MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΣΑΒΒΑΤΟ
13
ΙΟΥΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Flâneur#3: Η διαφορετική μέρα μιας άλλης Μαίρης…

Στην αρχή ήταν αγχωμένη, αλλά η προσδοκία ξεπερνούσε το άγχος. Τετάρτη βράδυ, 3 Φεβρουαρίου, έφτασα με τη Μαίρη στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Ποια είναι η Μαίρη; Είναι η κυρία που καθαρίζει κάθε 15 μέρες το σπίτι μου και κάμποσα σπίτια ακόμα και αυτή είναι η δουλειά που κάνει από το 2003 που έφτασε από την Αλβανία στην Ελλάδα.

author-image Όλγα Σελλά

«Πάμε να δούμε ένα έργο στο θέατρο που εμφανίζονται γυναίκες από διάφορα μέρη του κόσμου που ζουν στην Ελλάδα και δουλεύουν καθαρίστριες;» την ρώτησα την περασμένη εβδομάδα. «Αλήθεια το λες; Ναι, θέλω πολύ», μου απάντησε. Δεν έχει πάει ούτε μία φορά στο θέατρο όσο ζει στην Ελλάδα. Μάλλον ούτε και στην Αλβανία• σ’ ένα μικρό χωριό ζούσε.

Η Μαίρη ρουφούσε τα πάντα με το βλέμμα της… “Το μάτι μου στη σιδερώστρα είναι. Α, Stirella είναι το σίδερο”


Φτάσαμε λίγο νωρίτερα από τη συνήθη ώρα για να δει τον χώρο, να εξοικειωθεί.
Μπήκαμε αρκετά νωρίς στη Μικρή Σκηνή της Στέγης, για να παρακολουθήσουμε την παράσταση των Πρόδρομου Τσινικόρη και Ανέστη Αζά «Καθαρή πόλη». Η Μαίρη ρουφούσε τα πάντα με το βλέμμα της. Στη σκηνή υπήρχαν τρεις μικροί χώροι σπιτιού: ένα σαλόνι, ένα σιδερωτήριο και μιά κουζίνα με μια πολυθρόνα δίπλα και μια ανθρώπινη κούκλα αφημένη πάνω της. «Το μάτι μου στη σιδερώστρα είναι. Α, Stirella είναι το σίδερο»!

Η παράσταση ξεκίνησε. Εμφανίζεται πρώτη η Ροσίτσα από τη Βουλγαρία και λέει με αυστηρό ύφος προς το κοινό: «Μην βρω καμιά τσίχλα κάτω από τις θέσεις! Και μην αφήσετε τα μπουκαλάκια με το νερό. Να τα πάρετε μαζί σας. Ξέρετε τι είναι να σκύβω να τα μαζέψω;». Η Ροσίτσα δουλεύει εδώ και πέντε χρόνια ως καθαρίστρια στη Στέγη. Δίπλα της έρχονται σιγά σιγά η Ντρίτα από την Αλβανία, η Μέιμπελ από τη Νότια Αφρική -η μόνη που δεν είχε προβλήματα με άδειες παραμονής αφού ήρθε στην Ελλάδα για να παντρευτεί τον αγαπημένο της Δημήτρη-, η Βαλεντίνα από τη Μολδαβία και η Φρίντα από τις Φιλιππίνες. Κι αρχίζουν να αφηγούνται τις ιστορίες τους, τις εμπειρίες τους. Άλλες με χιούμορ, άλλες με θλίψη, άλλες με θυμό που δεν έχει καταλαγιάσει, η Βαλεντίνα με κάτι ακόμα: με την υπέροχη φωνή της. Η Μαίρη, δίπλα μου, δεν χάνει λέξη τους: «Σωστά, σωστά» επιβεβαιώνει συνέχεια. «Με εντυπωσίασαν τα μαγαζιά με τα ρούχα στην Αθήνα. Στην Αλβανία δεν είχαμε τέτοια μαγαζιά. Αγοράζαμε ύφασμα και ράβαμε τα ρούχα μας» λέει η Ντρίτα στη σκηνή. «Ναι, έτσι κάναμε», γέρνει και μου ψιθυρίζει η Μαίρη.

Κι όταν οι καθαρίστριες επί σκηνής αυτοσαρκάζονται, η Μαίρη γελάει μ’ ένα γέλιο βαθύ, γήινο, λυτρωτικό. «Όλο εραστές μου τυχαίνανε», λέει σαρκαστικά η Ροσίστα από τη Βουλγαρία σε μια άλλη σκηνή, και πηγαίνει στην ανθρώπινη κούκλα που αναπαριστά τους γέροντες που έχουμε αφήσει στη φροντίδα αυτών των γυναικών. Σκάει στα γέλια η Μαίρη. «Κρατούσα ένα παιδάκι, το φρόντιζα καθημερινά. Η μαμά του δεν ήξερε ούτε το όνομά μου», λέει η Μέιμπελ. «Εμείς αντέξαμε», λέει λίγο αργότερα η Βαλεντίνα από τη Μολδαβία. «Κι εμείς», μονολογεί η Μαίρη.

poli kathari

Σε λίγο οι καθαρίστριες στη σκηνή παραπέμπουν στη διαδικασία απόκτησης άδειας παραμονής. Στην παράσταση τους ζητείται να πουν την ελληνική αλφαβήτα στο πλαίσιο της αναπαράστασης των ερωτήσεων. Η Ντρίτα ξεκινάει… «Της Αλβανίας το αλφάβητο είναι...», μου λέει η Μαίρη. Και η Φρίντα, από τις Φιλιππίνες, που δεν μπόρεσε να πάει στην κηδεία της μητέρας της, μόνο να στείλει λεφτά για την κηδεία, λέει τραγουδιστά το ελληνικό αλφάβητο, όπως το έμαθε από τον εξάχρονο γιο της, που πάει Α Δημοτικού. Οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, που έχουν ελληνική παιδεία, είναι εδώ• διδάσκουν και τους γονείς τους.

Στα παιδιά τους ελπίζουν όλες, στην καλύτερη μοίρα της επόμενης γενιάς. Η κόρη της Μέιμπελ παίζει επαγγελματικό μπάσκετ• η κόρη της Βαλεντίνας δουλεύει στην Αγγλία και επικοινωνούν μέσω skype. Η κόρη της Ντρίτα είναι στον Καναδά και δουλεύει και ο γιος της είναι ο σκηνοθέτης Ενκε Φεζολάρι. Ο γιος της Φρίντας ήταν στην πρεμιέρα, καθόταν στην πρώτη σειρά, κρατούσε στα χέρια του ένα τριαντάφυλλο κι έλαμπε από χαρά θαυμάζοντας τη μαμά του. Λίγο αργότερα, μετά το τέλος της παράστασης, η Μαίρη μου έλεγε τα κλάματα που είχε κάνει όταν έδινε η κόρη της Πανελλήνιες…

Η Μαίρη πήγε σε όλες τις κοπέλες, και στις πέντε, τις αγκάλιασε και τους έλεγε: «Εγώ είμαι από Αλβανία» τους έλεγε.

Η παράσταση ολοκληρώνεται. Οι γυναίκες αυτές ζουν πολλά χρόνια πλέον στην Ελλάδα. «Εγώ δεν θέλω να πάω σε άλλη χώρα, να ξαναρχίσω από την αρχή. Φοβηθήκαμε το περασμένο καλοκαίρι γιατί είχαμε χάσει μια φορά τα λεφτά μας στην πατρίδα μας, το 1989. Θα τα ξαναχάναμε πάλι; Γι’ αυτό αποφασίσαμε με τον άνδρα μου να πάρουμε ένα διαμέρισμα. Ήταν ένα από αυτά που είχα καθαρίσει. Και ήταν πολύ βρόμικο...», λέει η Βαλεντίνα. «Μπράβο», αναφωνεί η Μαίρη δίπλα μου, που έχει το άγχος του ενοικίου κάθε μήνα. Οι περισσότερες νιώθουν πια εδώ ριζωμένες. Το τραγούδι που τραγουδά πάλι η Βαλεντίνα «Δεν πάω πουθενά, πουθενά/ εδώ θα μείνω…» υπογραμμίζει το ρίζωμά τους στην ελληνική κοινωνία. Μόνο η Μέιμπελ δείχνει να σκέφτεται να ζήσει πλέον στην πατρίδα της. «Η κόρη μου δεν με χρειάζεται πια».

Το τέλος της παράστασης βρήκε όλους τους θεατές όρθιους να χειροκροτούν. Μια συμπατριώτισσα της Μέιμπελ, στην πλατεία, δήλωνε τη χαρά της με τους υπέροχους ήχους που κάνει η γλώσσα τους, εξωτικούς, γήινους μαγευτικούς. Η Μαίρη πήγε σε όλες τις κοπέλες, και στις πέντε, τις αγκάλιασε και τους έλεγε: «Εγώ είμαι από Αλβανία» τους έλεγε.

Στο ισόγειο της Στέγης συνάντησα τον Πρόδρομο Τσινικόρη. Τον είχα ενημερώσει για την παρέα μου. «Ήρθε μαζί σου η Μαίρη;» με ρώτησε. «Ήταν για μας όλο αυτό. Θυμήθηκα όσα έζησα. Μόνο που ευτυχώς εμένα σε όσα σπίτια έχω δουλέψει ξέρουν το όνομά μου. Πώς σκέφτηκες να το κάνεις;» τον ρωτάει η Μαίρη που δεν έχει πια κανένα άγχος. «Μάλλον γιατί η γιαγιά μου και η μάνα μου δούλευαν καθαρίστριες στη Γερμανία», της λέει ο Πρόδρομος Τσινικόρης.

Όλο εκεί είναι το μυαλό. Σε όσα είδα. Δύσκολα θα κοιμηθώ απόψε. Ήταν να γελάς, να κλαις, να τραγουδάς, να χορεύεις… Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη μέρα

Στο ΤΑΧΙ της επιστροφής η Μαίρη δεν μιλάει. «Όλο εκεί είναι το μυαλό. Σε όσα είδα. Δύσκολα θα κοιμηθώ απόψε. Ήταν να γελάς, να κλαις, να τραγουδάς, να χορεύεις… Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη μέρα» μου είπε στην καληνύχτα…

Περισσότερα από Editors