Άλλη μία εβδομάδα, άλλο ένα Stop Scrolling και, πριν βουτήξουμε στα γνωστά – δηλαδή θεσμικές αποτυχίες, αστυνομική βία και μια δικαιοσύνη που συνεχίζει να δοκιμάζει τις αντοχές μας – ας δώσουμε ένα λεπτό στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Όχι τόσο για την ταινία, όσο για τις αντιδράσεις γύρω από τη Λουπίτα Νιόνγκο που, για ακόμα μία φορά, μάς υπενθύμισαν πως το ίντερνετ μπορεί να κάνει viral οτιδήποτε… εκτός από την κοινή λογική.
Κατά τα άλλα, η πραγματική μας Οδύσσεια συνεχίζεται: ένας Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας που πέφτει θύμα Ρώσων φαρσέρ, ένας 20χρονος νεκρός μετά από αστυνομικά πυρά και μια δικαστική απόφαση που έρχεται να μάς θυμίσει πόσο δύσκολος παραμένει ο δρόμος προς τη δικαιοσύνη. Have a great weekend people!
Η ειρωνεία στην πολιτική συχνά ξεπερνά τη φαντασία των καλύτερων σεναριογράφων. Το να πέφτουν θύματα των Ρώσων φαρσέρ, Vovan και Lexus, ξένοι πρωθυπουργοί και βασιλιάδες είναι πλέον μια συνηθισμένη – αν και ντροπιαστική – γεωπολιτική ρουτίνα. Το να παγιδεύεται, όμως, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Έλληνα Πρωθυπουργού, αποτελεί το απόλυτο θεσμικό παράδοξο. Ο άνθρωπος που εκ του ρόλου του οφείλει να θωρακίζει τη χώρα από υβριδικές απειλές, έγινε ο ίδιος ο αδύναμος κρίκος μιας ερασιτεχνικής απάτης.
Οι δύο Ρώσοι «κωμικοί» –που στην πραγματικότητα λειτουργούν ως βραχίονας της προπαγάνδας του Κρεμλίνου– κατάφεραν να παρακάμψουν κάθε υποτυπώδες πρωτόκολλο ελέγχου. Ανοίγοντας μια κάμερα χωρίς καμία προηγούμενη ταυτοποίηση, ο Σύμβουλος βρέθηκε να αναλύει ευαίσθητα εθνικά και διπλωματικά ζητήματα, νομίζοντας ότι συνομιλεί με υψηλόβαθμο ξένο αξιωματούχο. Πίσω από το προφανές ρεζιλίκι, κρύβεται η βαθιά ανησυχητική διαπίστωση πως η κυβέρνηση επενδύει σταθερά σε ένα βαρύγδουπο αφήγημα περί «ψηφιακού κράτους» και «απόλυτης θωράκισης». Όμως, η κορυφή της πυραμίδας της εθνικής μας ασφάλειας αποδείχθηκε ευάλωτη στο πιο απλό εργαλείο κοινωνικής μηχανικής (social engineering): την πολιτική ματαιοδοξία του να μιλάς με τους «ισχυρούς».
Όταν το Μέγαρο Μαξίμου απαντά με τέτοια ευκολία σε fake κλήσεις, το πρόβλημα δεν είναι η ευφυΐα των χάκερ, αλλά η ερασιτεχνική χαλαρότητα των δικών μας. Αν η ασφάλεια της χώρας κρέμεται από το αν ένας σύμβουλος θα πατήσει «αποδοχή κλήσης» στο Zoom, τότε τα ψηφιακά μας οχυρά είναι απλώς μια ωραία μακέτα.
Η είδηση από τη Θεσσαλονίκη πως ένας 14χρονος κατηγορείται για τον βιασμό μιας 15χρονης, προκαλεί ένα βαθύ, παγωμένο μούδιασμα. Οι ηλικίες των εμπλεκομένων δεν αφήνουν περιθώρια για τις συνήθεις – δυστυχώς – αναλύσεις. Εδώ δεν μιλάμε απλώς για ένα ακόμα περιστατικό του αστυνομικού ρεπορτάζ, αλλά για το σημείο μηδέν της κοινωνικής μας αποτυχίας.
Το γεγονός ότι η βαριά έμφυλη βία έχει μετατοπιστεί πλέον βαθιά μέσα στα γυμνάσια δεν αποτελεί ένα τυχαίο, μεμονωμένο ξέσπασμα. Είναι το άμεσο σύμπτωμα μιας πραγματικότητας όπου η τοξική αρρενωπότητα, η αντικειμενοποίηση του άλλου και η κουλτούρα του βιασμού καταναλώνονται καθημερινά από ανηλίκους μέσα από μια οθόνη, χωρίς κανένα φίλτρο. Όταν η πρώτη επαφή με τη σεξουαλικότητα διαστρεβλώνεται μέσα από την ανεξέλεγκτη βία, η έννοια της συναίνεσης διαγράφεται πριν καν προλάβει να διαμορφωθεί.
Το να στεκόμαστε απλώς αμήχανοι μπροστά στις οθόνες μας είναι υποκριτικό. Η συζήτηση πρέπει να μεταφερθεί επειγόντως εκεί που γεννιέται το πρόβλημα: στα σπίτια που αποφεύγουν τις «δύσκολες» συζητήσεις και σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αρνείται πεισματικά να εντάξει τη σεξουαλική αγωγή, τον σεβασμό και τα όρια στον πυρήνα του. Ένας 14χρονος, ούτε καν έφηβος, κατηγορείται πως βίασε μία σχεδόν συνομήλικη του και βιντεοσκόπησε την πράξη, και αυτό δεν προέκυψε από το πουθενά. Είναι το προϊόν μιας κοινωνίας που επιλέγει να κοιτάζει αλλού, μέχρι η βία να βρει τον δρόμο προς τα παιδιά της.
Τα ξημερώματα της 8ης Ιουλίου 2026 στο Άργος, ένας αστυνομικός έλεγχος μετατράπηκε σε μια ακόμη αιματηρή καταδίωξη. Ο απολογισμός; Ένας 20χρονος νέος στο ΚΑΤ, κλινικά νεκρός, έχοντας δεχθεί σφαίρες στο κεφάλι. Η επίσημη εκδοχή της ΕΛ.ΑΣ. περιγράφει έναν οδηγό που δεν σταμάτησε σε έλεγχο, εμβόλισε περιπολικά και προσπάθησε να διαφύγει πηδώντας έναν μαντρότοιχο. Η εκδοχή της μητέρας του περιγράφει ένα παιδί στο φάσμα του αυτισμού, με 89% αναπηρία, που απλώς πανικοβλήθηκε. Οι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ –που πλέον κατηγορούνται για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο– επιμένουν στο γνωστό αφήγημα των βολών στον αέρα. Οι τρύπες στον τοίχο, στο ύψος του κεφαλιού, τους διαψεύδουν.
Πόσες «προειδοποιητικές βολές» χρειάζονται για να σταματήσεις έναν πεζό που τρέχει; Πότε ακριβώς η απείθεια σε έναν έλεγχο —ακόμα και η επικίνδυνη οδήγηση— εξισώθηκε με θανατική ποινή που εκτελείται συνοπτικά στον δρόμο;
Το περιστατικό στο Άργος δεν είναι απλώς «επιχειρησιακό λάθος». Είναι το σύμπτωμα μιας επικίνδυνης αστυνομικής κουλτούρας που νιώθει ελεύθερη να αδειάζει γεμιστήρες σε κατοικημένες περιοχές, σίγουρη για τη θεσμική ασυλία της. Αν ένας 20χρονος στο φάσμα του αυτισμού, που προσπαθεί να πηδήξει έναν μαντρότοιχο, αντιμετωπίζεται ως απειλή που εξουδετερώνεται με σφαίρες στο κεφάλι, το κράτος δικαίου έχει ήδη ηττηθεί.
Δύο ένοχοι, ένας αθώος και μια εισαγγελική πρόταση που μας έφερε αντιμέτωπους με τον θεσμικό μεσαίωνα – again. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών ανακοίνωσε την απόφασή του για τον βιασμό της 19χρονης μέσα στο Α.Τ. Ομονοίας: οι δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν κατά πλειοψηφία για βιασμό από κοινού χωρίς συναίνεση, με τον έναν να κρίνεται ένοχος και για την κρυφή βιντεοσκόπηση της πράξης. Ο τρίτος, κατηγορούμενος για συνέργεια, αθωώθηκε.
Τα πραγματικά περιστατικά σοκάρουν, και σε προηγούμενα Stop Scrolling έχουμε αναλύσει εκτενέστερα το θέμα, όμως εξίσου ανατριχιαστική ήταν η στάση της εισαγγελίας λίγα εικοσιτετράωρα πριν την ετυμηγορία. Η καταδίκη ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με την εισαγγελική πρόταση, η οποία ζητούσε την αθώωση, υιοθετώντας το εξοργιστικό και επικίνδυνο αφήγημα του «δεν φώναξε, άρα συναίνεσε». Αντί να αναγνωρίσει την ακραία ανισορροπία ισχύος, η εισαγγελική έδρα απαίτησε το στερεότυπο του θύματος που παλεύει σώμα με σώμα με τους κακοποιητές του. Αγνόησε επιδεικτικά τη σωματική αντίδραση του «παγώματος» (freeze) μπροστά στον τρόμο. Πώς ακριβώς «φωνάζεις» όταν είσαι εγκλωβισμένη σε ένα αστυνομικό τμήμα, περικυκλωμένη από οπλισμένους εκπροσώπους του νόμου;
Η πρόταση της εισαγγελέως δεν ήταν απλώς μια νομική αστοχία· ήταν μια θεσμική τύφλωση που κινδύνευσε να νομιμοποιήσει τον φόβο ως συγκατάθεση. Ευτυχώς, οι δικαστές και οι ένορκοι απέρριψαν αυτό το σκεπτικό, διασώζοντας ό,τι απέμεινε από την αξιοπιστία της δικαιοσύνης. Η απόφαση υπενθυμίζει πως ο τρόμος μπροστά στην ένστολη εξουσία δεν βαφτίζεται συναίνεση και η απουσία αντίστασης δεν αποτελεί πρόσκληση.