Η θέση σου στην πλατεία της Στέγης έχει όνομα και αριθμό. Από την στιγμή που θα καθίσεις σε αυτήν, η ταυτότητα της, ίσως και η δική σου, θα ακυρωθεί. Θα γίνεις μια ασπρόμαυρη σκιά που καθρεφτίζεται στην οθόνη από θερμικές κάμερες και ελάχιστα ίχνη θα σε διακρίνουν από τον διπλανό σου. Θα γίνεις ένα ίχνος σε έναν «άπειρο αριθμό πιθανοτήτων». Αυτό είναι το «Oracle»: ένα παιχνίδι που παίζεται στην πιο άγρια φαντασία σου, στη μεγαλύτερη άγνοια σου, ένα παιχνίδι με αρχή, χωρίς τέλος και χωρίς κανόνες. Και είναι η νέα, κοινή πραγματικότητα.
Ο Πολωνός σκηνοθέτης Λούκας Τβαρκόφσκι έχει αποφασίσει να ακονίσει όλες τις σκηνικές δυνατότητες που έχει, σε έναν παραστατικό κόσμο αδιανόητης πολυπλοκότητας, αφού εξάλλου, έχει εισβάλλει στην εποχή της πληροφορίας. Η μάλλον το αντίστροφο: η εποχή της πληροφορίας έχει εισβάλλει σε κάθε ανθρώπινη λειτουργία, ακόμα και σε μια από τις αρχαιότερες, τη θεατρική. Και αυτή η εποχή, την οποία ζούμε στην ακρότητα της, κατακλύζεται από το ανεξάντλητο.
Αν υποθέσουμε ότι ο Τβαρκόφσκι επιχειρεί μια χειρονομία προσέγγισης στην ραγδαία εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, η κατανόηση της δεν είναι καθόλου δεδομένη. Όπως ο εγκέφαλος της μηχανής Bombe είναι πιο γρήγορος από τον εγκέφαλο του δημιουργού της – του Βρετανού μαθηματικού Άλαν Τούρινγκ – έτσι και κάθε μελλοντική ΑΙ κατασκευή θα προπορεύεται από την «αναλογική» ανθρώπινη σκέψη. Με την παραδοχή ότι το ανθρώπινο είδος σηματοδοτεί πια ένα πεπερασμένο είδος στο παρόν του, ο σκηνοθέτης πιάνει το νήμα από το παρελθόν, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το μέλλον του έχει, ερήμην, προβλεφθεί.

Σκηνή με τους Κλαβς Κρίσταπς Κόσινς και Καταρζίνα Οσίρπουκ.
Σε αυτόν τον ακατάσχετο χρόνο, εκτυλίσσεται και η παράσταση του: η χρονική συνθήκη καταλύεται, οι ήρωες της παράστασης έρχονται από τον 20ο και 21ο αιώνα, έρχονται από τη στρατιωτική βάση του Μπλέτσλι Παρκ το 1941, από τα κινηματογραφικά στούντιο του Χόλυγουντ στα τέλη των 50s, από τα γραφεία της Google των 2020s και από το στρογγυλό τραπέζι μιας πνευματίστριας στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήρωες που συνομιλούν όχι ως μόνο ως υπάρξεις, αλλά ως οντότητες data σε ένα στρόβιλο διαρκούς μετάβασης που εκβάλει με βία στο άγνωστο αύριο. «Η AI είναι τόσο επικίνδυνη όσο ένα πυρηνικό όπλο. Και είναι εδώ όχι για να διαμορφώσει, αλλά για να καταστρέψει τον κόσμο», προειδοποιεί ο Μπλέικ Λεμόϊν, ο Αμερικανός μηχανικός λογισμικού – που το 2022 δήλωσε δημόσια πως τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν ήδη αποκτήσει συνείδηση.
Είναι ένας από τους τέσσερις κεντρικούς πυλώνες αφήγησης, μαζί με την Χολυγουντιανή σταρ Χέντι Λαμάρ – λιγότερo γνωστή για τη συμβολή της στις εφευρέσεις της ασύρματης τεχνολογίας – την Σκωτσέζα πνευματίστρια Έλεν Ντάνκαν που συνδέθηκε με συνεδρίες οι οποίες αποκάλυπταν ήττες των Συμμάχων πριν ανακοινωθούν, και φυσικά, τον Άλαν Τούρινγκ την εμβληματική, πατρική φυσιογνωμία της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η ηθοποιός Βίτα Βάρπινα στο ρόλο της Χέντι Λαμάρ.
Στην παράσταση του «Oracle» κανένας δεν αποκτά τον όγκο ενός τυπικού θεατρικού ήρωα, αλλά πρεσβεύει τη φωνή ενός ακόμα διατυπωμένου ερωτήματος προς την κατανόηση μιας πραγματικότητας που τους (και μας) ξεπερνά. Ο Τβαρκόβσκι δεν κάνει θέατρο χαρακτήρων και ηθοποιών, ένα θέατρο γραμμικής αφήγησης ή τυπικών μέσων – έχουμε, εξάλλου, εξοικειωθεί με την πρακτική του και από το «Rothko».Οι ηθοποιοί του είναι οι μηχανές που θα θέσουν τις προβληματικές και τα ερωτήματα. Η γλώσσα του είναι άναρχη – με την έννοια του απόλυτα οργανωμένου χάους – πολύπλοκη και πολυμεσική, μια γλώσσα που βομβαρδίζει με διαρκή ερεθίσματα, διψώντας για απαντήσεις. Η θεματική της τεχνολογίας και της επιστήμης δεν θα μπορούσε να είναι ιδανικότερο πεδίο άσκησης όλων αυτών των νέων θεατρικών γλωσσότυπων που στο «Oracle» έχουν μια εντυπωσιακή σκηνική μετάφραση.
Από την βραδύτητα στην τρελή ταχύτηταLive κινηματογράφιση που διεισδύει στη σκηνική δράση και μεγεθύνει τις ερμηνείες. Παράλληλες κινηματογραφίσεις που συνομιλούν σε μια τέλεια ροή, καταλαμβάνοντας όλο τον «θεατρικό χώρο». Σκηνικά που συντίθενται και ανασυντίθενται, καθώς κινούνται σε μια λογική χορογραφίας, εκφραστές κι αυτά μιας «τέλειας μηχανής». Θερμικές, παραμορφωτικές κάμερες που εστιάζουν στα πρόσωπα των ηθοποιών, αναμεταδίδοντας μια αίσθηση δυστοπίας που τους κυκλώνει από παντού. Φωτισμοί σε όλες τις χωρικές διαστάσεις που φτάνουν να δημιουργούν ένα περιβάλλον χωροχρονικής διάστασης: πυρηνικό ζητούμενο της παράστασης. Αλλά και μικρά, ταπεινά διαλείμματα θεατρικού ρεαλισμού ή υπερεαλισμού, όπου ο χρόνος διαστέλλεται όπως στα όνειρα – αφού το «Oracle» αγγίζει το όνειρο για να κορυφωθεί σε εφιάλτη. Ο Τβαρκόβσκι ρίχνει τον θεατή του από την αργή, υπνωτιστική και, συχνά, κουραστική αφήγηση σε ένα ρόλερ κόστερ ψηφιακών ταχυτήτων και εργαλείων που δυναμιτίζουν όλες τις αισθήσεις. Μα αυτός, εξάλλου, δεν είναι ο κόσμος στον οποίο πασχίζουμε να ζήσουμε; Μια κοπιώδης προσπάθεια που έχει ανάγκη από ψήγματα ποίησης και μια πιο απελπισμένη ανάγκη κατανόησης των συμβάντων, μέχρι τις εκρήξεις χάους, βίας, πολέμων μέσα στο αινιγματικό τώρα και το ακόμα πιο άρρητο αύριο;

H Λόλα Καβένσκι στο ρόλο της Τζόαν Κλαρκ.
Είναι εξόχως απαιτητικό το θέατρο του Λούκας Τβαρκόφσκι. Ως υπερσύγχρονο έπος, ζητάει από τον θεατή όλη του τη ενέργεια, ανοιχτές όλες του τις αισθήσεις – ακόμα κι αν αυτές τις δοκιμάζει μέσα σε συνθήκες βασανιστικής βραδύτητας. Μα περισσότερο του ζητάει να επεξεργαστεί τα δεδομένα που του προσφέρει η παράσταση από τη θέση της ανθρώπινης μηχανής. Του ζητάει να ερμηνεύσει. «Οι άνθρωποι είναι η απειλή, όχι η Μηχανή», ακούγεται προς το τέλος της τετράωρης παράστασης. Και είναι μια από τις ελάχιστες βεβαιότητες που περιλαμβάνει η δραματουργία, μέσα σε ένα πλαίσιο θεμελιωδών αποριών. Μήπως, λοιπόν, πριν επιδοθούμε στον αγώνα κατανόησης, φόβου, απώθησης και ελέγχου της Τεχνητής Νοημοσύνης, να μπούμε στο παιχνίδι της αυτοαναρώτησης, του σοφόκλειου, οιδιπόδειου ερωτήματος «ποιος είμαι;». Μήπως, η αποκωδικοποίηση του enigma ξεκινάει από εμάς; Τότε, ίσως, αντιμετωπίσουμε το «Oracle» – παρά τα άφθoνα ψηφιακά του gadget – ως μια τραγωδία της τεχνολογίας και την τρέχουσα ιστορική συνθήκη ως μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.