Γιάννης Χρήστου – Εναντιοδρομία: Το «άγνωστο» αρχείο μιας μουσικής ιδιοφυΐας σε μια έκθεση στο ΕΜΣΤ
Το Αρχείο Γιάννη Χρήστου, που φυλάσσεται στο Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών, ανοίγει για πρώτη φορά σε ένα ευρύτερο κοινό και παρουσιάζεται μέσα από την έκθεση «Εναντιοδρομία» στο ΕΜΣΤ, φωτίζοντας το έργο μιας μεγάλης μορφής της μουσικής πρωτοπορίας του 20ου αιώνα.
Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παρουσιάζει, από τις 2 Απριλίου 2026, σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών, την έκθεση «Εναντιοδρομία», αφιερωμένη σε μια από τις μεγάλες μορφές της μουσικής πρωτοπορίας του 20ου αιώνα, τον Γιάννη Χρήστου (1926-1970).

Ο Γιάννης Χρήστου στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών, c.1963. Αρχείο Γιάννη Χρήστου – Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης Ωδείου Αθηνών
Ο Γιάννης Χρήστου (1926-1970) ανήκει στις μεγάλες μορφές της μουσικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα, παρόλο που σήμερα παραμένει ακόμα ελλειπτικά γνωστός στο καλλιτεχνικό σύμπαν. Όμως πέρα και από τη μουσική πράξη του, ο σπουδαίος Έλληνας δημιουργός υπήρξε ένας στοχαστής της τέχνης και της ανθρώπινης εμπειρίας. «Φιλοσοφώ και το αποτέλεσμα γίνεται μουσική», δήλωνε ο ίδιος – και για αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί σήμερα όχι μόνο ως ένας φιλόσοφος του ήχου, αλλά και ένας ηχητικός φιλόσοφος. Το έργο του διακρίνεται από σπάνια ενότητα και συνέπεια, από τη ριζοσπαστική αντιμετώπιση των μουσικών και καλλιτεχνικών συμβάσεων, αλλά κυρίως από το πνευματικό υπόβαθρο το οποίο εμπνέει και διαπνέει τις συνθέσεις του: η δύναμη του μύθου, το υπερβατικό στοιχείο, η ζωογόνος σημασία της τελετουργίας, οι αρχέγονοι φόβοι του ανθρώπου, ο πανικός, η υστερία.
Από τον αδόκητο θάνατό του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα – μόλις στα 44 του, ακριβώς στη δημιουργική ακμή του – μέχρι σήμερα, κάθε αναφορά στη ζωή και το έργο του Χρήστου ακολουθεί μια μυθολογική αφήγηση, τονίζοντας τα ανεκδοτικά στοιχεία του βίου του και τις μυστηριακές πτυχές τους. Η έκθεση στο ΕΜΣΤ θα αποτελέσει στην ουσία την πρώτη μεγάλη χειρονομία που έχει σκοπό να συστήσει τον δημιουργό μέσα από τα ίδια τα τεκμήρια της σκέψης και της πολυσχιδούς πράξης του. Το Αρχείο Γιάννη Χρήστου, που φυλάσσεται στο Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών, ανοίγει για πρώτη φορά σε ένα ευρύτερο κοινό προκειμένου να μας ξεναγήσει στο σύμπαν της έμπνευσης του δημιουργού, στον τρόπο σκέψης και τη μέθοδο δράσης του, τα σημεία τομής με άλλα πεδία της τέχνης, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της καθημερινής πράξης – της ανθρώπινης εμπειρίας, σύμφωνα με τον ίδιο.
Με τίτλο δανεισμένο από το ομότιτλο έργο του Χρήστου, η έκθεση παίρνει τη μορφή μιας παρτιτούρας αλλά και ενός αμφίδρομου χρονολόγιου – το οποίο θα ακολουθεί την παρουσία του συνθέτη καθώς αυτή εξελίσσεται στον χρόνο, αλλά και καθώς ανοίγεται στον χώρο. Εκτός από τεκμήρια, όπως αλληλογραφία, φωτογραφίες, παρτιτούρες, βιβλία, φιλοσοφικά κείμενα και χειρόγραφες σημειώσεις, ο εξειδικευμένος ηχητικός σχεδιασμός στον χώρο θα συγκεντρώνει τον ηχητικό κόσμο του Χρήστου, περιλαμβάνοντας από οπτικοακουστικά αποσπάσματα μέχρι ηχογραφήσεις ολόκληρων έργων.
Η έκθεση έρχεται σε συνέχεια του σταθερού ενδιαφέροντος του ΕΜΣΤ για την πρωτοποριακή και πειραματική μουσική, όπως φάνηκε και από τις δύο εκθέσεις «Ιάννης Ξενάκης: Ηχητικές Οδύσσειες» και «Ο Ξενάκης και η Ελλάδα» που πραγματοποιήθηκαν το 2023-2024, τις επαναλαμβανόμενες συνεργασίες με το Ωδείο Αθηνών και την Εθνική Λυρική Σκηνή, αλλά και από τις πολυάριθμες μουσικές δράσεις που διοργανώνει.
Την επιμέλεια της έκθεσης, που γίνεται σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών, έχει ο μουσικός-μουσικολόγος και Επιμελητής του Αρχείου Γιάννη Χρήστου, Κωστής Ζουλιάτης ενώ τον εκθεσιακό σχεδιασμό η αρχιτέκτονας Θάλεια Μέλισσα.

Ο Γιάννης Χρήστου στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών, c.1963. Αρχείο Γιάννη Χρήστου – Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης Ωδείου Αθηνών
Ο Γιάννης Χρήστου (Jani Christou) γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην Ηλιούπολη του Καΐρου στις 8 Ιανουαρίου 1926. Μεγάλωσε στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, φοίτησε στο αγγλικό κολέγιο Βικτόρια, ενώ μαθαίνοντας πιάνο από την Τζίνα Μπαχάουερ ξεκίνησε να συνθέτει από μικρή ηλικία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ταξίδεψε στην Αγγλία για να σπουδάσει Ηθικές Επιστήμες (Φιλοσοφία) στο King’s College του Πανεπιστημίου του Cambridge, σε έναν καιρό που δίδασκαν εκεί ο Ludwig Wittgenstein και ο Bertrand Russell. Παράλληλα, παρακολούθησε ιδιαίτερα μαθήματα αρμονίας και αντίστιξης με τον Hans Ferdinand Redlich – διακεκριμένο μουσικολόγο και μελετητή του Alban Berg – ενώ το 1949 μετακόμισε στην Ιταλία για να παρακολουθήσει τα θερινά τμήματα σύνθεσης στην Ακαδημία Κιτζιάνα της Σιένα, καθώς και σπουδές στην ενορχήστρωση με τον Angelo Francesco Lavagnino, γνωστό κυρίως για κινηματογραφικές συνθέσεις.
Στις αρχές της νέας δεκαετίας, ο Χρήστου παρουσίασε τις πρώτες μεγάλες συνθέσεις του για ορχήστρα: Μουσική του Φοίνικα (1949-50), Συμφωνία αρ.1 (1951) – έργα που είχαν εντυπωσιακή πρεμιέρα στο Λονδίνο υπό τη διεύθυνση του Alec Sherman – για να ακολουθήσουν η Λατινική Λειτουργία (1953) και τα Έξι Τραγούδια σε ποίηση T. S. Eliot για πιάνο και μεσόφωνο (1955). Περιπλανήθηκε αρκετά στην Ευρώπη, μένοντας για ένα μικρό διάστημα στη Ζυρίχη, όπου ήρθε σε επαφή με το περιβάλλον του C. G. Jung, δίπλα στον μεγαλύτερο αδερφό του, Ευάγγελο (Εύη) Χρήστου (1923-1956), απόφοιτο του Ινστιτούτου Jung. Tο 1956 παντρεύτηκε την παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, ζωγράφο από τη Χίο, η οποία στήριξε τον Χρήστου σε όλες τις δημιουργικές αναζητήσεις του. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο Εύης Χρήστου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αίγυπτο – γεγονός που, στα χρόνια που ακολούθησαν, επηρέασε βαθιά τον ψυχισμό και τη δημιουργική συνέχεια του συνθέτη, αφού στον μεγάλο αδερφό χρωστούσε τα πάντα: τη μύησή του στον κόσμο της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, των πνευματικών αναζητήσεων. Πράγματι, οι δημιουργικές καταθέσεις του αραιώνουν για το υπόλοιπο της δεκαετίας: ενορχήστρωσε για ορχήστρα και μεσόφωνο τα Τραγούδια του Έλιοτ (1957) και ολοκλήρωσε τη Συμφωνία αρ.2 (1956-57), ενώ επιμελήθηκε την έκδοση του ημιτελούς συγγράμματος του αδερφού του με τίτλο Ο λόγος της ψυχής [The Logos of the Soul].
Το 1960 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και τη Χίο. Το συνθετικό ύφος του αποκτά εκρηκτικά χαρακτηριστικά: Patterns and Permutations [ή Μετατροπές] (1960), Τοκάτα για Πιάνο και Ορχήστρα (1962) – αλλά και θρησκευτική αγωνία: Πύρινες Γλώσσες (1964), Μυστήριον (1966-69). Παράλληλα συνέθεσε μουσική για το αρχαίο ελληνικό δράμα, συνεργαζόμενος με το Εθνικό Θέατρο [Προμηθέας Δεσμώτης (1963), Αγαμέμνων (1965)] και το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν [Πέρσες (1965), Βάτραχοι (1966), Οιδίπους Τύραννος (1969)]. Η ύστερη φάση της δημιουργίας του Χρήστου υπήρξε η πλέον ριζοσπαστική – επινοώντας μέχρι και δική του σημειογραφία με σύμβολα και ψυχολογικές ενδείξεις – αλλά και η πλέον παραγωγική: Πράξη για 12 (1966), H Κυρία με τη Στρυχνίνη (1967), Επίκυκλος (1968), μουσική για τον κινηματογραφικό Οιδίποδα (1968), Εναντιοδρομία (1968-69) και Αναπαραστάσεις – ένα σύνολο πολύτεχνων τελετουργιών, από το οποίο ολοκληρωμένα έργα είναι μόνο δύο: Αναπαράστασις Ι: αστρωνκατοιδανυκτερωνομηγυριν (1968) και Αναπαράστασις ΙΙΙ ή ο Πιανίστας (1969). Από το 1968 εργάστηκε πυρετωδώς πάνω σε ένα φιλόδοξο σχέδιο: μια σύγχρονη όπερα μεγάλου διαμετρήματος, βασισμένη στην Ορέστεια του Αισχύλου, με την οποία θα περιόδευε σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Δεν πρόλαβε να την παρουσιάσει ποτέ: τα ξημερώματα της 8ης Ιανουαρίου 1970, επιστρέφοντας από την ταβέρνα όπου έκανε το τραπέζι στους φίλους του για την ονομαστική του γιορτή και ενώ ξημέρωνε η μέρα των γενεθλίων του, ο Γιάννης Χρήστου σκοτώνεται μαζί με τη σύζυγό του Σία, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αθήνα. Με τον τραγικό και αδόκητο θάνατό του, ο σύγχρονος μουσικός κόσμος χάνει ένα από τα συναρπαστικότερα και προκλητικότερα ταλέντα του, πάνω στην απόλυτη ακμή του.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Αθήνα