Αν το «Ελλάδα 2.0» έγινε συνώνυμο ενός σχεδίου για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, το «Ελλάδα 3.0» μοιάζει να προτείνει κάτι διαφορετικό: όχι μια νέα Ελλάδα, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο να τη δεις. Μια Ελλάδα που κρύβεται στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, στις αντιφάσεις της, στις εμμονές με το παρελθόν και στις ιστορίες που εκτυλίσσονται δίπλα μας χωρίς να τους δίνουμε πάντα σημασία.
Αυτό ακριβώς επιχειρούν οι τρεις μικρού μήκους ταινίες που συνθέτουν το εγχείρημα. Το Planet Balcony της Ιωάννας Κρυωνά μετατρέπει ένα απλό μπαλκόνι σε χώρο παρατήρησης, εκεί όπου το ιδιωτικό συναντά διαρκώς το δημόσιο. Το Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει του Δημήτρη Παπαθανάση χρησιμοποιεί ένα νεκροταφείο για να μιλήσει για τις ανισότητες και τις μικρές ή μεγάλες παθογένειες της κοινωνίας. Eνώ στο 100 Χρόνια Μπροστά, ο Μιχάλης Γιγιντής αφηγείται τη σουρεαλιστική ιστορία ενός ιδιωτικού ερευνητή που θεωρεί τη μοίρα του δεμένη με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Παρότι οι τρεις ταινίες δεν δημιουργήθηκαν για να λειτουργήσουν ως ενιαίο έργο, η κοινή τους προβολή γεννά έναν απρόσμενο διάλογο. Με διαφορετικές κινηματογραφικές γλώσσες, αλλά κοινή διάθεση να σχολιάσουν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, οι δημιουργοί τους μιλούν στο Monopoli για τη συνύπαρξη των έργων τους, για τους χώρους που μετατρέπονται σε πρωταγωνιστές, για τη νοσταλγία, το χιούμορ και για το αν η μικρού μήκους μπορεί να βρει μια πιο σταθερή θέση στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Ιωάννα Κρυωνά: Η τριλογία είναι μια νέα, αντισυμβατική προσέγγιση της διανομής από τη μία και από την άλλη μια αναθεώρηση της αφήγησης. Τρεις διαφορετικές ταινίες που ενώθηκαν αφού ολοκληρώθηκαν και που, παρά τις ετερόκλιτες προσεγγίσεις τους σκηνοθετικά, στη συνύπαρξή τους μετεξελίσσονται σε μια αναθεωρημένη δραματουργική φόρμα. Είναι μια κινηματογραφική εμπειρία καθόλου συνηθισμένη, ακριβώς επειδή συντίθεται από τρεις διαφορετικούς κόσμους που μπαίνουν σε έναν διάλογο που λειτουργεί. Και αυτό το επιβεβαιώνει με μεγάλη μας χαρά και το κοινό.
Να πω εδώ, σε αντίθεση με κριτικούς κινηματογράφου που επιμένουν να μας κρίνουν ως μεμονωμένες ταινίες, θλιβερά εμμονικοί με τον ανταγωνισμό και την αντισυλλογικότητα, δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να δουν το “Ελλάδα 3.0” ως σύνολο, αλλά προτίμησαν να το αντιμετωπίσουν σαν φεστιβαλικό σλοτ.

Ιωάννα Κρυωνά: Η σκηνοθέτρια του Planet Balcony
Δημήτρης Παπαθανάσης: Η αλήθεια είναι ότι όταν γυρίζαμε την ταινία δεν φανταζόμουν ότι κάποια στιγμή θα αποτελούσε μέρος ενός τέτοιου εγχειρήματος. Νομίζω ότι και οι τρεις ταινίες έχουν μια κοινή διάθεση παρατήρησης της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Μιχάλης Γιγιντής: Είμαι χαρούμενος που συμμετέχουμε σε αυτό το εγχείρημα μαζί με δύο εξαιρετικές ταινίες. Με την κινηματογραφική έννοια είναι τρία διαφορετικά σύμπαντα, όπου μέσα από ένα κωμικοτραγικό πλαίσιο σχολιάζουν και καυτηριάζουν κοινωνικά θέματα. Αυτή είναι η σύνδεση μεταξύ τους, όπως και ο σαρκασμός με τον οποίο προσεγγίζουν τα πράγματα. Πρόκειται για τρεις ταινίες που δεν φτιάχτηκαν εξαρχής για να συνυπάρξουν αλλά καταφέρνουν να λειτουργούν αρμονικά μαζί. Οι χαρακτήρες και των τριών μάς είναι οικείοι και ο καθένας δίνει με έναν τρόπο τη σκυτάλη στον επόμενο.
Ένα μπαλκόνι, ένα νεκροταφείο και ένα θερινό σινεμά. Γιατί επιλέξατε αυτούς τους χώρους ως κεντρικούς άξονες των ιστοριών σας;Δημήτρης Παπαθανάσης: Η αφορμή ήταν ένα δημοσίευμα που διάβασα σχετικά με τον συνωστισμό που παρατηρείται σε ορισμένα νεκροταφεία. Κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι το νεκροταφείο είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Ένας χώρος όπου όλοι θεωρητικά είναι ίσοι, αλλά στην πράξη οι ζωντανοί φροντίζουν να αποδείξουν το αντίθετο.

Δημήτρης Παπαθανάσης: Ο σκηνοθέτης του Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει
Ιωάννα Κρυωνά: Με ενδιέφερε ακριβώς το ενδιάμεσο. Το μπαλκόνι δεν έχει σαφή όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Είναι ένας χώρος όπου συνεχώς τίθενται ερωτήματα για το τι επιτρέπεται και τι όχι, τι είναι κοινωνικά αποδεκτό και τι όχι. Το παιχνίδι των ορίων είναι ανεξάντλητο και, επειδή οι ιστορίες που με ενδιαφέρουν κινούνται γύρω από τις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, το μπαλκόνι ήρθε οργανικά σαν το πιο χαρακτηριστικό και καθημερινό panopticon, όπου υπάρχεις σαν παρατηρητής και αντικείμενο του βλέμματος, σαν κριτής και κρινόμενος.
Μιχάλης Γιγιντής: Το θερινό σινεμά είναι κατά μια έννοια ένας ιερός χώρος όπως είναι όλοι οι χώροι πολιτισμού. Είναι μια συνολική εμπειρία, με εικόνες, ιδέες, μυρωδιές, παρέες και τους νυχτερινούς ήχους της πόλης. Στην ταινία είναι το βασικό εύρημα της πλοκής. Εκεί που “κάποτε έπαιζε Μπουνιουέλ και Παζολίνι”, σήμερα κινδυνεύει να δημιουργηθεί “άλλο ένα roof garden με πισίνα”, όπου θα βγαίνουν “σέλφις με φουσκωτούς μονόκερους”. Αυτό συμβολίζει μια εποχή όπου η εξέλιξη πολλές φορές σημαίνει μόνο επιδίωξη του κέρδους, ανεξάρτητα από το αντίτιμο.
Μιχάλης Γιγιντής: Η νοσταλγία μπορεί φυσικά να γίνει παγίδα. Πολλές φορές μοντάρουμε στο μυαλό μας τις αναμνήσεις μας και ερμηνεύουμε το παρελθόν όπως μας αρέσει. Κρατάμε αυτό που θέλουμε και εξιδανικεύουμε εποχές που ίσως δεν ήταν μόνο ένδοξες. Η νεοελληνική ιστορία δεν είναι μόνο αγώνες και επαναστάσεις. Έχει ίντριγκες, σουρεαλισμό, προδοσίες, φιλοδοξία και πολύ αλκοόλ. Αυτή η πλευρά ίσως έχει περισσότερα να μας διδάξει σήμερα.

Μιχάλης Γιγιντής: Ο σκηνοθέτης του 100 Χρόνια Μπροστά
Ιωάννα Κρυωνά: Θέλω μέσα από την απλότητα, από τον ανεπιτήδευτο λόγο και την επαναληπτικότητα που τον χαρακτηρίζει, να προκύπτουν καθημερινοί χαρακτήρες, γνώριμοι, της διπλανής πόρτας. Δεν είναι εύκολο να πλάσεις έναν κόσμο που αξιώνει ρεαλισμό και πειστικότητα, γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να αναπτύσσεται ήσυχα και βραδύκαυστα. Στη σχέση των δύο συγκατοίκων του Planet Balcony με ενδιέφερε ιδιαίτερα η ιεραρχική δομή της φιλίας τους, μέχρι τη στιγμή που αυτή ανατρέπεται. Αυτή η ταύτιση του κοινού με τους χαρακτήρες είναι ίσως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν δημιουργό.
Τι σημαίνει για εσάς η έξοδος των μικρού μήκους από το φεστιβαλικό πλαίσιο και η συνάντησή τους με το ευρύ κοινό;Δημήτρης Παπαθανάσης: Οι περισσότερες μικρού μήκους κάνουν τον κύκλο τους στα φεστιβάλ και μετά χάνονται. Γι’ αυτό χαίρομαι ιδιαίτερα για την πρωτοβουλία να βγουν στις αίθουσες και να συναντήσουν ένα κοινό που πιθανότατα δεν θα τις έβλεπε σε κάποιο φεστιβάλ. Εύχομαι το εγχείρημα να συνεχιστεί και να δούμε κι άλλες μικρού μήκους να βρίσκουν τη θέση που τους αξίζει στη μεγάλη οθόνη.
Μιχάλης Γιγιντής: Πρόκειται για μια καινοτομία από την Tanweer στον τομέα της διανομής που θα μπορούσε να αποτελέσει μια ακόμη δίοδο ώστε στο άμεσο μέλλον η μικρού μήκους ταινία να συναντά τακτικά το κινηματογραφικό κοινό στις αίθουσες. Αυτό θα ήταν υπέροχο για το ελληνικό σινεμά.
Ιωάννα Κρυωνά: Η εμπειρία του “Ελλάδα 3.0” δείχνει ότι τρεις αυτόνομες ταινίες μπορούν να δημιουργήσουν κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμά τους. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον πείραμα: όχι μόνο ένας διαφορετικός τρόπος διανομής, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπουμε και να διαβάζουμε τον κινηματογράφο.