«Δεν είχε κάνει άλλο τίποτε, μηδέ να υπηρετεί τους άλλους». Η μαυροντυμένη φιγούρα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, σκιαγραφεί με τα ελάχιστα λόγια την ταυτότητα της θείας Χαδούλας, «της λεγόμενης Φραγκογιαννούς», καθώς παίρνει τη θέση της στο φωτισμένο αναλόγιο, στο άκρο της σκηνής του Εθνικού Θεάτρου.
Όπως στο άκρο ενός γκρεμού θα σταθεί η ηρωίδα της στο τέλος της παράστασης. Οι 13 μουσικοί της Ergon Ensemble απελευθερώνουν αόριστους ήχους «ζεστάματος», μέχρι το κάλεσμα του αρχιμουσικού Μάρκελλου Χρυσικόπουλου να τροφοδοτήσει όλη την ομάδα για την εκκίνηση της νέας εκδοχής της «Φόνισσας».

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Γιώργος Κουμεντάκης και Μάρκελλος Χρυσικόπουλος.
Θα πίστευε κανείς πως η διασκευή της όπερας του Γιώργου Κουμεντάκη σε μελόδραμα, χωρίς τα λυρικά του μέρη και με την συμπύκνωση της παπαδιαμάντιας νουβέλας στις στυγερές πράξεις της «Φόνισσας» (από τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο), δεν θα αρκούσαν να αποδώσουν την ψυχή του έργου. Κι όμως. Επί της Κεντρικής Σκηνής του Τσίλλερ, όπου και ο κλειστός χώρος εξυπηρετεί την πύκνωση, την προσήλωση στην παρακολούθηση του θεάματος, συντελείται η «ανάσταση» ενός προσώπου, μιας σκληρής εποχής και μιας βίαιης κοινωνίας, όπου η αίσθηση του «ανώφελου βίου», ειδικά για τις γυναίκες, είναι ισοπεδωτική. «Θεέ μου, γιατί να έρθει στον κόσμο κι αυτό», ψελλίζει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, αποδίδοντας τη δυσθυμία της Φραγκογιαννούς για την άδικη τύχη των κοριτσιών, ακόμα κι αν ένα από αυτά είναι το νεογέννητο εγγόνι της. Η καταπίεση που η ίδια έχει βιώσει από παιδούλα ως τα σήμερα, γηραιά γυναίκα, η αίσθηση πως καμιά χαρά δεν φύλαξε η ζωή για εκείνη παρά μόνο τη «δουλεία», η δυσφορία της για τα χρόνια που λειτούργησε ως παιδοποιητική μηχανή – και δη «κορασίων» – οδηγεί το νου σε παραλήρημα. «Να μην σηκώνονται, να μην πάνε παραπάνω» επιθυμεί για τα μωρά που γεννιούνται αν δεν είναι αγόρια – απόδειξη πως ναι, «έχει ψηλώσει ο νους της».
Ο δεσμός της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη με την Φραγκογιαννού και το, ανέγγιχτο από το χρόνο, ιδίωμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, είναι ορατό από τις πρώτες φράσεις. Η ερμηνεία της ως κινηματογραφική «Φόνισσα» (σε σκηνοθεσία της Εύας Νάθενα) την τοποθετεί πλέον σε μια βιωματική σχέση με το πρόσωπο, εξόχως εσωτερική. Η φωνή της όταν ερμηνεύει τη Χαδούλα έχει την ψυχρότητα, την ακαμψία και το σπηλαιώδες ηχόχρωμα μιας ύπαρξης που έχει επιστρέψει στα άγρια ένστικτα του για αποκαταστήσει την, κατά θεώρηση του, αδικία. Οι εκφράσεις της καθώς δοκιμάζει να περιγράψει τις «απερίγραπτες» πράξεις της γυναίκας, τον διαδοχικό πνιγμό μικρών κοριτσιών, ζωντανεύουν για δευτερόλεπτα μοτίβα από τους πίνακες του Μουνκ και του Γκόγια πάνω στο πρόσωπο της. Τα ουρλιαχτά της οδύνης και του φόβου, χτυπούν απευθείας στην καρδιά, ως ο ήχος του ψυχολογικού της εφιάλτη.
Διαρκείς μεταπτώσεις
Και δεν είναι μόνο η Φραγκογιαννού. Η Καραμπέτη διατρέχει διασκευασμένο μεν, αλλά στο σύνολο του το χρονικό του έργου: περνά δηλαδή μέσα από τα πρόσωπα της σκιαθίτικης πραγματικότητας: γίνεται η κόρη, ο αγρότης, η «παιδίσκη» που θα πέσει νεκρή στο νερό από το χέρι της, ο βοσκός. Γίνεται η φωνή του Παπαδιαμάντη, η φωνή του αφηγητή σε αυτό το αβυσσαλέο ψυχογράφημα∙ και το πράττει με στρατιωτική χρονική ακρίβεια. Ανταποκρινόμενη σε κάθε νεύμα του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου, παρακολουθώντας κάθε μουσική κορύφωση, έτοιμη για διαρκείς φωνητικές μεταπτώσεις, από τη μαλακή αφήγηση έως το πυρετικό ύψος.
Μέχρι που η φωνή της θα γίνει το μοναδικό «όργανο» που ηχεί, καθώς οι Ergon Enseble σωπαίνουν. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη γίνεται η ερμηνευτική επαλήθευση πως ο λόγος – και δη ένας λόγος σπάνιου συγγραφικού κύρους, όπως αυτός του Παπαδιαμάντη – μπορεί να αποτελέσει ένα καθηλωτικό τελετουργικό αλληλουχίας λέξεων, νοημάτων, συναισθημάτων που πλημμυρίζουν τους πνεύμονες, όπως το θαλασσινό νερό πλημμυρίζει τα πνευμόνια της Φραγκογιαννούς, γράφοντας το τραγικό της τέλος.
Υποδειγματική συλλειτουργίαΣε αυτή την, έμπλεη συναισθημάτων, απόδοση της «Φόνισσας», η συλλειτουργία των συντελεστών είναι υποδειγματική. Τα παλλόμενα δάχτυλα του Μάρκελλου Χρυσικόπουλoυ ως συνθηματικό για την ενεργοποίηση της αφήγησης, η προσήλωση των μουσικών πάνω του και το ‘άγγιγμα’ τους πάνω στο λόγο, η τέλεια σύμπνοια των δύο περιοχών ερμηνείας – υποκριτικής και μουσικής – συντελούν σε ένα θέαμα στα όρια της εμπειρίας, που αναδεικνύει εξίσου τις δυναμικές πολλών τεχνών: της λογοτεχνίας, του θεάτρου, της μουσικής.

Το σχήμα Ergon Ensemble.
Η πρώτη νέα παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου για φέτος – σε συμπαραγωγή με την Εθνική Λυρική Σκηνή – ανταποκρίνεται, παρά το μικρό κύκλο της, σε ποικίλα ερεθίσματα επικοινωνίας με το κοινό, διευρύνοντας λίγο ακόμα την παραστατική του γλώσσα. Αξίζει να έχει συνέχεια, πλούσια συνέχεια. Και, γιατί όχι, προλογίζοντας μια ακόμα συνάντηση της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη με τη «Φόνισσα»∙ ίσως αυτή τη φορά μέσα σε μια γνήσια θεατρική φόρμα.