MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΣΑΒΒΑΤΟ
04
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Συν & Πλην: «Ιβάνοφ!» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για τον «Ιβάνοφ!» που ανεβαίνει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

stars-fullstars-fullstars-fullstars-fullstars-empty
| Φωτογραφίες: Κάρολ Γιάρεκ
author-image Στέλλα Χαραμή

Το έργο

«Η ψυχή μου έχει βυθιστεί σε ένα τέλμα απάθειας». Θα βρει πολλά παρεμφερή λόγια για να περιγράψει το συναισθηματικό, πνευματικό, ψυχικό του status, ο Νικολάϊ Ιβάνοφ, ένας σχετικά νέος, εντούτοις ξεπεσμένος γαιοκτήμονας. Για άλλους καλόκαρδος, υπέροχος, δοτικός και έξυπνος για άλλους άκαρδος, εγωϊστής, απατεώνας και απάνθρωπος, ο Ιβάνοφ περιπλανιέται ανάμεσα σε ανθρώπους που τον παρατηρούν, τον κρίνουν, ελάχιστα τον βοηθούν και καθόλου δεν τον κατανοούν. Δεν επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν τι φωλιάζει μέσα σε έναν άνδρα ο οποίος δηλώνει πως «πνίγεται από (απροσδιόριστες) ενοχές», που νιώθει «εξοντωμένος», που «δεν πιστεύει σε τίποτα», που είναι «οριστικά χαμένος».

Παντρεμένος με την Άννα Πετρόβνα που ασθενεί με βαριά φυματίωση, νιώθει ανημπόρια – αν όχι αποστροφή  – προς την κατάσταση της. Το ίδιο άπραγος μένει ενώ η χρεοκοπία του σφίγγει σαν θηλιά το λαιμό. Αιφνιδιασμένος αντιδρά στον, άνευ όρων, έρωτα της νεαρής και πλούσιας Σάσα που είναι «έτοιμη να πάει μαζί του έως την άκρη του κόσμου». Τίποτα δεν μοιάζει να αφυπνίζει το Νικολάϊ από τη βαθιά, ολοκληρωτική του ματαίωση να ζήσει. Ο Ιβάνοφ δεν μπορεί να ανήκει σε κανένα κύκλο, σε καμία γυναίκα αφού πρωτίστως δεν ανήκει ούτε στον εαυτό του. Το σχίσμα, από καθετί που θα τον φέρει σε ένωση, είναι μη αναστρέψιμο.

Η περίπτωση Ιβάνοφ θα μπορούσε να ‘διαγνωστεί’ άμεσα στις μέρες μας: ένας άνθρωπος που έχει καταρρεύσει, δεν έχει το κουράγιο να σηκωθεί, στα μάτια του οποίου όλα φαντάζουν μεγάλα, πολύ μεγάλα για να τα αντιμετωπίσει, ούτε καν για να τα υποφέρει. Ο Ιβάνοφ, με όρους σύγχρονης ψυχιατρικής, είναι ένα βαθιά καταθλιπτικό άτομο. Με τους όρους της ρωσικής επαρχίας του 19ου αιώνα (ας μην ξεχνάμε πως ο γεννήτορας του, Αντόν Τσέχοφ είναι γιατρός) σηματοδοτεί μια σκιώδη φιγούρα, δυσερμήνευτη και απρόσιτη – παρότι κάθε πρόσωπο που στέκεται στο πλευρό του είναι εξίσου μόνο, δυστυχισμένο, μίζερο, βυθισμένο στο αλκοόλ και νοιάζεται μόνο για την επιβίωση της κάθε μέρας.

Είναι ένας προφητικός αντιήρωας, λοιπόν; Είναι ο άνθρωπος που στο μέλλον θα αποκτήσει εκατομμύρια κόπιες, σε βαθμό που δεν θα αποτελεί εξαίρεση – όπως στο θεατρικό έργο – αλλά κοινωνικό κανόνα στο καταναλωτικό σύστημα της ανώτερης τάξης πραγμάτων; Η, μήπως, απλώς, είναι ο «εξευγενισμένος απατεώνας» που κατέφυγε σε ένα πλούσιο γάμο με μια Εβραία, η οικογένεια της οποίας την απέρριψε και τώρα, οικονομικά κατεστραμμένος, δεν έχει που να στραφεί για τη σωτηρία του;

Ούτε ο ίδιος δεν έχει απάντηση για τον εαυτό του, ούτε ο Τσέχοφ μας την προσφέρει. Το ζωντάνεμα του «Ιβάνοφ» του πρώτου του θεατρικού έργου (1887) είναι η κατάθεση μιας αέναης οντολογικής ερώτησης που δεν θα απαντηθεί ποτέ – ούτε με τον κρότο του όπλου. Το έργο του μοιάζει με ένα αιώρημα, όπου τα σώματα (σωματίδια στην επιστήμη της Χημείας) δεν δρουν, παραμένουν σε μια σταθερή, επίμονη κατάσταση ακινησίας και, όπως σε όλα τα έργα του κορυφαίου Ρώσου, έτσι κι εδώ, κραυγάζουν για την πλήξη, τη βαρεμάρα την αηδία που τους προκαλεί η επανάληψη της καθημερινότητας. «Πως αντέχετε την απραγία; Και ο αέρας έχει μουχλιάσει. Είστε όλοι πεθαμένοι και δεν το ξέρετε», διαμαρτύρεται η Σάσα πριν κι εκείνη θυσιάσει τη ζωτικότητα της μέσα στη συναισθηματική ομίχλη των πάντων. Η παράσταση εδώ ανεβαίνει στη μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά.

Ο Νίκος Χατζόπουλος με τον Μπλέιν Ρέϊνινγκερ στη ζωντανή μουσική εκτέλεση.

H παράσταση

Η επιστροφή του Γιάννη Χουβαρδά στον Τσέχωφ έχει έναν αυξημένο βαθμό δυσκολίας δεδομένου ότι καταπιάνεται με τον δυσερμήνευτο και, μάλλον, ανένταχτο «Ιβάνοφ», έργο που σπανίως παρίσταται. Σε αυτό το δεδομένο, ο σκηνοθέτης ανταποκρίνεται με τολμηρά αντανακλαστικά επιλέγοντας μια αναρχική διαδικασία ώσμωσης ανάμεσα στη φάρσα, στο γκροτέσκο, την καρικατούρα, αλλά και στο δράμα, την τραγική ειρωνεία, το ρεαλισμό, τον εξπρεσιονισμό.

Εν μέσω πολλαπλών υφολογικών αντιφάσεων που θα μπορούσαν να αποβούν μοιραίες, η σκηνοθεσία του – η οποία οφείλει πολλά στους ηθοποιούς και στην πρωτότυπη μουσική σύνθεση – καταφέρνει να προσεγγίσει τα ερωτηματικά που περιβάλλουν διαχρονικά τον Νικολάϊ Ιβάνοφ· προφανώς όχι απαντώντας τα, αλλά φωτίζοντας τα μέσα από την πρόσληψη του σήμερα. Αποτέλεσμα, μια γοητευτική, εξόχως ατμοσφαιρική και απόλυτα ενταγμένη στο σχήμα της παραδοξότητας, παράσταση.

Μαρία Σκουλά και Πηνελόπη Τσιλίκα.

Τα Συν (+)

Ο σκηνοθετικός πυρήνας

Αν δει κανείς όλες τις παρελθούσες ενασχολήσεις του Γιάννη Χουβαρδά με την εργογραφία του Αντόν Τσέχωφ, καμία σκηνοθεσία του δεν μοιάζει με την προηγούμενη και καμία δεν ακουμπά στη συνήθη τυπική αναπαράσταση του συγγραφέα, όπου ο ποιητικός μετεωρισμός και ο ρεαλισμός σε χαμηλούς (κι όμως βαθείς) τόνους, κυριαρχούν. Ο σκηνοθέτης δοκιμάζει το μεγαλύτερο (προσωπικό του) άλμα εντός του τσεχωφικού σύμπαντος, όπου η μελαγχολική ατμόσφαιρα, το εξπρεσιονιστικό ύφος, η γκροτέσκα, σχεδόν φαρσική, συνθήκη οδηγεί σώματα (συχνά και ερμηνείες), σε σημείο όπου τα σκηνικά συμβάντα κορυφώνονται σε μια πυκνή διάδραση μεταξύ ενός θιάσου τσαρλατάνων. Κι όμως, παρά την (ενίοτε δύσπεπτη) παραδοξότητα του περιβάλλοντος που δημιουργεί, τελικά δεν λείπει τίποτα από το βάθος της τσεχωφικής προβληματικής: η υπαρξιακή απελπισία, τα ποιητικά ξεσπάσματα, οι μετωπικές συναντήσεις δράματος και ειρωνείας, τα διαυγή κάδρα των χαρακτήρων· ακόμα κι αν η ‘φρεσκάδα’ για να προβληθούν όλα τα παραπάνω είναι υπερτονισμένη.

Οι ερμηνείες

Με ένα συνδυασμό παλαιών και νέων συνεργατών του, ο Γιάννης Χουβαρδάς συνθέτει ένα πολύ ωραίο θίασο που φέρνει ορμητικά επί σκηνής την πολυδιάστατη και ανοίκεια προσέγγιση του στον Τσέχωφ.   Μοιραία, τα φώτα πέφτουν πρωτίστως στον επώνυμο ρόλο – όχι λόγω της έκτασης του όσο για την ειλικρινή ανάδυση της ματαίωσης που οδηγεί τον Ιβάνοφ.

Ο Αργύρης Ξάφης, λοιπόν, κυοφορεί με βαθιά αφοσίωση τον υπαρξιακό μετεωρισμό του ήρωα, φέρνοντας μας ένα βήμα πιο κοντά στην κατανόηση αυτού του αινιγματικού κειμένου. Δίπλα στον Ξάφη θα βρούμε πολλές ωραίες εμφανίσεις που κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Ο Γιάννης Νταλιάνης προσεγγίζει πολύ πειστικά, κάποτε και με παιγνιώδη τόνο, τον κόμη Σαμπλέσκι, ένα ακόμα πρόσωπο σε τέλμα επιβίωσης με τη διαφορά πως προτιμά να παρακμάζει, να ζει τυχοδιωκτικά, παρά να φλερτάρει με κάποια εσχατολογική λύση. Ο Θανάσης Δόβρης  ερμηνεύει τον Μπόρκιν ως ένα διάβολο κατά της αδράνειας μεν, χωρίς ηθικές αναστολές δε, ως ένα γνήσιο κάθαρμα.

Η Μαρία Σκουλά φανερώνει πολλές πτυχές της Ζινάϊντα Σάβισνα, μιας φαινομενικά άκαρδης φιλοχρήματης της τάξης των φεουδαρχών που, ωστόσο, φανερώνει τις βαθιές αιτίες της «κατάντιας» της. Ο σύζυγος της Λέμπεντεφ δια χειρός του Νίκου Χατζόπουλου έρχεται να ισορροπήσει με μαεστρία την ανθρωπιά, την τρυφερότητα με την κωμική πλευρά του ήρωα – θαρρώ πιο ‘καθαρά’ τσεχωφικός στην προσέγγιση του.

Κατερίνα Λυπηρίδου και Θανάσης Δόβρης.

Η Αλεξάνδρα Καζάζου ενσαρκώνει την Άννα Πετρόβνα ως ένα αερικό, μεταξύ ζωής και θανάτου, με ιδιαίτερη φροντίδα στην εκφραστική και σωματική της συμπεριφορά, τονίζοντας την ποιητική διάσταση του συγγραφέα. Αντίστοιχες ποιότητες θα βρούμε στην ερμηνεία της Πηνελόπης Τσιλίκα που προτάσσει την αγάπη της Σάσα ως σωτηρία και κυρίαρχο ιδεαλισμό – άλλο ένα πυρηνικό μοτίβο στην τσεχωφική εργογραφία. Ιδεαλιστής στο όριο του υστερικού διδακτισμού και ο Λβοφ μέσα από τη γνήσια θυμωμένη ερμηνεία του Νικόλα Χανακούλα.

Ο Χάρης Φραγκούλης, ένας τρομερά ευέλικτος ηθοποιός, το αποδεικνύει ξανά στο ρόλο της προξενήτρας Αβντότια Ναζάροβα, ένα πρόσωπο που βιώνει μεγάλες αντιφάσεις: μοιάζει να οικειοποιείται και να συμπυκνώνει όλη την κοινωνική παρακμή της εποχής, να γελοιποιείται γι’ αυτό κι όμως στην ερμηνεία Φραγκούλη κορυφώνεται σε μια τραγική περσόνα. Στο μικρό ρόλο της Μπαμπάκινα η Κατερίνα Λυπηρίδου προτάσσει την διάσταση της γυναίκας – αντικείμενο μπροστά στο φόβο της μοναξιάς ενώ ενταγμένος στη γενική γραμμή ερμηνειών είναι και ο Ευάγγελος Βογιατζής ως Γεγκόρουσκα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΧάρης Φραγκούλης: Η μεγάλη πρόκληση είναι ν’ ακούς τα πράγματα από την καρδιά σου12.09.2018

Η μουσική και οι στίχοι

Παρακολούθησα την παράσταση εν τη απουσία του Μπλέιν Ρέϊνινγκερ, συνθέτη της μουσικής και ερμηνευτή των τραγουδιών της παράστασης. Ομολογώ πως παρά την καθοριστική έλλειψη του από τη σκηνή, η μουσική του – μελαγχολική, ατμοσφαιρική, κάτι ανάμεσα σε road movie του Ντέιβιντ Λιντς και του Βιμ Βέντερς – είναι από τα καλύτερα soundtrack παραστάσεων που έχουν γραφτεί την τελευταία δεκαετία στο θέατρο. Και δεν μιλάμε για μουσικά θέματα αλλά για επτά σύντομα τραγούδια, τους στίχους των οποίων υπογράφει ο ίδιος μαζί με τον σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά. Ένα μουσικό αριστούργημα και μαζί ένα πολύτιμο δραματουργικό στήριγμα που, στη διάρκεια ανάρρωσης του Ρέϊνινγκερ, ερμήνευσαν σπουδαία και με θεατρικό τόνο, οι ηθοποιοί της παράστασης.

Η αισθητική της παράστασης

Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να είναι ένας παρακμιακός χώρος εκδηλώσεων του κομμουνιστικού καθεστώτος. Τελικά, η ανοιχτή, σε πολλές ερμηνείες, σκηνογραφία της Εύας Μανιδάκη (με ένα μικρό θεωρείο παράλληλης δράσης), μέσα στη μουσική του Ρέϊνινγκερ, μεταμορφώνεται (στα μάτια μου) σε μια σάλα στη μέση της αμερικανικής ερήμου, αντανακλώντας και την ψυχική ερημία όλων αυτών των προσώπων. Όσο κι αν η Ιωάννα Τσάμη τους ντύνει γκροτέσκα, πολύχρωμα και γιορτινά, η θλίψη παραμένει εκκωφαντική σε αυτό το σκηνικό περιβάλλον που αναβαθμίζεται σημαντικά από τους ατμοσφαιρικότατους φωτισμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου.

Αλεξάνδρα Καζάζου και Νικόλας Χανακούλας.

Τα Πλην (-)

Κάποιες σκηνικές υπερβολές

Η επιλογή του Γιάννη Χουβαρδά να συμπεριλάβει τις πολλές μεταφράσεις που μπορούν αποδοθούν στον τσεχωφικό «Ιβάνοφ», του επιτρέπει να εντάξει και πολλά υφολογικά είδη. Σε αυτήν την σκηνική περιπέτεια δεν λείπουν οι κινησιολογικές, ερμηνευτικές, αισθητικές υπερβολές. Μολαταύτα, ακόμα και μέσα στον περιττό θόρυβο, η υπαρξιακή απελπισία παραμένει εκκωφαντική.

Το άθροισμα (=)

Ο Γιάννης Χουβαρδάς προσεγγίζει μια τολμηρή, αναρχική ώσμωση ειδών στην προσέγγιση του ακατάκτου «Ιβάνοφ» που επενδύει πολλά στους ηθοποιούς και στην πρωτότυπη μουσική.

Χάρης Φραγκούλης.

Γιάννης Νταλιάνης.

Πηνελόπη Τσιλίκα.

Μαρία Σκουλά και Αργύρης Ξάφης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Συγγραφέας: Αντόν Τσέχωφ
Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς
Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Μπλέιν Ρέϊνινγκερ
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Χορογραφία: Μαρκέλλα Μανωλιάδη

Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά, Νίκος Χατζόπουλος, Θανάσης Δόβρης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Ευάγγελος Βογιατζής.

Διάρκεια: 140΄
Τιμές Εισιτηρίων: 10-35 ευρώ
Πληροφορίες: Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, 2104143310
Παραστάσεις: Τετάρτη 19.00 Πέμπτη 20.30 Παρασκευή 20.30 Σάββατο 18.00 και 21.00 Κυριακή 19.00
Διασκευή: Γιάννης Χουβαρδάς
Βοηθός Σκηνοθετη: Δέσποινα Λάρδη, Δανάη Παπακωνσταντίνου
Link Εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ivanof/
Περισσότερα από Κριτική Θεάτρου