Avatar: Φωτιά και στάχτη
Η τρίτη φορά δεν είναι και η καλύτερη για το saga επιστημονικής φαντασίας που εμπνεύστηκε ο Τζέιμς Κάμερον.
Ο Τζέικ Σάλι και η οικογένεια που έχει δημιουργήσει με την αγαπημένη του Νεϊτίρι, κρύβονται για να αποφύγουν την εκδικητική μανία των πρώην συμπολεμιστών του. Όμως οι φυλές του πλανήτη Πανδώρα διστάζουν να τους προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο καθώς τρέμουν τα εξελιγμένα όπλα των «Ανθρώπων του Ουρανού» που σκορπούν τον όλεθρο.
Λίγες είναι οι νέες και ενδιαφέρουσες προσθήκες στο δημοφιλές έπος του Κάμερον που ξεκίνησε πριν από 16 χρόνια και έφτασε πλέον στο τρίτο του κεφάλαιο. Το «Φωτιά και στάχτη» γυρίστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το προηγούμενο φιλμ (το «The way of the water» του 2022), γεγονός που μας βοηθά στο να καταλήξουμε με σιγουριά σε κάποια συμπεράσματα. Η ομοιογένεια της συνέχειας του μύθου είναι μεν εξασφαλισμένη σε αρκετά μεγάλο βαθμό, όμως το τεχνολογικό στοιχείο δεν έχει κάτι νέο να προσφέρει σε επίπεδο θεάματος. Ένα θέαμα που είναι εντυπωσιακό αλλά όχι και ανώτερο της προηγούμενης ταινίας που διέθετε εξαίσιες θαλάσσιες λήψεις. Η εξέλιξη της ιστορίας και των χαρακτήρων όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Εδώ ο Κάμερον πραγματοποιεί το πρώτο σοβαρό λάθος του. Αντί να ενισχύσει και το σενάριο με ένα δραματουργικό σχήμα που θα ανοίγει τον ορίζοντα της ιστορίας του σε νέους πειραματισμούς (που πιθανότητα θα οδηγούσαν σε άλλους θαυμαστούς κόσμους), προτιμά να αναμοχλεύσει ιδέες και κλισέ γύρω από το μοτίβο της εκδίκησης.
Το χειρότερο όμως είναι πως αυτό γίνεται όχι με κάποιο φρέσκο ύφος αλλά με μια αντιγραφή από τα παλιά. Όχι μόνο της δικής του εποποιίας αλλά και άλλων κλασικών φιλμ (είναι ενοχλητικά παρόμοια η ιστορία με τα ηθικά διλήμματα γύρω από τη σχέση πατέρα και γιου των Νταρθ Βέιντερ και Λουκ Σκαϊγουόκερ από τον «Πόλεμο των Άστρων») σε μια προσπάθεια να αποκτήσει περισσότερο σκοτάδι το νέο «Avatar». Το «Φωτιά και στάχτη» όμως που θεωρητικά μιλά για τη διαχείριση της απώλειας και το βάρος της κληρονομιάς, παραείναι λαμπερό και φαντεζί για να αποκτήσει η ιστορία του αναγεννημένου Σάλι, το απαραίτητο συναισθηματικό βάθος.