«Η κουλτούρα της πτώσης»: Βία και κατανάλωση στα γλυπτά του Παναγιώτη Λαμπρινίδη
Μια ενότητα εικαστικών έργων που εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η βία, η εξουσία και η απώλεια του μέτρου έχουν μετατοπιστεί από τα πεδία των συγκρούσεων στην καθημερινή ζωή, παρουσιάζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης Καλαμάτας στον «Εικαστικό Κύκλο ΔΛ» έως τις 14 Μαρτίου.
«Η κουλτούρα της πτώσης σκοτώνει», προειδοποιεί τον επισκέπτη της νέας ατομικής του έκθεσης ο Παναγιώτης Λαμπρινίδης, που παρουσιάζει έως τις 14 Μαρτίου, με αυτόν ακριβώς τον τίτλο, μια σειρά γλυπτικών εγκαταστάσεων στην αίθουσα τέχνης Εικαστικός Κύκλος ΔΛ, στην οδό Ακαδημίας.
Αναγνωρίσιμα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, που αντλούνται από την εικονοποιΐα της μαζικής κουλτούρας και της κατανάλωσης, συγκροτούν τη γλυπτική αυτή ενότητα: κούκλες Μπάρμπι, μεγεθυμένα στρατιωτάκια, κροκοδειλάκια Λακόστ, μέρη από παιδικά παιχνίδια, που παραπέμπουν σε πορσελάνινα διακοσμητικά προηγούμενων δεκαετιών. Με τη λαμπερή, εκτυφλωτική σχεδόν λευκότητά τους, αναδίδουν, ως σύνολο, μια φευγαλέα αίσθηση αθωότητας.
Απατηλή αθωότητα
Όταν όμως ο θεατής πλησιάσει κοντύτερα, καταλαβαίνει ότι η αθωότητα αυτή είναι απατηλή. Η λευκότητα είναι το πέπλο που με δυσκολία κρύβει ένα πεδίο μάχης: κάθε ένα από τα γλυπτά αυτά έχει να αφηγηθεί μια ιστορία βίας και πολέμου. Αυτό τονίζει η επιτοίχια σύνθεση από στρατιωτικά κουτιά πρώτων βοηθειών με την οποία, τρόπον τινά, ολοκληρώνεται η περιήγηση του επισκέπτη στην αίθουσα. Αλλά και το γεγονός ότι ανάλογα κουτιά χρησιμοποιούνται ως βάθρο για τα αγάλματα, όσο πλησιάζουμε προς το νοητό τέλος.
Κατανάλωση και πόλεμος, λοιπόν. Η βία στον χώρο του οικείου. Γι’ αυτό ο Λαμπρινίδης δημιουργεί ζευγάρια από κούκλες με παγωμένα χαμόγελα που φαίνονται σαν να αγκαλιάζονται, αλλά γρήγορα αντιλαμβάνεσαι ότι τα χέρια του ενός διαπερνούν το σώμα της άλλης και τανάπαλιν, σε μια προσπάθεια όχι ένωσης αλλά σπαραγμού, θα έλεγε κανείς ανθρωποφαγίας.
Σε άλλα γλυπτά, μωρά, ένα ακόμη μοτίβο αθωότητας, μεταφέρονται στους ώμους ένοπλων στρατιωτών, το κροκοδειλάκι της Λακόστ κατασπαράζει μια κούκλα, κράνη και όπλα συνοδεύουν τα περισσότερα από τα γλυπτά, ενώ κάποιο από αυτά κραδαίνει δύο κομμένα κεφάλια…
Πόλεμος χωρίς καταφύγιο
Η αθωότητα του λευκού ανατρέπεται άρδην, μόλις πλησιάσεις εγγύτερα· δεν υπάρχει καταφύγιο απέναντι σε αυτή τη βία, φαίνεται να λέει ο καλλιτέχνης, αφού το μόνο έργο που δεν έχει τις πολεμικές αναφορές των υπολοίπων, μια σπειροειδής επιτοίχια σύνθεση με προβατάκια (πάλι στο μοτίβο παλιών παιδικών παιχνιδιών) που γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους, αναδίδει μια άλλη βία, αυτή της υποταγής.
Αναφερόμενος στην όλη σύνθεση, ο καλλιτέχνης σημειώνει πως «υποδηλώνει έναν πόλεμο, όπου ο ηττημένος είναι ο ευκολοδιαχείριστος άνθρωπος, του οποίου η εύθραυστη αθωότητα των νεανικών του χρόνων δεν εξελίχθηκε σε συνείδηση, αλλά μετατράπηκε σε παθητικότητα μέσα από ένα σύστημα που τον αλλοίωσε, δίνοντάς του την ευκολία και την ψεύτικη ευτυχία ως αντίτιμο». Αυτή η παθητικότητα αποτελεί, στις μέρες μας, τη μορφή που παίρνει η κουλτούρα του πτωτικού ανθρώπου…
Σπούδασε γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1985-1990), όπου και δίδαξε ως ειδικός επιστήμονας (1993-1999), στον Τομέα Γλυπτικής και στο Γ’ Εργαστήριο Γλυπτικής. Από το 2005 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής των Εικαστικών Εργαστηρίων του Δήμου Καλαμάτας και της Δημοτικής Πινακοθήκης της πόλης, όπου έχει επιμεληθεί σημαντικές ατομικές και ομαδικές εικαστικές εκθέσεις. Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα, στις γκαλερί Νέες Μορφές και Thanassis Frissiras Gallery, ενώ έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα, την Καλαμάτα, το Παρίσι, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, το Λονδίνο και τη Matsue στην Ιαπωνία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Αθήνα