Bella Ciao#45: Ένας μαγευτικός Εθνικός Θησαυρός
Το Bella Ciao γράφει για τον «Εθνικό Θησαυρό» του Lee Sang-il.
Ο Ricciotto Canudo ονόμασε τον κινηματογράφο «έβδομη τέχνη», αλλά αυτό που έχει σημασία για μένα είναι πότε αυτό παύει να είναι ένας όρος και γίνεται εμπειρία. Μια εμπειρία που δεν λειτουργεί αυτόνομα, αλλά συνθετικά, ενσωματώνοντας σε ένα ενιαίο σύνολο όλες τις προηγούμενες τέχνες.
Στην τελευταία σειρά, στη μικρή αίθουσα του Δανoού, σκεφτόμουν πώς θα αντέξω τρεις ώρες, κάτι που αντιστράφηκε από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της ροής της ταινίας.
Πόσο όμορφο…
Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι βλέποντας τον «Εθνικό Θησαυρό» του Lee Sang-il και αυτό μένει μέχρι το τέλος.
Δεν είναι ένας ενθουσιασμός της στιγμής· με διαπερνά και κρατά, καθώς μπροστά μου χτίζεται μια ανθρώπινη διαδρομή από το 1964 και μετά. Με καθηλώνει οπτικά. Μπροστά μου συγκροτείται ένας κόσμος τόσο διαφορετικός και τόσο εντυπωσιακός. Τα κοστούμια, το μακιγιάζ και η σκηνική αισθητική δεν υπάρχουν απλώς για να εντυπωσιάσουν, με τραβούν μέσα τους, συγκροτούν έναν ολόκληρο κόσμο που με περιβάλλει.
Έναν κόσμο όπου η φιλοδοξία συγκρούεται με την παράδοση και η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη, αλλά δοκιμάζεται, μέσα από τον ανταγωνισμό, την κληρονομιά και το βάρος όσων κουβαλάω κι εγώ μαζί μου ως θεατής.
Βλέποντας τον Ryo Yoshizawa και τον Ryusei Yokohama, δεν αισθάνομαι ότι παρακολουθώ ερμηνείες. Τα σώματά τους, οι κινήσεις τους, είναι ο ρόλος. Αυτή η ψυχική και σωματική πειθαρχία μετατρέπει κάθε κίνηση σε νόημα και με καθηλώνει ακόμη περισσότερο.
Η ταινία με τραβάει χωρίς να το καταλάβω: ένα εκθαμβωτικά καθηλωτικό οπτικό σοκ που δεν μου αφήνει περιθώριο απόστασης. Δεν το παρατηρώ, με χτυπάει ευθέως στο συναίσθημα, με τραβάει μέσα του και με κρατά εκεί, με μια ένταση που επιμένει ακόμη κι όταν η εικόνα έχει τελειώσει. Γίνεται εμβυθιστική στον ρυθμό της και με κρατά μέσα της.
Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: αρκεί μόνο το ταλέντο; Νιώθω πως όχι. Βλέπω ότι χρειάζεται επιμονή, ουσιαστική εκπαίδευση, να αντέχεις, να επαναλαμβάνεσαι, να φθείρεσαι, να συγκρούεσαι καθημερινά με τον ίδιο σου τον εαυτό. Αναρωτιέμαι τι είναι τελικά η ιδιοφυΐα. Μπροστά στο τίμημα για να φτάσεις να σε πουν «εθνικό θησαυρό», όλα φεύγουν έξω από κάθε ρομαντισμό, είναι σύγκρουση, αγώνας, πάλη. Και μένω με το ερώτημα: μέχρι πού μπορώ να αντέξω; Τι σημαίνει αυτό το τίμημα;
Και τότε επιστρέφω στο θεμέλιο. Σε εκείνη την ιδέα ότι ο κινηματογράφος είναι η έβδομη τέχνη, όχι ως θεωρία, αλλά ως κάτι που βιώνω. Γιατί εδώ δεν σκέφτομαι απλώς τις προϋποθέσεις, τις νιώθω: την αρχιτεκτονική του χώρου, τη ζωγραφική του κάδρου, τη γλυπτική των σωμάτων, τη μουσική του ρυθμού, τη λογοτεχνία του λόγου και τον χορό της κίνησης να συνυπάρχουν. Όλα μαζί με τραβούν, με περιβάλλουν, λειτουργούν ταυτόχρονα. Και εκεί καταλαβαίνω ότι ο τίτλος δεν είναι υπερβολή. Για μένα, εκείνη τη στιγμή, δικαιολογείται.
Και χωρίς να το καταλάβω, επιστρέφω εκεί απ’ όπου ξεκίνησα: Πόσο όμορφο