MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΕΤΑΡΤΗ
07
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
  • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
    ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

    Συν & Πλην: «Θείος Βάνιας» στο Θέατρο Προσκήνιο

    Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για την παράσταση «Θείος Βάνιας» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά που ανεβαίνει στο Προσκήνιο

    stars-fullstars-fullstars-fullstars-fullstars-empty
    | Φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα
    author-image Στέλλα Χαραμή

    Το έργο

    Αν ο Τσέχωφ είναι ο μέγας ανθρωπιστής της παγκόσμιας δραματουργίας, τότε ο «Θείος Βάνιας» είναι η πιο βαθιά βουτιά στον ανθρώπινο ψυχισμό και στην ανάγκη να ζήσουμε μέσα από υψηλότερες ανθρώπινες αξίες. Ήταν στ’ αλήθεια η επίδραση του «Βάνια» τόσο ισχυρή στους θεατές – ανθρώπους του Ροστόφ στην αυγή του 20ου αιώνα (οπότε και ανέβηκε για πρώτη φορά) όσο είναι σήμερα; Είναι οι άνθρωποι πιο κοντά στη μοναξιά, την υπαρξιακή απελπισία, την ανάγκη νοήματος από ότι ήταν το 1897; Η αλήθεια είναι ότι, ερήμην μας, είμαστε οι ήρωες στη συγγραφική φαντασία του Τσέχωφ, οι άνθρωποι τους οποίους οραματίζεται ο γιατρός Άστρωφ πως θα υπάρξουν σε 150 χρόνια, απελευθερωμένοι από τα δεσμά της εποχής τους.

    Κι όμως, τον διαψεύδουμε· ακόμα εγκλωβισμένοι στα ίδια αδιέξοδα – αν όχι σε μεγαλύτερα και βαναυσότερα – όπου «κανείς δεν είναι ικανοποιημένος από τη ζωή». Όπου «δεν περιμένουμε τίποτα για τον εαυτό μας». Όπου «για αυτούς (για εμάς) είναι αργά». Και όπου «έχουν στεγνώσει τα συναισθήματα τους (μας)». Ναι, είμαστε αυτοί οι ήρωες του Αντόν Τσέχωφ που βουλιάζουμε στην πλήξη και την απραξία της, βουλημικοί για λιγοστή προσοχή, λιγοστή αγάπη και τρυφερότητα, αυτά τα επιδόρπια που μας κάνουν στους αιώνες να επιμένουμε πως «θα ζήσουμε»· όσο κι αν πεινάμε και διψάμε και για άλλα.

    Στο «Θείο Βάνια», ο Τσέχωφ μας οδηγεί στο κτήμα του Σερεμπριακώφ, στη ρωσική επαρχία, όπου ο συνταξιούχος καθηγητής και ταλαιπωρημένος από ρευματική νόσο αποφασίζει να περάσει το τέλος της ζωής του μαζί με την οικογένεια της πρώτης συζύγου του: Τον Βάνια που ζει και εργάζεται σε απόλυτη ματαίωση για το ξόδεμα της ζωής του, πληγωμένος βαθιά από τον ανεπίδοτο έρωτα που τρέφει για την δεύτερη σύζυγο του καθηγητή, Ελένα. Την Σόνια, ένα ασχημούτσικο μα εργατικό και καλλιεργημένο πλάσμα, επίσης θύμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα – για τον τοπικό γιατρό και παθιασμένο ιδεολόγο Άστρωφ. Και τέλος, την Μαρία Βασίλιεβνα, πεθερά του καθηγητή και αθεράπευτα γοητευμένη από το πνεύμα του. «Η ανόητη και βαρετή ζωή» αναγκάζει σε συμβίωση όλα αυτά τα ολοκάθαρα δυστυχισμένα πρόσωπα που, μέσα από τις συγκρούσεις στους κόλπους της οικογένειας, συνειδητοποιούν πως ό,τι νόμιζαν για ευτυχία τους έχει προσπεράσει. Και πως θα ζήσουν σαν «γκρίζες κηλίδες» υπομένοντας αγόγγυστα «μέχρι η ζωή να τελειώσει από μόνη της».

    Θα είχε αξία να καταμετρηθούν τα ανεβάσματα του «Θείου Βάνια» στην ελληνική σκηνή ως μαρτυρίες αυτής της ακαταμάχητης έλξης που μας ασκεί ο Τσέχωφ αφού δεν είναι παρά μια λυτρωτική τελετουργία προς την ανθρώπινη αδυναμία. Η μετάφραση που χρησιμοποιεί ο Δημήτρης Καραντζάς στο ανέβασμα του, ανήκει στην Χρύσα Προκοπάκη, μια από τις σημαντικότερες μεταφραστικές εργασίες που έχουν γίνει για το «Θείο Βάνια».

    Φιντέλ Ταλαμπούκας και Ηρώ Μπέζου στους ρόλους του Αστρόφ και της Σόνια, αντίστοιχα.

    Η παράσταση

    Είναι, σχεδόν, αδύνατον, ο «Θείος Βάνιας» να μην αποτελέσει τη γενεσιουργό αιτία μιας καλής παράστασης. Στην περίπτωση της ανάγνωσης Καραντζά μπορούμε να περάσουμε σε μιαν άλλη κλίμακα, μιλώντας για μια εξαιρετική προσέγγιση – οπωσδήποτε μια από τις εντελέστερες που έχουν γίνει πάνω στον Τσέχωφ στη σύγχρονη ελληνική σκηνή. Κυρίαρχα δομικά υλικά σε αυτό το αποτέλεσμα μοιάζουν να είναι οι ερμηνείες του θιάσου με έναν σπουδαίο Χρήστο Λούλη στον επώνυμο ρόλο αλλά και η εικαστική αποτύπωση: Το εμβληματικό σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά και οι έμπλεοι δραματικότητας φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.

    Ο Μανώλης Μαυροματάκης στο ρόλο του καθηγητή Σερεμπριακώφ.

    Τα Συν (+)

    Οι ερμηνείες

    Επικρατεί συχνά η αντίληψη πως για το ανέβασμα κλασικών «επώνυμων» έργων χρειάζεται ο ηθοποιός που θα ερμηνεύσει τον ομώνυμο ρόλο. Αυτός ο κανόνας επαληθεύεται στο πρόσωπο του Χρήστου Λούλη, ίσως του πιο νέου (ηλικιακά) «Θείου Βάνια» (μαζί με τον επίσης εξαιρετικό Κώστα Κουτσολέλο στο πρόσφατο ανέβασμα της Μαρίας Μαγκανάρη) που έχουμε δει.

    Είναι συχνό φαινόμενο οι πομπώδεις επιθετικοί προσδιορισμοί στα ρεπορτάζ κριτικών, αλλά ο Λούλης είναι ένας, χωρίς υπερβολή, συνταρακτικός Βάνιας, συγκινητικός μέχρι το μεδούλι, με μια ερμηνεία που ταρακουνάει αυτό που ονομάζουμε υπαρξιακή πτώση του ήρωα. Δίπλα του, η Ηρώ Μπέζου επιτυγχάνει μια ιδιαίτερα φορτισμένη απόδοση της Σόνιας, του πώς δηλαδή η νιότη καταποντίζεται προς τη λήθη, χωρίς ούτε μια χαραμάδα εξόδου από τη μοναξιά. Οι δυο τους είναι οι κεντρικοί μοχλοί που παρασύρουν τον ερμηνευτικό μηχανισμό σε μια καίρια εσωτερικότητα που απογειώνει τις τσεχωφικές αναγνώσεις.

    Παρά το μικρότερο ρόλο της Μαρίνας, η Μαρία Φιλίνη στερεώνει με επιδεξιότητα την περίφημη «ανθρωπινότητα» του συγγραφέα. Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας είναι μια ‘παράδοξη’ επιλογή για το ρόλο του Άστρωφ, μα όπως αποδεικνύεται δεν του λείπει το πάθος για να μεταδώσει την απόγνωση του ήρωα του. Ο Μανώλης Μαυροματάκης, συνεπής στο ρόλο του Σερεμπριακώφ, με πιο ενδιαφέρουσες κλιμακώσεις κατά την σύγκρουση με τον Βάνια του Χρήστου Λούλη. Η Θεοδώρα Τζήμου μοιάζει να εγκλωβίζεται στο ρόλο της μοιραίας Ελένα Αντρέεβνα σε μια πιο επιδερμική αποτύπωση – αν και συμπράττει ωραία στη σκηνή συμφιλίωσης με την Σόνια της Ηρώς Μπέζου. Ο Αντώνης Αντωνόπουλος όσο και η Ξένια Καλογεροπούλου στους, οιστρικής επιρροής, ρόλους του Τελιέγκιν και της Μαρία Βασίλιεβνα κλείνουν το μάτι στη λοξότητα και την κωμικότητα της τσεχωφικής γραφής. Όλοι τους δρουν σε μια ικανοποιητική ερμηνευτική σύμπνοια.

    Η σκηνοθεσία

    Οπαδός της εξαντλητικής ακρίβειας που – εξυπηρετείται καλύτερα μέσα στην αυστηρή φόρμα – ο Δημήτρης Καραντζάς αποδρά από το δεύτερο, αλλά ευτυχώς όχι από το πρώτο. Αφήνεται να παρασυρθεί από την μελαγχολική φλόγα των ηρώων του, οδηγώντας τους πρωταγωνιστές του σ’ ένα βαθύ και ευρύ ανάγνωσμα της κατάστασης τους. Κι έτσι ολόκληρη η παράσταση περιστρέφεται – οπτικά γύρω από ένα τραπέζι – αλλά εννοιολογικά γύρω από τον πυρήνα της ζωής: Την απελπισμένη αναζήτηση μιας ευτυχίας.

    Κι όσο κι αν η σκηνοθεσία του έχει περιορισμένη χωροταξία για να αναπτυχθεί (και να σηματοδοτήσει των εγκλωβισμό τους), τόσο εκείνος δίνει χώρο σε ηθοποιούς και λοιπούς συντελεστές να δημιουργήσουν. Ιδιαίτερα γενναιόδωρο το μοίρασμα του με τη σκηνογράφο Μαρία Πανουργιά που δαμάζει τη δύστροπη σκηνή του «Προσκηνίου». Αν δε, έλειπαν και οι μακροσκελείς παύσεις (περί πλήξης) πιθανότατα το αποτέλεσμα να ήταν ακόμα πιο επιδραστικό.

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΗρώ Μπέζου: Δεν ξέρω να διεκδικώ. Δεν βιάζομαι για κάτι12.09.2018

    Τα σκηνικά και οι φωτισμοί

    Η σκηνογράφος Μαρία Πανουργιά λειτουργεί ως βασικός συνομιλητής της σκηνοθεσίας, κατασκευάζοντας ένα σκηνικό – εικαστική εγκατάσταση που συμβάλλει στην υστεροφημία αυτής της παράστασης. Το ευμέγεθες ξύλινο τραπέζι που καταλαμβάνει τη σκηνή – και οριακά παραπέμπει στην τοιχογραφία του Ντα Βίντσι για το «Μυστικό Δείπνο» – πέραν από την αισθητική του υπεροχή, τονώνει αυτό το αίσθημα επικίνδυνης ασφυξίας που βιώνουν τα πρόσωπα, πεινασμένα για όλες τις ζωϊκές ανάγκες εκτός από τα εδέσματα που φιγουράρουν πάνω στο έπιπλο. Η σκηνογραφία της δένει άψογα με τους θερμούς, δραματικής έντασης, φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου που μοιάζουν με το πυκνό φως ενός ήλιου που δύει – όπως οι ζωές των τσεχωφικών ηρώων.

    Η κινησιολογία

    Πώς κινούνται τα σώματα σε μια σκηνή με ελάχιστο χώρο; Η σπαζοκεφαλιά απασχόλησε αποδοτικά τον Τάσο Καραχάλιο που δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά ως πατάρι και ως υποβολείο, τοποθετώντας, δηλαδή, τους ηθοποιούς πάνω και κάτω από το τραπέζι. Με κύριο μέλημα την αποτύπωση της παραίτησης των σωμάτων.

    Χρήστος Λούλης και Μαρία Φιλίνη.

    Τα Πλην (-)

    Η μουσική

    Σπάνιο να γράφεται από εδώ κάτι αντίστοιχο για τις συνθέσεις του Δημήτρη Καμαρωτού. Κι όμως, η μουσική που έχει φέρει στο τραπέζι του «Βάνια» παραείναι εγκεφαλικές για ένα έργο φορτισμένο από την ποίηση της ύπαρξης – και της ανυπαρξίας.

    Ο, κατά τόπους, ρυθμός

    Το ξεκούρδισμα του σκηνικού χρόνου είναι ένα από τα «τρικ» που χρησιμοποιεί ο Δημήτρης Καραντζάς, πιθανότατα ως σχόλιο της θλιβερής επανάληψης που βιώνουν οι ήρωες του. Και παρότι δόκιμο ως σύλληψη, τελικά αποξενώνει από την ζεστασιά που χτίζουν όλοι οι φορείς της παράστασης και λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι μιας δόσης μοντερνικότητας.

    Το άθροισμα (=)

    Μια από τις εντελέστερες αναγνώσεις που έχουν γίνει πάνω στον «Θείο Βάνια» στη σύγχρονη ελληνική σκηνή με μια λαμπρή ερμηνεία από το Χρήστο Λούλη στον ομώνυμο ρόλο.

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
    Συγγραφέας: Αντόν Τσέχωφ
    Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη
    Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς

    Σκηνικά: Μαρία Πανουργιά
    Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
    Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
    Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
    Χορογραφία: Τάσος Καραχάλιος

    Παίζουν: Χρήστος Λούλης, Ξένια Καλογεροπούλου, Μανώλης Μαυροματάκης, Θεοδώρα Τζήμου, Ηρώ Μπέζου, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Μαρία Φιλίνη, Αντώνης Αντωνόπουλος.

    Διάρκεια: 120΄
    Τιμές Εισιτηρίων: από 13 ευρώ
    Πληροφορίες: Καπνοκοπτηρίου 8, Αθήνα - 21 0825 6838
    Παραστάσεις: Τετάρτη 19:00 Πέμπτη 20:00 Παρασκευή 21:00 Σάββατο 17:00 & 21:00 Κυριακή 19:00
    Περισσότερα από Κριτική Θεάτρου