“Ένα μωσαϊκό από ρετάλια”. Έτσι θα μπορούσε κανείς να περιγράψει την νέα ταινία – ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή, “Πρόγονοι”, που παρουσιάστηκε στις 23 Ιουνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Η προβολή πραγματοποιήθηκε στον πλέον κατάλληλο χώρο, εκείνον της βιομηχανικής Πειραιώς 260, που φέτος γιορτάζει 20 χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας. Το κοινό είχε φτάσει από νωρίς στον Χώρο Δ, παίρνοντας θέση σε μία από τις ατελείωτες καρέκλες σκηνοθέτη της αίθουσας, μέχρι να ξεκινήσει η “εν μέρει αυτοβιογραφική” ταινία της Εύας Στεφανή, που περιγράφεται ως “κιβωτός θραυσμάτων από ημιτελές ιστορίες και ασύνδετες φαινομενικά στιγμές που κινηματογραφήθηκαν μέσα σε διάστημα τριάντα ετών”.
Πράγματι, η σκηνοθέτρια δημιούργησε αυτό το ιδιότυπο σινεμά που μόνο εκείνη ξέρει να κάνει. Ένα κολάζ στιγμών, μια παρατήρηση ανθρώπων από το 1995 μέχρι και σήμερα.
Βασικός άξονας της ταινίας και ένα πρόσωπο που επανέρχεται, είναι ο πατέρας της σκηνοθέτριας και μια συζήτησή τους, στην οποία μεταξύ άλλων τον ρωτά “αν υπάρχει ψυχή”. Γι’ αυτό και το ντοκιμαντέρ χαρακτηρίζεται “σχεδόν αυτοβιογραφικό”, με την ίδια επίσης να εμφανίζεται αρκετές φορές είτε μπροστά στην κάμερα, είτε με voiceover.
Τα πρόσωπα
Θα μπορούσε κανείς να μπερδευτεί με τους χαρακτήρες που βλέπει στην ταινία. Είναι πολλοί, είναι περίεργοι και φαινομενικά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Από τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Λάκη Παπαστάθη μέχρι την Δήμητρα, ιδιοκτήτρια του θρυλικού μπορντέλου «Έλλη», και την Καίτη, την νεράιδα της Αθήνας που κουρεύει στον δρόμο όλους τους άστεγους της οδού Αθηνάς, οι “πρωταγωνιστές” είναι πράγματι πολλοί και διαφορετικοί.
Αυτό που τους συνδέει είναι η σχέση που έχουν με την σκηνοθέτρια. Η ταινία καταφέρνει και αποτυπώνει, χωρίς να προσπαθεί πολύ, τη σύνδεση της Στεφανή με τους χαρακτήρες, ενώ την ίδια στιγμή χαρτογραφεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής της, αλλά και της ίδιας της Αθήνας. Κάποια πρόσωπα μάς είναι γνωστά – όπως φυσικά ο Σαββόπουλος, η Όλια Λαζαρίδου, ο Γιώργος Βέλτσος, ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Άλλους τους βλέπουμε στην οθόνη και δεν θα τους ξαναδούμε, όπως ο θείος Νώντας – που δεν είναι ακριβώς θείος, αλλά τον φωνάζουν έτσι.
Ο χρόνος
Στην ταινία δεν υπάρχει χρονικό πλαίσιο. Θραύσματα του χθες και του σήμερα αναμειγνύονται τόσο όμορφα που σχεδόν δεν συνειδητοποιείς την χρονολογική σειρά των σκηνών. Κάποια παλιά φιλμ μπλέκονται ανάμεσα στα πλάνα, ενώ το πρώτο και τελευταίο πλάνο της ταινίας φαίνεται να έχει γυριστεί με κινητό. Ο μόνος τρόπος, για να καταλάβεις το χρονικό πλαίσιο, είναι η διαφορά στην ανάλυση της κάμερας ή τα πλάνα που συνδέονται με την επικαιρότητα, για παράδειγμα εκείνα από μία πορεία για την Παλαιστίνη. Άνθρωποι του παρελθόντος και συζητήσεις του μέλλοντος. Κυρίες που ξεφυλλίζουν νοσταλγικά ένα παιδικό φωτογραφικό άλμπουμ και ένας ταξιτζής που παίζει μπαγλαμαδάκι όσο οδηγάει. Η ταινία έχει κάτι πολύ νοσταλγικό, χωρίς απαραίτητα να μιλάει για κάτι παρελθοντικό και περασμένο.
Παράλληλα, σκηνές από ένα σπίτι διακόπτουν την ροή των προσώπων. Ένα σπίτι ξεχασμένο και ερειπωμένο. Ίσως και κατεστραμμένο, αλλά αυτό δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ. Απομεινάρια μια ζωής, κάποια ξεχασμένα έπιπλα, φάκελοι με έγγραφα και βιβλία.
Ακόμα δεν έχω καταλάβει τι σημαίνει αυτό το σπίτι και η επίσκεψη σε αυτό, αλλά ξέρω ότι στον κόσμο της Εύας Στεφανή δεν χρειάζεται να βγάζουν όλα νόημα. Κάτι μεταξύ πραγματικότητας και μη ρεαλιστικού, παρόντος και παρελθόντος, περίεργου και κοινότυπου, γνωστού και άγνωστου. Αυτές οι αντιθέσεις μπορούν να περιγράψουν καλύτερα την ταινία που μας προσκαλεί στον κόσμο της σκηνοθέτριας.