Συν & Πλην: «Σωσμένος» στο Cartel Τεχνοχώρος
Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για τον «Σωσμένο» που ανεβαίνει στον Cartel Τεχνοχώρο σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη.
«Ο Σωσμένος», ο τίτλος που δόθηκε στο έργο του Έντουαρντ Μποντ κατά τη μετάφραση του από τον Τάσο Μπαντή και το αντίστοιχο ανέβασμα του το 1990 στο θέατρο «Εμπρός» είναι ένα από τα έργα ορόσημα για το σύγχρονο βρετανικό θέατρο. Aνέβηκε στο Royal Court Theater του Λονδίνου το Νοέμβριο του 1965 και λίγο μετά την πρεμιέρα λογοκρίθηκε και κατέβηκε, με την αιτιολογία ότι ο κρατικός οργανισμός δεν είχε δώσει άδεια γι’ αυτό το κείμενο. Στον πυρήνα του πρωτότυπου έργου βρίσκεται μια κοινότητα εφήβων που σπρωγμένη από τη φτώχεια, τις διακρίσεις και τον κοινωνικό αποκλεισμό ζει στα άκρα και δεν διστάζει να διαπράξει βίαια εγκλήματα χωρίς καμία ενοχή. Οι συντελεστές του έργου μηνύθηκαν, τους επιβλήθηκε πρόστιμο αλλά το γεγονός πυροδότησε μια μεγάλη συζήτηση γύρω από τη λογοκρισία έργων στην Βρετανία και αποτέλεσε θρυαλλίδα για την κατάργηση της, τρία χρόνια αργότερα.
Ο Μποντ δεν έγραψε το έργο, ως αποτέλεσμα μιας κοινωνικής κριτικής, αλλά ως προϊόν ενός βιώματος που είχε μεγαλώνοντας σε μια από τις πλέον φτωχές συνοικίες του Βόρειου Λονδίνου, παιδί οικογένειας της εργατικής τάξης. Στα έξι του χρόνια ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, εκτοπίζεται από το σπίτι του, ενώ ως έφηβος εγκαταλείπει το σχολείο, αμφισβητώντας τις κοινωνικές δομές – στάση που κράτησε σε όλη τη διάρκεια του έργου του.
Στην εκδοχή που παρουσιάζει ο Βασίλης Μπισμπίκης, οι ήρωες διατηρούν τα αγγλικά ονόματα τους, αλλά ο τόπος όπου εκτυλίσσεται η πλοκή σποραδικά ελληνοποιείται (με πιθανή πρόθεση την παγκοσμιοποίηση της βίας και του πολέμου) χωρίς να προσδιορίζεται η χρονικότητα της. Η σύνδεση του Έλληνα δημιουργού με τον Έντουαρντ Μποντ είναι παραπάνω από προφανής, αφού και ο ίδιος προέρχεται από την εργατική τάξη, έχει βιώσει ως παιδί τις κοινωνικές ανισότητες – όπως επίσης, δεν τελείωσε τη βασική εκπαίδευση, εντούτοις στράφηκε στην τέχνη. Υπό μια έννοια, είναι ο ίδιος, όπως και ο Έντουαρντ Μποντ «οι σωσμένοι» – μολονότι ο τίτλος μόνο αλληγορικός είναι.
Η σκληρή, επιθετική γλώσσα του διασκευασμένου έργου ανταποκρίνεται στα δείγματα γραφής της ομάδας του Cartel, ασφαλώς λαμβάνοντας υπόψιν τη σημερινή εποχή όπου οι λέξεις, ακόμα και το χυδαίο λεξιλόγιο του οποίου γίνεται άφθονη χρήση, δεν έχουν την βαρύτητα ή το ίδιο φορτίο με αυτό που είχαν πριν 60 χρόνια. Η ελληνική διασκευή θίγει τον εκφυλισμό της οικογένειας, την έμφυλη βία, την αδυναμία των γονιών να «σώσουν» τα παιδιά τους από την κοινωνική βαρβαρότητα και τις εγκληματικές πράξεις, τη ρήξη των κοινωνικών και ηθικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων στο τοπίο μιας ανέλπιδης, εμπόλεμης εποχής – όπου οι συγκρούσεις συμβαίνουν μέσα σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σπίτι και κάθε μυαλό.

Η Λένα Κιτσοπούλου στην πρώτη της συνεργασία με την ομάδα Cartel.
Ο Έντουαρντ Μποντ πέθανε το 2024, βιώνοντας την κοινωνική αγριότητα ενός κόσμου που είχε αποτυπώσει, με προφητική διαύγεια, 60 χρόνια πριν. Αντανακλώντας από τη μια την τρέχουσα σαρωτική εποχή και υπηρετώντας ένα θέατρο που ερευνά τα άκρα και το αποτύπωμα του σοκ, ο Βασίλης Μπισμπίκης, ορατά επηρεασμένος από το θέατρο της Λένας Κιτσοπούλου, στήνει μια παράσταση που δεν προδίδει τον θεματικό πυρήνα του «Σωσμένου», αλλά τον εκτοξεύει σε άλλες διαστάσεις – όχι πάντα για καλό, αφού σε σημεία τον κατακερματίζει.
Η σκηνική συνύπαρξη των δύο δημιουργών, ακόμα και στις πιο ‘τραβηγμένες’ στιγμές της παράστασης, είναι ερεθιστική. Η σκηνοθεσία Μπισμπίκη όσο καταφτάνει με τα δικά του δημιουργικά φορτία, άλλο τόσο λειτουργεί σαν ηχώ του κιτσοπουλικού κόσμου. Εντούτοις, η διαχείριση (δραματουργική και σκηνοθετική) ενίοτε οδηγεί – και το πιθανότερο θέλει να οδηγήσει – στην εξάντληση του θεατή.

Λευτέρης Αγουρίδας, Ελένη Γεωργακοπούλου, Γιάννης Κατσιμίχας, Στέλιος Τυριακίδης και Αναστασία Δέλτα σε σκηνή της παράστασης.
Δίχως αμφιβολία, η συνάντηση του Βασίλη Μπισμπίκη και της Λένας Κιτσοπούλου είναι το μεγαλύτερο δέλεαρ αυτού του ανεβάσματος, καθώς έχουν κάποιες κοινές καταβολές: υπηρετούν το θέατρο ενός άμεσου, μηδενιστικού λόγου: ο πρώτος μέσα από τον ωμό ρεαλισμό και τη γραμμική αφήγηση, η δεύτερη μέσα από τον εξπρεσιονισμό και το σουρεαλισμό. Αυτή η σύζευξη έλκει τον έναν προς τον ερμηνευτικό κόσμο του άλλου, κάτι που ακόμα και στην θορυβώδη υπερβολή του, παρουσιάζει ενδιαφέρον. Η Λένα Κιτσοπούλου πάντα σε πιο στενή σχέση με την αποδόμηση και την άρνηση κάθε μέτρου υποδύεται το ρόλο μιας μητέρας βαθιά δυστυχισμένης, βουτηγμένης μέσα στη φτώχεια, χωρίς μια στάλα αγάπης για τα παιδιά της. Ο Βασίλης Μπισμπίκης στο ρόλο του (αρχικά) άβουλου, αδιάφορου πατέρα που εξελίσσεται σε μια μηχανή βίας, εκπροσωπώντας την εκδοχή του ανθρώπου που έχει παραφρονήσει, αναθρεμμένος με τη βία του κόσμου. Ο ήρωας του έχει σχεδόν παραβολικά χαρακτηριστικά, δεν συνομιλεί πάντα ούτε με το παρόν, ούτε με το ρεαλισμό. Σε σημεία, οι δυο τους συναρμολογούν μια εκτροχιασμένη εκδοχή του Τζορτζ και της Μάρθα, του ζευγαριού στο «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ».
Από την υπόλοιπη διανομή ξεχωρίζουν ο Αλέξανδρος Κουκιάς στο ρόλο του Λεν για την αλήθεια και το μέτρο (σε μια συχνά χαοτική σκηνική συνθήκη) με την οποία προσεγγίζει τον ήρωα του και η Αναστασία Δέλτα για την πειστικότητα με την οποία αποτυπώνει τον πνευματικό, ηθικό ξεπεσμό της Παμ. Σε συνάφεια με το κεντρικό ερμηνευτικό διακύβευμα της σκηνοθεσίας και οι Γιάννης Κατσιμίχας, Στέλιος Τυριακίδης, Λευτέρης Αγουρίδας και Ελένη Γεωργακοπούλου στους οποίους και οφείλεται η σοκαριστική δυναμική της δολοφονίας ενός βρέφους – και μαζί του τέλους κάθε αθωότητας.
Το σκηνοθετικό υβρίδιοΗ ώσμωση δύο ισχυρών καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων και η συνεργασία της Λένας Κιτσοπούλου με την ομάδα του Cartel αντανακλάται ξεκάθαρα στη σκηνοθεσία του Βασίλη Μπισμπίκη – στοιχηματίζοντας πως αρκετές σκηνές του έργου προέκυψαν από αυτοσχεδιασμούς, ένας τρόπος φίλιος στη δουλειά της Κιτσοπούλου. Διακρίνει κανείς, λοιπόν, εκτός από τη ρεαλιστική προσέγγιση των θεμάτων υπό συνθήκες σκηνικής αγριότητας – χαρακτηριστικό γνώρισμα της σκηνοθετικής αισθητικής Μπισμπίκη – τα πετάγματα προς το χάος, το υπερπαίξιμο μέχρι τελικής πτώσης, τον γνώριμο απολαυστικό κιτσοπουλικό σαρκασμό αλλά και τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία που έρχονται και εμβολιάζουν ανανεωτικά το αφηγηματικό στιλ του Μπισμπίκη. Κι έτσι, παρότι η παράσταση χτυπάει διαρκώς σε πιεστικά ντεσιμπέλ (ακόμα και σε βαθμό δυσθυμίας), την ίδια ώρα συντηρεί και το ενδιαφέρον παρακολούθησης της, αφού συναντά το αρχικό θεματικό διακύβευμα.
Ο Κένι ΜακΛέλαν αξιοποιώντας τη δομή του θεατρικού χώρου έχει κατασκευάσει ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό πολλών επιπέδων – βοηθούν πολύ και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη – επικουρώντας τις παράλληλες δράσεις και τα άλματα ανάμεσα στο ρεαλισμό και το σουρεαλισμό.

Γιάννης Κατσιμίχας.
Από την αρχική προβληματική του Έντουαρντ Μποντ, ο Βασίλης Μπισμπίκης διατηρεί μόνο τον πυρήνα και κάποια γεγονότα που είναι ταυτισμένα με την πλοκή – φύση του έργου. Δουλεύει πάνω στο όρο της «ελεύθερης διασκευής» κι εδώ θα λέγαμε της πολύ ελεύθερης διασκευής, στην οποία είναι βέβαιο πως έχει συνεισφέρει η Λένα Κιτσοπούλου. Προφανώς και, σε επίπεδο δραματουργίας, δίνει άλλο μέγεθος στους ήρωες – ενδεχομένως να το χρειάζεται και η περαιτέρω κοινωνική αλλοτρίωση της εποχής μετά από 60 χρόνια. Παρόλα αυτά, το αφηγηματικό ξεχείλωμα των σκηνικών συμβάντων, ο βομβαρδισμός με «βρώμικη» γλώσσα, ο βαθμός κατά τον οποίο τεντώνουν τα πορτρέτα των ηρώων και γενικότερα η έλλειψη στοιχειώδους οικονομίας και είναι, σε σημεία, προβλήματα που πλήττουν το εγχείρημα.
Ακολουθώντας τα χνάρια μιας, κατά τόπους, φλύαρης και ανοικονόμητης δραματουργίας, η σκηνοθεσία της παράστασης δεν μένει αλώβητη. Οι ερμηνείες προκύπτουν μέσα από τη γενική οδηγία της υπερβολικής υπόδυσης και, ακόμα χειρότερα, σε φάσεις σπρώχνονται σε παροξυσμικά σόλο και στιγμές άχρηστου θορύβου. Εξίσου χρονικά «πλαδαρές» είναι κάποιες στιγμές της σκηνικής δράσης – ακόμα κι αν κορυφώνονται σε ευρήματα και καλές ιδέες, όπως η σκηνή του φινάλε (την οποία θα ‘ενέκρινε’ και ο Μποντ).
Το άθροισμα (=)Όσα μπορεί να φέρει η σύζευξη των Βασίλη Μπισμπίκη και της Λένας Κιτσοπούλου, σ’ ένα από γραφής «άγριο» κείμενο, τα κομίζει. Βία, χάος και πως ο ωμός ρεαλισμός συναντά παραγωγικά τη σουρεαλιστική αφήγηση.

Αναστασία Δέλτα στο σκηνικό του Κένι ΜακΛέλαν.

Βασίλης Μπισμπίκης.

Ελένη Γεωργακοπούλου, Στέλιος Τυριακίδης και Λευτέρης Αγουρίδας.

Αναστασία Δέλτα και Λένα Κιτσοπούλου.