MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΡΙΤΗ
10
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
    ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ

    «Γιαννούλα, η κουλουρού» στο Φεστιβάλ Αθηνών – Το καρναβάλι μιας ψυχής

    Τρεις εβδομάδες πριν την πρεμιέρα της νέας σκηνοθεσίας του Γιώργου Παπαγεωργίου στην Πειραιώς 260 μπήκαμε, παρακολουθήσαμε την πρόβα της και μιλήσαμε με όλους τους συντελεστές της.

    | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΕΛΙΝΑ ΓΙΟΥΝΑΝΛΗ
    Στέλλα Χαραμή

    Ωραία που ‘ναι η νύφη μας. Ωραία τα προικιά της. Κιθάρα, τύμπανο, βιολί. Τραγούδια και χοροί στο γάμο της Γιαννούλας. Τρεις φορές ντύνεται νύφη η Γιαννούλα, τρεις φορές χωρίς γαμπρό. Ολόκληρη η πόλη είναι καλεσμένη στο γάμο της, μα γάμος ποτέ δεν γίνεται.

    Έξω από την αίθουσα προβών της «Γιαννούλας της κουλουρούς» έχει 27 βαθμούς και καλοκαίρι. Μέσα στην πρόβα, είναι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς κι όλη η Πάτρα φοράει τα καλά της. Η πιο γνωστή κόρη της πόλης φοράει νυφικό πέπλο στα μαλλιά και κατεβαίνει στο λιμάνι. Γάμος ή φάρσα;

    Η αληθινή ιστορία της Γιαννούλας, ενός κοριτσιού από την Πάτρα που μεγάλωνε, γερνούσε μα η λαχτάρα της να παντρευτεί, «να δει μιαν άσπρη μέρα» ποτέ δεν σίγαζε και ποτέ δεν ικανοποιούνταν – παρά μόνο σαν φριχτό φιάσκο των συμπατριωτών της, αναβιώνει στην σκηνή του Φεστιβάλ Αθηνών.

    Έναν αιώνα μετά, έχοντας πάρει πια το μέγεθος ενός αστικού μύθου, ο Γιώργος Παπαγεωργίου φωτίζει αυτό το πλάσμα που περιγελάστηκε βάναυσα. «’Εφυγαν τα νιάτα μου, έφυγε η ομορφιά μου. Και μένω μόνη μου. Κι ούτε παιδιά στην αγκαλιά μου» σπαράζει η Έλενα Τοπαλίδου ενώ την υποδύεται. Κι ενώ γύρω της ξεσπάει το πατρινό καρναβάλι.

    Οι πρωταγωνιστές της παράστασης (από αριστερά) Μιχάλης Συριόπουλος, ‘Ελενα Τοπαλίδου, Κίμων Κουρής και Αθανασία Κουρκάκη.

    Γεύση από πρόβα

    Ένα κομμάτι διάφανου σελοφάν, εν είδει πέπλου, κρέμεται από το κεφάλι. Ένα στεφάνι λουλουδιών στολίζει τα μαλλιά της. Η Έλενα Τοπαλίδου διασχίζει την γυμνή αίθουσα με προσμονή να παντρευτεί τον ωραίο σαν πρίγκιπα∙ εκείνον «όπου κοντά του μόνο θα γελά, που θα την αγαπά ως τον ουρανό». Κι όμως, η Γιαννούλα της δεν μοιάζει με νύφη, μοιάζει με το Χριστό του μαρτυρίου. Σύντομα το νυφικό της θα ποτιστεί με κλάμα. Σύντομα μαζί «με το λευκό της φουστάνι θα χάσει το νου και την ελπίδα της». Γιατί οι Πατρινοί συμπολίτες της ακονίζουν απλώς τα νύχια τους στο «αστείο, στο χωρατό. Δεν θέλαμε να κάνουμε κακό» συνεκφωνούν απολογητικά ο Μιχάλης Συριόπουλος, ο Κίμων Κουρής και η Αθανασία Κουρκάκη κρύβοντας τα πρόσωπα τους κάτω από υπερμεγέθεις, χρυσές μάσκες.

    Κι ενώ η τετραμελής ορχήστρα θα μπει δυναμικά μέσα στην παράσταση με το σατιρικό παραδοσιακό τραγούδι «Της Αμύνης τα παιδιά», δίνοντας πολιτικό τόνο στην αφήγηση, ο Γιώργος Παπαγεωργίου θα βουτήξει στη σκηνή για να ζητήσει από τους ηθοποιούς του μεγαλύτερη εξωστρέφεια, μεγαλύτερη εκφραστικότητα. Έχουν δύο ώρες πρόβας ακόμα.

    Το έργο

    Δεν είναι η πρώτη φορά που η τραγική ιστορία της Γιαννούλας τροφοδοτεί μια θεατρική παράσταση. Ενόσω η ίδια βρισκόταν στη ζωή, δημοσιογράφοι της εποχής αποτυπώνουν τα περιστατικά των ψεύτικων γάμων που οργάνωναν δημοσίως εις βάρος της οι κάτοικοι της Πάτρας και η αφήγηση τους τροφοδοτεί μιαν επιθεώρηση. Πολύ αργότερα θ’ ακολουθήσει μια μικρού μήκους ταινία από τον Πατρινό σκηνοθέτη, Τότη Φαφούτη καθώς και παράσταση από το ΔΗΠΕΘΕ της πόλης.

    Είναι, όμως, η πρώτη φορά που γράφεται ένα πρωτότυπο θεατρικό έργο για την περίπτωση της Γιαννούλας, το οποίο υπογράφει η δραματολόγος Θεοδώρα Καπράλου. Συνεργάτιδα του Γιώργου Παπαγεωργίου από την πρώτη του σκηνοθεσία στην «Ωραία του Πέραν» όσο και στον «Αρίστο» που ακολούθησε, κάνει εδώ την πρώτη της ολοκληρωμένη συγγραφική απόπειρα.

    Το νέο έργο της Θεοδώρας Καπράλου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

    Το κείμενο – με την τεχνική της αφήγησης – παρακολουθεί με χρονολογική σειρά τα γεγονότα στη ζωή αυτού του ευαίσθητου ψυχικά κοριτσιού από την Άνω Πόλη της Πάτρας, που είχε καημό να παντρευτεί. Κι αυτή την αχίλλειο πτέρνα της εκμεταλλεύτηκαν οι συμπατριώτες της οργανώνοντας εξωφρενικές φάρσες με ολόκληρη την πόλη να δίνει το παρόν, περιγελώντας την χυδαία.

    Το υλικό άντλησαν από δημοσιεύματα σε εφημερίδες της εποχής αλλά κι από τα κείμενα του Νικόλαου Πολίτη, του κορυφαίου λαογράφου του 19ου αιώνα και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ακολούθησαν, δηλαδή, μοιραία τον ίδιο δρόμο για τη συλλογή ντοκουμέντων όπως και στον «Αρίστο» – αν και σε εκείνη την περίπτωση οδηγός ήταν το μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου».

    Και στη «Γιαννούλα», όμως, ένα πραγματικό πρόσωπο ανεβαίνει στη σκηνή που αποτέλεσε, όπως σημειώνει ο Γιώργος Παπαγεωργίου «κομμάτι της σύγχρονης νεοελληνικής ‘λαικής’ ιστορίας». «Η πραγματικότητα με γειώνει. Αισθάνομαι ότι πατάω πάνω σε χώματα και δεν ονειροβατώ. Βρίσκομαι σε μια ηλικία και φάση ζωής που δεν θέλω να ίπταμαι παρέα με τις φιλοδοξίες μου. Θέλω να μάθω τι λένε αυτά τα χώματα που πατάω και τι κρύβεται κάτω από αυτά» εξηγεί.

    «Τον θυμό, τον πόνο που έχει αυτή η γυναίκα στην ψυχή της, πώς να τον αποδώσεις», λέει η ‘Ελενα Τοπαλίδου που υποδύεται τον ομώνυμο ρόλο.

    Οι ρόλοι – Οι ηθοποιοί

    Από γραφής, η ιστορία της Γιαννούλας περνάει μέσα από έναν αφηγηματικό ρυθμό, αφήνοντας μόνο το δικό της τραγικό πρόσωπο να αναπτυχθεί σε ρόλο. Η Γιαννούλα ζωντανεύει στο πρόσωπο της Έλενας Τοπαλίδου περιστοιχισμένη από τη μικρή κι ευέλικτη ομάδα του Μιχάλη Συριόπουλου, του Κίμωνα Κουρή και της Αθανασίας Κουρκάκη οι οποίοι συμπυκνώνουν την τοπική κοινωνία. «Εγώ τη σκέφτομαι σαν ένα πρόσωπο τραγωδίας που συνυπάρχει με τα πρόσωπα του Χορού» λέει η Τοπαλίδου καθώς ετοιμάζεται να δώσει μια βαθιά συγκινητική ερμηνεία στον ομώνυμο ρόλο. «Με συγκινεί η ευκολοπιστία της, η ανάγκη της να πιστέψει πως κάποιος θα την αγαπήσει. Γι’ αυτό και περισσότερο απ’ όλους δεν κατηγορεί όλους εκείνους που την διαπομπεύουν αλλά εκείνον που ποτέ δεν ήρθε στη ζωή της. Η Γιαννούλα είναι η ηρωίδα ενός παραμυθιού με λυπητερό τέλος. Δεν βρίσκει ποτέ τον πρίγκιπα της».

    Καθώς η μαρτυρική της περιπέτεια της ενσωματώθηκε ως επεισόδιο μέσα στο πατρινό καρναβάλι για πολλές δεκαετίες, η τριμελής ομάδα των Πατρινών προβάλλει, όπως παρατηρεί ο Μιχάλης Συριόπουλος, «σαν καρναβαλικό ανσάμπλ. Από την μια, είναι οι αφηγητές της ιστορίας της κι από την άλλη, οι νταβατζήδες και οι δήμιοι της. Στην αρχή των προβών αισθανόμουν πως έφερνα στο φως ένα τέρας. Στη συνέχεια, δώσαμε μικρά ελαφρυντικά στα πρόσωπα αυτά. Ίσως έφταιγε και η εποχή: Λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, όπου ο φασισμός είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται, όπου οι καταστροφές έπλητταν απανωτά την Ελλάδα (βλέπε Μικρασιατική καταστροφή και προσφυγιά), οι άνθρωποι γίνονταν καθρέφτες των καταστάσεων και επιτίθονταν στους αδύναμους. Αυτές οι φάρσες των Πατρινών βαφτίστηκαν μέσα στο γλέντι – μην ξεχνάμε τις ρίζες μας στο Διόνυσο και τη βακχεία. Ωστόσο, η συμπεριφορά τους έφτασε να γίνει ανεξέλεγκτη: Πάνω από 10.000 άνθρωποι με τη συνεργασία του Λιμενικού συμμετείχαν στην τελευταία γαμήλια φάρσα».

    Στο Διόνυσο και στη βακχεία παραπέμπει η ερμηνεία του Μιχάλη Συριόπουλου.

    Με δεδομένη την καρναβαλική ένταση που είναι πια καταγεγραμμένη στο dna της πόλης, οι ήρωες της παράστασης απαιτούν μεγάλο ενεργειακό φορτίο στην ερμηνεία τους. Η Έλενα Τοπαλίδου, θυμάται τις ημέρες της χορευτικής της καριέρας, δοκιμάζοντας – αυτοσχεδιαστικά σχεδόν, μετά την προτροπή του σκηνοθέτη της – να αποχαιρετήσει την πόλη μ’ έναν απελπισμένο χορό στους ήχους ενός βαλς. «Τον θυμό, τον πόνο που έχει αυτή η γυναίκα στην ψυχή της, πώς να τον αποδώσεις. Θέλει πολλή αλήθεια γι’ αυτό και προσπαθώ να είμαι δυνατή σαν εργαλείο για να ανταπεξέλθω» ομολογεί η πρωταγωνίστρια της παράστασης.

    Την ίδια αγωνία μοιάζει να μοιράζεται και ο Μιχάλης Συριόπουλος. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Κίμων Κουρής και η Αθανασία Κουρκάκη καλούνται να μεταφέρουν τον παλμό ενός πλήθους παρότι είναι μόλις τρεις άνθρωποι. «Κι αυτό πρέπει να το πετύχουμε σ’ έναν τεράστιο χώρο, χωρίς να φαινόμαστε μικροί και λίγοι. Πρέπει να ισορροπήσουμε σ’ αυτήν τη αντίφαση όπου το σώμα λέει άλλα από αυτά που λέει το στόμα. Χρειάζεται μεγάλη τρέλα και εκφραστικότητα».

    Ο Γιώργος Παπαγεωργίου σε ρόλο σκηνοθέτη της παράστασης.

    Η σκηνοθεσία

    Ο Γιώργος Παπαγεωργίου προχωρά στην τέταρτη σκηνοθεσία του και στη μεγαλύτερη κλίμακα που έχει δουλέψει ποτέ μέχρι σήμερα. Όμως, η πρόθεση του δεν αλλάζει: «Θέλω να πω την ιστορία. Και από την στιγμή που επιλέγω να την πω, ο τρόπος είναι προφανώς προσωπικός. Μέσα από τους ηθοποιούς θέλω να υπάρχει η «αγωνία» μου στην παράσταση. Είναι περίεργο όταν είσαι ηθοποιός και σκηνοθετείς, πρέπει να καθοδηγήσεις κάποιους άλλους να το εκφράσουν απόλυτα προσωπικά. Είναι η πιο εμμονική και ταυτόχρονα γενναιόδωρη πράξη που μπορείς να κάνεις. Υπήρξα πολύ τυχερός εδώ γιατί βρέθηκα με ηθοποιούς που έκαναν όλη αυτή τη διαδικασία τόσο αβίαστη. Ξέρεις καμιά φορά δεν ζητάς και πολλά, ένα «ναι» ζητάς και η δουλειά γίνεται με τρόπο αποκαλυπτικό» ομολογεί.

    Οι πρωταγωνιστές του επιβεβαιώνουν πως σ’ αυτά τα πρώτα σκηνοθετικά βήματα του – «παρότι είναι σκληρός και απαιτητικός» όπως αποκαλύπτει η Έλενα Τοπαλίδου – η δουλειά προκύπτει ομαδικά. «Μας έχει δείξει μεγάλη εμπιστοσύνη, μας ζητάει να προτείνουμε εκδοχές σκηνικής δράσης αποδεικνύοντας πως ένας καλός σκηνοθέτης δεν θέλει εκτελεστικά όργανα αλλά συνεργάτες» προσθέτει ο Μιχάλης Συριόπουλος.

    Μέσα από αυτήν την ιδιαίτερη παραγωγική διαδικασία που αφηγείται με «το «θέλω» μιας γυναίκας να μη μείνει μόνη της» ενισχύεται και ο κώδικας της παράστασης: «Η «φόρμα» του πατρινού καρναβαλιού και των λαϊκών πανηγυριών εν τέλει» όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης της «αφού στόχος μας είναι να στηθεί ένα ιδιότυπο γλέντι».

    Τα σκηνικά υπογράφει η Ευαγγελία Θεριανού και τα κοστούμια η Βασιλική Σύρμα.

    Η αισθητική ματιά

    Σε μια αποθήκη καρναβαλιού θα παραπέμπει η αίθουσα Η της Πειραιώς 260 όπου θα κάνει πρεμιέρα η «Γιαννούλα, η κουλουρού». Η σκηνογράφος Ευαγγελία Θεριανού, θα εγκαταστήσει εντυπωσιακά άρματα που σε συνδυασμό με τις υπερμεγέθεις μάσκες – οι οποίες παραπέμπουν στους ανύπαρκτους γαμπρούς για τη Γιαννούλα – θα δώσουν μια γνήσια καρναβαλική ατμόσφαιρα. «Όμως, θέλουμε να είναι ορατή η αίσθηση της φθοράς, της σκουριάς, της σκόνης άρα και του χρόνου αφού η φάρσα αφομοιώθηκε από το καρναβάλι για πολλές δεκαετίες» εξηγεί η ίδια. Η Βασιλική Σύρμα που με τη σειρά της σχεδιάζει τα κοστούμια εμπνέεται από τη δεκαετία του 1920 τόσο για το κοστούμι της Γιαννούλας όσο και για το τριμελές ανσάμπλ.

    Η Ρία Ελληνίδου, μέλος της τετραμελούς μπάντας που ερμηνεύει ζωντανά τη σύνθεση της Ματούλας Ζαμάνη.

    Η μουσική

    Όντας και ο ίδιος μουσικός, ο Γιώργος Παπαγεωργίου επιβάλλει στη μουσική έναν αφηγηματικό ρόλο προς όφελος των παραστάσεων του αφού «ολοκληρώνεται καλύτερα στο κεφάλι μου» εξηγεί. Αυτή τη φορά, η συνεργασία του με τη Ματούλα Ζαμάνη – που συνθέτει πρωτότυπη μουσική – δίνει έναν πιο επίσημο χαρακτήρα στον παράγοντα της μουσικής για την εξέλιξη της παράστασης. «Η συνάντηση με τη Ματούλα ευνοήθηκε από την κοινή μας αγάπη για την ιστορία. Η προεργασία ξεκίνησε από πολύ νωρίς και μαζί με τους εξαιρετικούς μουσικούς της, η παράσταση απέκτησε ακριβώς τον «χαρακτήρα» που είχα ονειρευτεί». Επί σκηνής, θα βρεθούν οι μουσικοί Μένιος Γούναρης, Γιάννης Κονταράτος, Ρία Ελληνίδου και Παναγιώτης Τσάκος οι οποίοι εκτός από τη μουσική της Ζαμάνη θα ερμηνεύουν και γνωστά ελληνικά τραγούδια – σχόλιο στην σκηνική δράση.

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Η Γιαννούλα, η κουλουρού της Θεοδώρας Καπράλου κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260, Κτίριο Η) στις 18 Ιουνίου (μέχρι και τις 21 Ιουνίου)

    Σκηνοθετεί ο Γιώργος Παπαγεωργίου. 

    Παίζουν οι Έλενα Τοπαλίδου, Μιχάλης Συριόπουλος, Κίμωνας Κουρής, Αθανασία Κουρκάκη.

    Επί σκηνής οι μουσικοί Μένιος Γούναρης, Γιάννης Κονταράτος, Ρία Ελληνίδου, Παναγιώτης Τσάκος. 

    Περισσότερα από Art & Culture