Συν & Πλην: «Ο κύριος Ζυλ» στο θέατρο Πόρτα
Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για τον «Κύριος Ζυλ» που ανεβαίνει στο θέατρο Πόρτα σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου
Η «Δεσποινίς Τζούλια» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, το ψυχολογικό, ψυχαναλυτικό δράμα των τελών του 19ου αιώνα, μετακινείται σε μια μετασκευή – θα έλεγε κανείς κι ένα νέο έργο – από το Θωμά Μοσχόπουλο. Καταρχάς, έχουμε έναν άλλον τίτλο που προοιωνίζει πολλά: το έργο ονομάζεται ο «Κύριος Ζυλ». Εκτυλίσσεται και πάλι στη γιορτή του Μεσοκαλόκαιρου στη Σουηδία, αλλά αυτή τη φορά στη Σουηδία του Μεσοπολέμου, λίγο πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Και φυσικά, κεντρικός ήρωας είναι ένας κακομαθημένος νεαρός αριστοκράτης «σε κατάσταση μοιρολατρικής αδράνειας» που ταράζει τα νερά στην κουζίνα του υπηρετικού προσωπικού, στον Πύργο όπου και κατοικεί.
Ο Ζυλ είναι όμορφος, εριστικός και προκλητικός – όπως και η Μις Ζυλί του πρωτότυπου κειμένου. Εδώ τον αποκαλούν κοροϊδευτικά Ζυλί γιατί είναι σχεδόν αδύνατον να κρυφτεί ο σεξουαλικός του προσανατολισμός και η έλξη του προς τους άνδρες. Έχει κι αυτός στο ενεργητικό του έναν, πρόσφατα, αποτυχημένο αρραβώνα· ο Ζυλ, βεβαίως, γιατί προσπάθησε να βρει μια πληρωμένη νύφη που τελικά αντιστάθηκε στο σχέδιο του να λειτουργήσει ως κάλυψη για τις κακές γλώσσες. Συναντάμε τον Ζυλ, (όπως και τη Ζυλί) μετά από μια μεθυστική βραδιά γιορτής στην ύπαιθρο, καθώς η παράδοση το προστάζει, ενώ εισβάλλει στην κουζίνα του αρχοντικού αναζητώντας τον Ζαν, τον υπηρέτη του Κόμη και πατέρα του.
Παρούσα στη συνάντηση και η Κριστίν, η μαγείρισσα του Πύργου και μέλλουσα σύζυγος του Ζαν. Ανάμεσα σε συζητήσεις για την «γνησιότητα του ανδρισμού», για την «ανωμαλία ενός άνδρα θα θαυμάζει τον όμοιο του» αλλά και για «δούλους και αφέντες», αναζωπυρώνεται (κι εδώ) ένα επικίνδυνο ερωτικό παιχνίδι που έχει ξεκάθαρα εναλλασσόμενες θέσεις εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Ο Ζυλ και ο Ζαν δίνουν νέα διάσταση στα, κατά Στρίντμπεργκ, ζητήματα σεξουαλικότητας, σεξουαλικής απελευθέρωσης, ταξικής ισότητας, ταξικής υποταγής και υποταγής φύλου, γενετήσιων ορμών βάσει των κοινωνικών κανόνων.
Το έργο του Θωμά Μοσχόπουλου φλερτάρει ξεκάθαρα με την queer θεματολογία: φέρνει στο τραπέζι την αντανάκλαση του καθρέφτη για την πολυσυζητημένη σεξουαλική απελευθέρωση (όπως την εισάγει και ο Στρίντμπεργκ, εξίσου τολμηρά για την εποχή του) σε περιβάλλον πατριαρχίας. Ωστόσο, η ρήξη, η έλξη και η άπωση, δεν συντελείται ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, αλλά ανάμεσα στον άνδρα και τον ομόφυλο του, με τα κοινωνικά ταμπού, τα στερεότυπα και τις κοινωνικές επιταγές να προστίθενται σε αυτά της τοξικής ταξικότητας. Ένα έργο που βρίσκεται σε διαρκή αναφορά και διάλογο με τη δραματουργική βάση του πρωτότυπου και συνάμα συντηρεί μια διακριτική – αν όχι εξελικτική – απόσταση. Ρίχνει σπόρους διαλόγου σε ζητήματα κοινωνικών συγκρούσεων που βγήκαν εκτός «κουζίνας» πολλές δεκαετίες αργότερα και, σε ένα βαθμό, παραμένουν ενεργές.

Γιάννης Καράμπαμπας, Θεόβη Στύλλου και Νίκος Κοσώνας σε σκηνή της παράστασης.
Με εκκίνηση από το κλασικό έργο του Αυγούστου Στρίντμπεργκ «Δεσποινίς Τζούλια», ο Θωμάς Μοσχόπουλος γράφει πρακτικά ένα νέο κείμενο που εξελίσσει την τολμηρή συζήτηση, όπως την είχε ανοίξει ο Σουηδός συγγραφέας, σε μια πιο σύγχρονη, μα εξίσου ρηξικέλευθη. Κλειδί στο έργο και την ανάγνωση του είναι η ρευστότητα φύλου και άρα της σεξουαλικής επιθυμίας· ιδέα που υπηρετεί πολύ καλά το τρίπτυχο των νέων ηθοποιών Νίκου Κοσώνα, Γιάννη Καράμπαμπα και Θεόβης Στύλλου. Ωστόσο, εν μέσω συγγραφικών πειραματισμών, ο συγγραφέας Μοσχόπουλος (καθώς σκηνοθετεί) παρασύρεται σε φλυαρίες που κοστίζουν στην παράσταση προς το φινάλε της.
Αν η εκκίνηση έμπνευσης του «Κυρίου Ζυλ» ήταν η μετάφραση της «Μις Ζυλί» («Δεσποινίδος Τζούλια»), τότε είναι σίγουρο πως ο Θωμάς Μοσχόπουλος είχε τόσο μια έξυπνη όσο και μια, κοινωνικά, καίρια ιδέα για να θέσει στο νέο του κείμενο (ή στον μετασκευασμένο Στρίντμπεργκ). Το θέατρο, από την πρώιμη ιστορία του, έχει πάρει θέση – έστω και συγκαλυμμένα δια μέσου των «μεταμορφώσεων» – πάνω στο ζήτημα της ρευστότητας των φύλων. Συνθήκη που φαίνεται να αξιοποιεί ο Μοσχόπουλος για να ‘μεταφράσει’ τη ρευστότητα της σεξουαλικής επιθυμίας και τις επιπτώσεις του πατριαρχικού μοντέλου (δείτε πως αναδεικνύει η σκιώδη παρουσία του Κόμη) που διαχρονικά σαρώνει τα πάντα: ανθρώπους, τάξεις, φύλα.
Πέραν από την καθαυτή αρχική ιδέα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ίδιο το κείμενο σε αρκετές πτυχές του, τόσο γλωσσικά – μια πιο σύγχρονα αρθρωμένη γλώσσα, εμβολιασμένη με ποιητικές στιγμές – όσο και θεματικά: οι πιο σαφείς αναφορές στα γονεϊκά πρότυπα, οι φόβοι των ανθρώπων να μην παραβούν τους κοινωνικούς κανόνες, η ανάγκη να αγαπηθούν σε έναν κόσμο που κινείται από τη δυναμική της εξουσίας.
Η εμπλοκή του Θωμά Μοσχόπουλου εκ βάθρων στο συγγραφικό κομμάτι του έργου αντανακλάται και στη σκηνοθετική ματιά του. Πέραν από το απαράμιλλο στιλ των σκηνοθεσιών του (εδώ συμβάλλει καθοριστικά η μίνιμαλ σκηνογραφία του Βασίλη Παπατσαρούχα) και τον καλό (σχεδόν θριλερικό) αφηγηματικό ρυθμό, ‘φροντίζει’ να δώσει βαρύτητα στο λόγο του: να γίνει σαφής η «στροφή» από το κλασικό του Στρίντμπεργκ. Γι’ αυτό και επενδύει στη σχέση του με τους τρεις ηθοποιούς, η οποία κορυφώνεται σε φορτισμένες ερμηνείες που εκφράζονται αυτονόητα τόσο μέσα από την σωματικότητα, όσο και την ταχύτατη εκφορά του λόγου (συχνά και την αλληλοεπικάλυψη των διαλόγων)· προδίδοντας την αδυναμία των ηρώων να κατανοήσουν, να αισθανθούν ο ένας τον άλλο, αποκαλύπτοντας την ανάγκη να επιβληθούν. Αρετές που επιχειρούν να λειάνουν τα σημεία (από τη μέση του έργου και μετά) όπου η δραματουργία παρουσιάζει προβλήματα.

Σε πρώτο πλάνο το σκηνικό του Βασίλη Παπατσαρούχα.
Τρεις νέοι ηθοποιοί, τους δύο εκ των οποίων βλέπουμε για πρώτη φορά σε προβεβλημένο ρόλο, κρατούν ψηλά το ενδιαφέρον της παράστασης. Ο Νίκος Κοσώνας στον επώνυμο ρόλο του κυρίου Ζυλ είναι μια αποκάλυψη: υπερασπίζεται με μεγάλη πειθώ και ένταση τις νευρώσεις που βασανίζουν τον ψυχικά ανερμάτιστο ήρωα του: έναν άνθρωπο σε διαρκή εκκρεμότητα για την ταυτότητα του ως παιδιού, ως άνδρα, ως σεξουαλικού όντος. Απέναντι (και δίπλα του) ο Γιάννης Καράμπαμπας στο ρόλο του Ζαν, του αγροτόπαιδου που επιθυμεί να αποκτήσει τα πάντα και με όποιο τρόπο, επιτυγχάνει καθώς περιφέρει τον κυνισμό και την χειριστικότητα του ήρωα του. Τέλος, η Θεόβη Στύλλου – την οποία γνωρίσαμε μέσα από τις συνεργασίες με τον Στάθη Λιβαθινό – με δωρικότητα καταφέρνει να αποδώσει τον γνήσιο συντηρητισμό της Κριστίν και να ενσαρκώσει το ακριβώς αντίθετο από όσα πρέσβευε η γυναικεία περσόνα του Στρίντμπεργκ: είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος, φορέας της καταπιεσμένης επιθυμίας, ταγός των κοινωνικών ταμπού.
Η όψη της παράστασηςΑπό τη στιγμή που η διασκευή του έργου μεταφέρει τη δράση στον 20ό αιώνα, στα πρόθυρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βασίλης Παπατσαρούχας σχεδιάζει μια πολυτελή, ευμεγέθη κουζίνα σαν από Ikea εποχής, ντύνει τους πρωταγωνιστές με κομψά, τυπικά μεσοπολεμικά κοστούμια, επιχειρώντας να αναδείξει τόσο την καταγωγή του έργου όσο και την χρονικότητα του. Επίσης, οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και οι video προβολές (και πάλι με την υπογραφή Παπατσαρούχα) φέρουν με ακρίβεια και καλαισθησία μια ατμόσφαιρα μεταμοντέρνων σκανδιναβικών θεατρικών παραγωγών.

Στιγμιότυπο με τον Ζαν και τον Ζυλ.
Καθώς το έργο συναντά την κορύφωση αποκάλυψης ομοφυλοφιλικής σχέσης μεταξύ του Ζυλ και του Ζαν που ζουν με το φόβο μήπως χαρακτηριστούν «δύο ανώμαλοι», η πλοκή αρχίζει να συστρέφεται γύρω από τον εαυτό της, οι ήρωες να αναμασούν τα αδιέξοδα τους και κάπως η εξαιρετική αυτή η ιδέα, που αναπτύσσεται μέχρι τα μισά της παράστασης, να χάνει το κέντρο της.
Μια ωραία ιδέα μετασκευής του Στρίντμπεργκ (αν όχι μεταγγραφής του έργου), υλοποιείται σε μια καθόλα ενδιαφέρουσα παράσταση, χωρίς να λείπουν τα συγγραφικά παραπατήματα που σημειώνονται καθώς η παράσταση εξελίσσεται.
