο χειμώνα του 1940, αποτυπώνοντας τον ενθουσιασμό και το θάρρος με τα οποία οι κάτοικοι της πρωτεύουσας ανταποκρίνονταν στις νίκες του ελληνικού στρατού στα βουνά της Αλβανίας, αλλά και, υπόρρητα αυτό, τους φόβους και τις αμφιβολίες για το άδηλο μέλλον.
Με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου, στο θέατρο Ολύμπια, το Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», παρουσιάζεται μια από τις δημοφιλέστερες πολεμικές επιθεωρήσεις της εποχής, το «Μπράβο Κολονέλο», σε κείμενα Αλέκου Σακελλάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη και μουσική Θεόφραστου Σακελλαρίδη, που περιλαμβάνει μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια που έχουν ταυτιστεί με την ίδια την εθνική επέτειο, όπως τα «Κορόιδο Μουσολίνι», «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» κ.ά.
Το «Μπράβο Κολονέλο» είχε ανέβει στο Θέατρο «Αλίκη» –το μετέπειτα θέατρο «Μουσούρη»– και συμμετείχαν δημοφιλείς ηθοποιοί του μουσικού θεάτρου της εποχής, όπως οι Ορέστης Μακρής, Κυριάκος Μαυρέας, Μαρίκα Κρεβατά, Κώστας Δούκας και Μαρίκα Νέζερ. Το 1979, μια εκδοχή της παρουσιάστηκε στην τηλεόραση της ΕΡΤ, σε επιμέλεια του Αλέκου Σακελλάριου και του Γιώργου Κατσαρού, με τη συμμετοχή καλλιτεχνών όπως οι Άννα Καλουτά, Γιάννης Γκιωνάκης, Γιάννης Βογιατζής και Γιάννης Πάριος κ.ά.
Η σημερινή παράσταση, που παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία το 2025 στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη, αναβιώνει μέσα από τη νέα ενορχήστρωση του μαέστρου της Χορωδίας της ΕΡΤ, Μιχάλη Παπαπέτρου, ενώ ερμηνεύει η Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ υπό τη μουσική διεύθυνσή του. Το σκηνικό και τα κοστούμια υπογράφει η Αλεξία Θεοδωράκη, την κινησιολογική επιμέλεια έχει ο Φώτης Διαμαντόπουλος και τον σχεδιασμό φωτισμών ο Χρήστος Τζιόγκας. Επιστημονικοί σύμβουλοι της παραγωγής είναι οι Κατερίνα Καρρά και Απόστολος Πούλιος. Ερμηνεύουν οι: Θανάσης Αλευράς, Γιώργος Γλάστρας, Ελένη Καλένος, Ραφαήλ Κριτούλης, Αριάδνη Μερσινιά, Λυδία Φωτοπούλου και Γαλήνη Χατζηπασχάλη.

Φωτογραφία: Βαλέρια Ισαεβα
Με την ευκαιρία των παραστάσεων στο Θέατρο Ολύμπια, ζητήσαμε από τον σκηνοθέτη Αλέξανδρο Ευκλείδη, καθηγητή στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, να μας μιλήσει για τον τρόπου με τον οποίο προσέγγισε το υλικό που είχε στα χέρια του και ποιες δυσκολίες συνάντησε, αυτός και οι συνεργάτες του, στην αναβίωση μιας, σε ένα βαθμό χαμένης, επιθεώρησης.

Αλέξανδρος Ευκλείδης, φωτογραφία: Γιώργος Καλκανιδης
Η επιθεώρηση, μαζί με την οπερέτα, ήταν τα δύο αδελφά είδη που επικράτησαν, κατά τρόπο ασύλληπτο για τα σημερινά θεατρικά δεδομένα, στη μεσοπολεμική θεατρική ζωή. Από τα δύο είδη γνωρίζουμε σήμερα τραγούδια και ανέκδοτα, αλλά πολύ λίγα για την παρουσία τους στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τη συμβολή τους στη διαμόρφωση των στάσεων και των ιδεολογιών, αλλά και τη λειτουργία τους στο πλαίσιο κρίσιμων συγκυριών. Το ελαφρό μουσικό θέατρο, που υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη εγχώρια μορφή σκηνικής τέχνης του 20ού αιώνα, έχει σήμερα περάσει στη λήθη, κάτι που ισχύει, βεβαίως, για το είδος και σε διεθνές επίπεδο. Μηχανισμοί διατήρησης της ιστορικής μνήμης υπάρχουν κυρίως για τις υψηλές μορφές τέχνης.
Τα τελευταία χρόνια, βεβαίως, υπάρχει μια διεθνής τάση επιστροφής στα «ελάσσονα» είδη θεατρικής δραστηριότητας και μελέτης τους με σοβαρότερα μεθοδολογικά εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτή και η δική μας επιστροφή στο αποσπασματικό υλικό μιας επιθεώρησης του 1940: ξεκίνησε από ένα γνήσιο ενδιαφέρον και μια ακαδημαϊκά ενημερωμένη τριβή με το είδος. Αν και αξιοποιήσαμε ένα υλικό που συνδέεται με μια ιστορικά και ιδεολογικά φορτισμένη στιγμή της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το συγκεκριμένο υλικό είναι από τα ελάχιστα που, ακριβώς λόγω του πλαισίου, κρίθηκε άξιο να διατηρηθεί. Αν ο ίδιος ο Σακελλάριος δεν αποφάσιζε να αναβιώσει για μια ραδιοφωνική και, αργότερα, για μια τηλεοπτική εκπομπή ό,τι υλικό είχε στη διάθεσή του και ό,τι θυμόταν, θα ήταν αδύνατο να ανασυστήσουμε (σε καμία περίπτωση πιστά) κάτι που να πλησιάζει στην εμπειρία μιας επιθεώρησης της εποχής.
Με ποιον τρόπο προχωρήσατε στην ανασύσταση του «Μπράβο Κολονέλο»; Το κείμενο είχε διασωθεί; Πώς δουλέψατε σε αυτή την κατεύθυνση;Το ελαφρό μουσικό θέατρο σήμερα έχει περάσει στη λήθη
Ελάχιστες επιθεωρήσεις έχουν σωθεί ολόκληρες. Άλλωστε, το τι σημαίνει «ολόκληρη» επιθεώρηση είναι κάτι πολύ σχετικό. Τα νούμερα άλλαζαν πολύ συχνά, ακολουθώντας τις πολιτικές εξελίξεις, αλλά και την αποδοχή της πλατείας. Δεν υπάρχει ένα επιθεωρησιακό Urtext το οποίο χρειαζόταν να βρούμε. Το Μπράβο Κολονέλο σώζεται αποσπασματικά. Στην πραγματικότητα, αυτό που βλέπετε είναι ένα συμπίλημα δύο πολεμικών επιθεωρήσεων των ίδιων δημιουργών (Σακελλάριου, Ευαγγελίδη, Σακελλαρίδη) που παρουσιάστηκαν διαδοχικά στο θέατρο Αλίκη τον χειμώνα της περιόδου 1940-41: του Μπράβο Κολονέλο και του Φινίτα λα μούζικα. Κρατήσαμε όλο το υλικό που είχαμε διαθέσιμο και προσπαθήσαμε να το παρουσιάσουμε λίγο-πολύ με τη λογική της εποχής (γνωρίζαμε από τα προγράμματα τη σειρά των νούμερων). Ως προς τη μουσική, είχαμε την τύχη στη συγκεκριμένη επιθεώρηση τα περισσότερα τραγούδια να έχουν διασωθεί εξαιτίας της δημοφιλίας που απέκτησαν. Ωστόσο, δανειστήκαμε τραγούδια και από άλλες πολεμικές επιθεωρήσεις της εποχής – κάτι απολύτως νόμιμο, καθώς σχεδόν με βεβαιότητα το έκαναν και οι καλλιτέχνες της εποχής. Μας ενδιέφερε να κρατήσουμε τη μουσική αισθητική της εποχής και ο Μιχάλης Παπαπέτρου ενορχήστρωσε το μουσικό υλικό με μια κατά βάση ιστορική λογική (αν και είναι βέβαιο πως η ορχήστρα τότε ήταν πολύ πιο φτωχή, λόγω και των έκτακτων συνθηκών).

Μπράβο Κολονέλο, φωτογραφία: Βαλέρια Ισαεβα
Η επιθεώρηση είναι “πειραγμένο” είδος από μόνο του. Εμείς κάναμε τις λιγότερες δυνατές παρεμβάσεις, ωστόσο η έννοια του πρωτοτύπου δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Η δομή του έργου, όπως το ανασυστήσαμε, έχει σαφώς ιστορικά ορθή μορφή και η λογική πίσω από τις επιλογές μας (από την διανομή μέχρι τη σκηνογραφία ή την ενορχήστρωση) είναι ιστορικά ενημερωμένη. Ο στόχος δεν ήταν μια πιστή αναπαραγωγή (που θα ήταν άλλωστε αδύνατη) της εμπειρίας του θεατή του 1940. Θέλαμε, όμως, οπωσδήποτε να αποφύγουμε κάθε είδους νοσταλγική ή πατριωτική λογική, κάθε λογική θεάματος για το μεγάλο κοινό που βασίζεται σε εκ των υστέρων αναγνώσεις του υλικού. Αυτό που προσωπικά με συγκίνησε στο υλικό ήταν το ότι επιτρέπει στον θεατή να μπει για λίγο στη θέση των αντίστοιχων θεατών του χειμώνα του 1940, καθώς βλέπουν με αγωνία την επέλαση της ιστορίας, αλλά νιώθουν ακόμη ελπίδα, ομόνοια, φόβο, αλλά και περηφάνεια. Ξέροντας τι επακολούθησε, η ματιά αυτή στην ιστορική συγκυρία αφήνει μια πικρή γεύση.
Πώς προσλαμβάνει την παράσταση μιας τέτοιας επιθεώρησης το σημερινό κοινό;Στο “Μπράβο Κολονέλο” συνυπάρχει, μαζί με τον πατριωτισμό, ο αντιφασισμός, ο πασιφισμός και, κυρίως, ένα αίσθημα εθνικής ενότητας
Είναι γνωστή η ελληνική ιδιαιτερότητα να γιορτάζουμε την αρχή και όχι το τέλος της εμπλοκής της χώρας μας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καθώς η 28η Οκτωβρίου έγινε ένας τόπος μνήμης που καθορίστηκε κυρίως από την εθνικόφρονα παράταξη, έχουμε επενδύσει τον εορτασμό της με συγκεκριμένες ιδεολογικές και αισθητικές συνδηλώσεις. Ωστόσο, στο Μπράβο Κολονέλο συνυπάρχει, μαζί με τον πατριωτισμό, ο αντιφασισμός, ο πασιφισμός και, κυρίως, ένα αίσθημα εθνικής ενότητας που ήταν ακόμη εφικτό. Ένα δίστιχο από το νούμερο «Κοσμική κίνησις» με συγκινεί ιδιαίτερα: «Ίδιο λοιπόν μερίδιο σε όλους μας ανήκει / Και ίσια θα μοιράσουμε στο τέλος και τη νίκη!».
Για μένα ο θεατής μπορεί να δει ταυτόχρονα μια άλλη εκδοχή της 28ης, χωρίς τα επιθέματα εθνικοφροσύνης με τα οποία έχουμε μάθει να την βλέπουμε, αλλά και μια στιγμή κατά την οποία ο Εμφύλιος δεν ήταν ακόμη αναπόφευκτος, όπου μια δίκαιη κοινωνία φάνταζε, εν μέσω δικτατορίας και επέλασης των φασιστικών δυνάμεων, εφικτή.

Μπράβο Κολονέλο, φωτογραφία: Βαλέρια Ισαεβα
«Μπράβο Κολονέλο»