Στέφανος Ληναίος: «Έσβησε» στα 98 του ο σπουδαίος θεατράνθρωπος
Σε ηλικία 98 ετών πέθανε ο Στέφανος Ληναίος, μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού θεάτρου.
Ο Στέφανος Ληναίος, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και πολυσχιδείς φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου, πέθανε σε ηλικία 98 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα εκτενές έργο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης αλλά και άνθρωπος με ενεργή παρουσία στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα.
Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε η κόρη του, ηθοποιός Μαργαρίτα Μυτιληναίου, μέσα από ανάρτησή της στα social media, προκαλώντας συγκίνηση στον καλλιτεχνικό χώρο.
Ο κατά κόσμον Διονύσιος Μυτιληναίος υπήρξε μια από τις χαρακτηριστικές μορφές του νεοελληνικού θεάτρου, με πορεία που ξεπερνά τις επτά δεκαετίες. Δραστηριοποιήθηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και θεατρικός παραγωγός, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε έντονα πολιτικοποιημένος και κοινωνικά παρεμβατικός. Η διαδρομή του συνδέθηκε τόσο με τη σκηνή όσο και με τον ελληνικό κινηματογράφο, όπου συμμετείχε σε παραγωγές της λεγόμενης «χρυσής εποχής», δίπλα σε σημαντικούς ηθοποιούς της εποχής.

Ο Στέφανος Ληναίος μαζί με την Έλλη Φωτίου.
Σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου και της οικογένειάς του, πραγματοποιήθηκε αποτέφρωση σε στενό κύκλο, το πρωί της Τετάρτης 22 Απριλίου στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας.
Η κόρη του, Μαργαρίτα Μυτιληναίου, τον αποχαιρέτησε με μια ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά ανάρτηση, γράφοντας χαρακτηριστικά:
“Καλό σου ταξίδι, πατέρα.
Έφυγες πλήρης και πλήρης ημερών, χαμογελαστός και γεμάτος αγάπη. Μεγάλο πράγμα.
Όλη σου τη ζωή πάλεψες για αυτό που θεωρούσες έντιμο, δίκαιο και Δημοκρατικό.
Αγώνες, αγωνίες, εξορίες, οικονομικές καταστροφές, πολιτικές απογοητεύσεις- όλα τα αντιμετώπισες. Όλα τα ξεπέρασες.
Ο δρόμος που περπάτησες είχε πολλή μοναξιά αλλά και μεγάλες νίκες.
Θέατρο, ραδιόφωνο, κείμενα σε εφημερίδες, βιβλία, συνδικαλισμός. Σε όλα άφησες το ισχυρό σου αποτύπωμα.
Για καλό κατευόδιο σου χαρίζω τον ήλιο της Άνοιξης, την ευωδιά του λουλουδιού της νεραντζιάς, τη γεύση του παγωτού καϊμάκι και τη θέα του Μεσσηνιακού κόλπου που τόσο αγαπούσες. Α, και έναν ελληνικό καφέ σαν αυτόν που έπινες κάθε απόγευμα με την μαμά.
Αυτά, πατέρα.
Καλό δρόμο…”