MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΕΤΑΡΤΗ
21
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Συν & Πλην: «O Άσχημος» στο Θέατρο Βασιλάκου

Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για τον «Άσχημο» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή που ανεβαίνει στο Θέατρο Βασιλάκου

stars-fullstars-fullstars-fullstars-halfstars-empty
| Φωτογραφίες: Χρήστος Συμεωνίδης
author-image Στέλλα Χαραμή

Το έργο

Στον «’Ασχημο» που γράφτηκε το 2009, ο, 50χρονος σήμερα, Γερμανός Μάριους Φον Μάγιενμπεργκ, λαμβάνει, όπως όλα δείχνουν, υπόψιν την καθοριστική θεωρία του Φρόιντ στην επιστήμη της Ψυχανάλυσης για το «Εγώ και το Αυτό» (δηλαδή την σύγκρουση της λογικής και του πάθους, το οποίο γεννιέται από την επίδραση του εξωτερικού κόσμου στο Εγώ) αλλά ενδεχομένως και τις φιλοσοφικές προβληματικές του Εμάννουελ Καντ. Αναδεικνύει βασικά κεφάλαια αυτής της θεωρίας – την αγάπη για τον εαυτό, τον έρωτα, την (αυτό)συνείδηση, τις νευρώσεις και τις ορμές του θανάτου – και τα φέρνει στο εδώ και τώρα, καθώς όλα υποδαυλίζονται εκ νέου από τις δυνάμεις του μετα-καπιταλισμού, της δικτατορίας της εικόνας και της σαρωτικής τεχνολογικής εξέλιξης.

Σε αυτόν τον κόσμο, ζει ο ήρωας του Φον Μάγιενμπεργκ, ο Λέττε, ένας διακεκριμένος υπάλληλος σε κατασκευαστική εταιρεία μεγάλου ομίλου, που ετοιμάζεται να παρουσιάσει σε ένα συνέδριο τη νέα εφεύρεση του. Ή τουλάχιστον αυτό νομίζει. Ο προϊστάμενος και οι συνεργάτες του, του αποκαλύπτουν πως η αδιανόητη ασχήμια του θα βλάψει τις πωλήσεις του προϊόντος και γι’ αυτό αναθέτουν σε έναν υφιστάμενο του το καθήκον. Η αίσθηση των άλλων για το Εγώ του Λέττε – ακόμα και της ίδιας της γυναίκας του – τον συντρίβει αφού συνειδητοποιεί (σε μια παράφραση του Σαρτρ) πως ο καθρέφτης μας, άρα και η κόλαση μας είναι οι άλλοι. «Πως να ξέρω ότι είμαι άσχημος όταν δεν μου το λέει κανείς;», αναρωτιέται εμφατικά.
Ο Λέττε παίρνει άμεσες και ακραίες αποφάσεις: Με την βοήθεια ενός πρωτοπόρου πλαστικού χειρουργού προσώπου προχωράει σε ένα extreme makeover. Και παρότι, το «εκτροχιασμένο του πρόσωπο» φοβίζει ακόμα και την επιστήμη, ο Λέττε επιλέγει από αυτό που είναι, να μην μείνει τίποτα. Σε λίγο καιρό, ωστόσο, την θέση της μεγάλης ασχήμιας, θα πάρει η τέλεια ομορφιά – που θα έλεγε και ο Πάολο Σορεντίνο – με τον Λέττε να διαπιστώνει πως ο οικογενειακός και επαγγελματικός του περίγυρος, αλλά και ο καθένας που έρχεται σε επαφή μαζί του, τον αντιμετωπίζει ως μια αγγελική μορφή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΟρφέας Αυγουστίδης: Η τέχνη με προστάτευσε. Αποποινικοποίησε τον τρόπο που σκέφτομαι12.09.2018

Είναι ευφυής η κωμική αλληγορία του Φον Μάγιενμπεργκ, με ιδεολογικές καταβολές από τον Κάφκα, τον Ιονέσκο και δραματουργικά μοτίβα ακόμα και από τον Οβίδιο πάνω στην προβληματική του Νάρκισσου και την σχέση του είναι και του φαίνεσθαι. Στα όρια της σκοτεινής φάρσας και της μαύρης, δυστοπικής κωμωδίας σατιρίζει με σθένος την εμμονή του ατόμου στην επιφάνεια, αποτιμά την εξωτερική εμφάνιση ως προϊόν προς πώληση, ερευνά το πόσο αυτή εκμαυλίζει την εσωτερική αξία ενός ανθρώπου και αναρωτιέται τι σημαίνει μοναδικότητα σ’ ένα κοινωνικό σύνολο ακόμα κι αν αυτή φιλτράρεται μέσα από ένα αποκρουστικά άσχημο πρόσωπο. Και είναι η σχέση του δίπτυχου μοναδικότητα – διαφορετικότητα με τον ολοκληρωτισμό, ώστε «Ο Άσχημος» παίρνει και οργουελικές αποχρώσεις, προαναγγέλλοντας τον φασισμό της ομοιομορφίας.
Το έργο έκανε το ντεμπούτο του στους κόλπους του ιστορικού γερμανικού θιάσιου της Σαουμπίνε πριν από 14 χρόνια κι έκτοτε έχει παρουσιαστεί σε 30 χώρες του κόσμου. Στην Αθήνα πρωτοανέβηκε το 2008 στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και το 2019 στο Tempus Verum σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λάλου.

O Ορφέας Αυγουστίδης στον επώνυμο ρόλο.

H παράσταση

Τραγική κωμωδία, γελοιότητα, σουρεαλισμός, τρέχουσα διαμόρφωση της καθεστωτικής δυστοπίας: Ένα έργο που σχοινοβατεί ανάμεσα σε διάφορες, συγγενικές ποιότητες καθώς σχολιάζει την έκπτωση – πτώση της ηθικής και την θεοποίηση-εμπορευματοποίηση της εικόνας καλεί τον Γιώργο Κουτλή να κάνει το ίδιο: Να ακροβατήσει με χάρη. Αγγίζοντας στοχαστικά την πολιτική και φιλοσοφική διάσταση του έργου, επιτρέποντας του συνάμα να λειτουργήσει ως πικρή αλλά ψυχαγωγική σάτιρα, παραδίδει μια παράσταση – σχόλιο της κενόδοξης εποχής μας όπου οι άνθρωποι από τη μια βουλιάζουν στα ΥπερΕγώ, προσπαθώντας σπανίως να απαντήσουν στο μέγα – ερώτημα «ποιος είμαι Εγώ;». Τέσσερις πρωταγωνιστές – Αυγουστίδης, Κλίνης, Μηνά, Μουλάς – σε μεγάλη φόρμα και διαθεσιμότητα – μολονότι χρειάζονται λίγο ακόμα προπόνηση «στη στιγμή».

Ο θίασος εν τη ενώσει: Μαίρη Μηνά, Ορφέας Αυγουστίδης, Γιάννης Κλίνης και Ηλίας Μουλάς.

Τα Συν (+)

Η σκηνοθεσία

Στο σύντομο χρονικό διάστημα που είναι σκηνοθετικά ενεργός, το κεντρικό χαρακτηριστικό που μοιάζει να έλκει τις δραματουργικές επιλογές του Γιώργου Κουτλή είναι ο κωμικός παραλογισμός κάτω από τον οποίο αποκαλύπτονται πολιτικές, φιλοσοφικές και οντολογικές στοιβάδες. Και στην περίπτωση του «Άσχημου» ασκεί τεχνηέντως όλα αυτά τα αντανακλαστικά που έχει ανάγκη μια τέτοια εργογραφία: Υιοθετεί έναν ανελέητο ρυθμό και μια καλπάζουσα ενέργεια που υποστηρίζει την κωμωδία αλλά και την υπαρξιακή ‘τρέλα’ των ηρώων, δίνει κόμικ μέγεθος στις ανατροπές, στις καταστάσεις και στις μεταμορφώσεις όπως η φάρσα το απαιτεί, δεν υποτιμά το στυλιζάρισμα και την ευρηματικότητα της απεικόνισης (απεναντίας ξέρει πως αυτό αναβαθμίζει τη ματιά του) και καθοδηγεί με επάρκεια (στο πλαίσιο μιας διδασκαλίας) τους ηθοποιούς του.

Οι ερμηνείες

Η εντατική άσκηση είναι ορατή στους ηθοποιούς του «Άσχημου». Κι έτσι η, εκ προοιμίου, καλή διανομή – Ορφέας Αυγουστίδης, Γιάννης Κλίνης, Μαίρη Μηνά και Ηλίας Μουλάς – καταφέρνει να διακριθεί τόσο ομαδικά όσο και κατά μόνας σε πολλούς τομείς: Στον φρενήρη ρυθμό της αφήγησης, στην πρόκληση των διαρκών μεταμορφώσεων – όπου ο κάθε ηθοποιός περνά σε ροή από τον έναν ρόλο στον άλλο – στην κωμωδία όπου το πικρό αστείο μετατρέπεται βιτριολικό χιούμορ. Ο Ορφέας Αυγουστίδης – ο οποίος έχει από καιρό διακριθεί στην κωμωδία (αφήνοντας την, ωστόσο, κάπως πίσω στις επιλογές του), αποδεικνύεται μια άριστη επιλογή για να ερμηνεύσει τον Λέττε και να παρακολουθήσει τη διαδρομή του: Από την αφέλεια, στην παράλογη τόλμη, από την αλλοτρίωση στην αποξένωση της παραδοχής του «εγώ, χωρίς εμένα». Η δε, σκηνή της τρέλας όπου συνομιλεί με τα πολλαπλά «Εγώ» του και τα κατηγορώ των άλλων είναι πολύ δυνατή. Ο Γιάννης Κλίνης – μια ακόμα σπουδαία περίπτωση στην ελληνική κωμωδία – μεγαλουργεί σε κυνισμό τόσο στο ρόλο του Σέφλερ, αλλά κυρίως στο ρόλο του αδίστακτου χειρουργού. Η Μαίρη Μηνά δοκιμάζεται για πρώτη φορά σε αυτό το πεδίο με καλά αποτελέσματα: Από τη μια ως η σύζυγος του Λέττε, Φάνυ αλλά κυρίως ως η ακόλαστη γηραιά βιομήχανος. Το ταπεραμέντο της κινησιολογικά όσο και του Ηλία Μουλά – με τον οποίο μοιράζεται αρκετές σκηνές – εντυπωσιάζει και φυσικά διασκεδάζει. Και τέλος, ο Ηλίας Μουλάς natural του είδους και αυτός με μεγάλες προοπτικές εξέλιξης, ερμηνεύει τον, κάπως, άχαρο ρόλο του Κάρλμαν, αλλά διακρίνεται στο ρόλο του νοσηρού κληρονόμου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑStatus Update: Ηλίας Μουλάς, ηθοποιός12.09.2018

Η σκηνογραφία

Ένα απαλό γαλάζιο πλακόστρωτο από άκρη σε άκρη του σκηνικού: Ο Κωσταντίνος Σκουρλέτης φέρνει ευθύς αμέσως το βλέμμα του θεατή σε ένα εντυπωσιακό πολυχρηστικό σκηνικό (μεταμορφώνεται από γραφείο και εργαστήριο, σε σπίτι και χειρουργείο) με ποπ αισθητικές δονήσεις. Την ίδια ώρα, η σκηνογραφική του εργασία επιφυλάσσει και μικρούς κρυφούς χώρους (όπως και η σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή) που παίζουν τον ρόλο των δωματίων πανικού, για να πάρουν τα πράγματα και τα πρόσωπα την ψυχαναλυτική τους θέση.

Η κίνηση

Τα όρια της συν-σκηνοθεσίας αγγίζει ο κινησιολογικός σχεδιασμός της Χαράς Κότσαλη – τουλάχιστον κατά το δεύτερο μισό της παράστασης – όπου τα πρόσωπα του συγγραφέα παρασύρονται στην δαιμονική απόγνωση. Τόσο από πλευράς ρυθμού όσο και για την καθαυτή κινησιολογική φόρτιση, η συμβολή της Κότσαλη μοιάζει καθοριστική καθώς διανύει όλες τις πτώσεις των ηρώων: Από το κωμικό παιχνίδι έως το χάσιμο του σωματικού και ψυχικού ελέγχου.

Η μουσική

Η λοξή ματιά του Γιάννη Αγγελόπουλου, γνωστή από τις συνεργασίες του με τους Vasistas, εστιάζει εδώ σε δυστοπικά ηχοτοπία και λιγότερο σε συνθέσεις. Ωστόσο, ο μουσικός εμπλουτισμός της παράστασης και με γνωστά τραγούδια, συσκοτίζει κάπως το μουσικό της ύφος.

Η μετάφραση

Ο Γιώργος Δεπάστας παραδίδει μια σύγχρονη μετάφραση με αμεσότητα στους διαλόγους της ενώ ανταποκρίνεται και με φιλοσοφικό βάθος όταν η ασχήμια και η ομορφιά πολτοποιούνται.

Λέττε και Φάνυ, ο “Άσχημος” μετά της συζύγου.

Τα Πλην (-)

Ο συντονισμός

Ο επίλογος της παράστασης επιταχύνει σε τέτοιο βαθμό – αποδίδοντας εύστοχα και την χρονική κιμαδοποίηση της σύγχρονης κοινωνίας – απαιτώντας από τους ηθοποιούς και γερά αντανακλαστικά και, χειρουργικής ακρίβειας, συντονισμό. Ως προς το τελευταίο, χρειάζεται δουλειά. Ενδεχομένως, όμως, είναι και ζήτημα τριβής που θα κατακτηθεί όσο ωριμάζει η παράσταση.

Το άθροισμα (=)

Μια σύγχρονη δυστοπική σάτιρα σ’ ένα ευρηματικό και καλοδουλεμένο ανέβασμα και με ηθοποιούς αξιώσεων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Συγγραφέας: Μάριους Φον Μάγιενμπεργκ
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κουτλής

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Γιάννης Αγγελόπουλος
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Χορογραφία: Χαρά Κότσαλη

Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Γιάννης Κλίνης, Μαίρη Μηνά, Ηλίας Μουλάς.

Διάρκεια: 100΄
Τιμές Εισιτηρίων: από 17 ευρώ
Πληροφορίες: Νέο Θέατρο Βασιλάκου Προφ. Δανιήλ 3, Κεραμεικός 211 013 2002
Παραστάσεις: Τετάρτη & Κυριακή στις 20:00 Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 21:00
Link Εισιτηρίων: https://www.more.com/theater/asximos/
Περισσότερα από Κριτική Θεάτρου
VIMA_WEB3b