MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΣΑΒΒΑΤΟ
25
ΜΑΪΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Θωμάς Μοσχόπουλος: oι καλλιτέχνες, κλειστήκαμε για πολλές δεκαετίες στην αυταρέσκεια και στον αυτισμό μας

Λίλιομ στα ουγγαρέζικα σημαίνει κρίνο, αλλά στην ουγγαρέζικη αργκό είναι το «λουλούδι», η «μάρκα», η «μούρη», ο άνθρωπος του υποκόσμου. Στο έργο του Φέρεντς Μόλναρ, ο Λίλιομ είναι ένας γοητευτικός αλήτης, βίαιος, απρόβλεπτος και ακαταμάχητα αλαζόνας που δουλεύει «κράχτης» σ’ ένα λούνα παρκ της Βουδαπέστης…Το έργο αυτό επέλεξε ν’ ανεβάσει ο Θωμάς Μοσχόπουλος στο θέατρο Πόρτα, το οποίο από την αρχή της σεζόν ανέλαβε ως καλλιτεχνικός διευθυντής παίρνοντας της σκυτάλη από την Ξένια Καλογεροπούλου.Ο σκηνοθέτης μάς υποδέχτηκε στο “νέο σπίτι του” και μάς μίλησε με ενθουσιασμό για το «Λίλιομ» που θεωρεί ένα από τα «παραγνωρισμένα αριστουργήματα του 20ου αιώνα», την νέα εποχή του Πόρτα αλλά και το θέατρο την εποχή της κρίσης.Συνέντευξη στη Μάρη Τιγκαράκη

Μετά το Λίλιομ ο Θωμάς Μοσχόπουλος θα σκηνοθετήσει την κωμωδία "Μότζο" (1995) του Τζεζ Μπάτεργουερθ
author-image Μάρη Τιγκαράκη

Γραμμένο το 1909 το Λίλιομ μεταφέρθηκε πολλές φορές στον κινηματογράφο, με πιο γνωστή μεταφορά του εκείνη του 1934 από τον Φριτς Λάνγκ. Πολλοί διάσημοι συνθέτες, όπως ο Πουτσίνι ή ο Γκέρσουιν θέλησαν να το μελοποιήσουν, αλλά βρήκαν μπροστά τους την αντίσταση του συγγραφέα. Φαίνεται ότι ο Μόλναρ ήταν αρκετά εγωιστής και πίστευε ότι το έργο θα κατέληγε να λέγεται ο «Λίλιομ του Πουτσίνι» και αρνιόταν πεισματικά. Τελικά έδωσε την άδειά το 1945 στους Ρότζερς και Χάμερσταϊν, οι οποίοι διασκεύασαν το έργο στο γνωστό μιούζικαλ «Carousel».

Θεωρώ ότι η μεταφορά εκείνη ήταν καταστροφική για το έργο. Το έκανε πολύ πιο ανάλαφρο, στερώντας του το χιούμορ και την κυνικότητά του. Οι κοινωνικοπολιτικές αιχμές που είχε το κείμενο ισοπεδώθηκαν στο Αμερικάνικο μιούζικαλ. Ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους που το «Λίλιομ» εξαφανίστηκε από τα θέατρα, σαν να «μαγαρίστηκε» κάπως. Τα τελευταία χρόνια όμως παίζεται συνέχεια σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Γερμανία, η Πολωνία και πρόσφατα ανέβηκε στο Teatre de la ville στη Γαλλία αλλά και στην Αμερική.

liliom2

Είναι ένα έργο πολύ ιδιαίτερο, γραμμένο με εξαιρετική μαεστρία, το οποίο συνδυάζει διαφορετικά είδη θεάτρου και πολύ διαφορετικές συναισθηματικές θερμοκρασίες. Ακροβατεί στα όρια του εξπρεσιονισμού και του ονειροδράματος, είναι ταυτόχρονα ρεαλιστικό αν και σε πολλά σημεία μελοδραματικό. Όλο αυτό δημιουργεί μία αίσθηση ενός περίεργου παραμυθιού που είναι πολύ οξύ, πολύ κυνικό, οδυνηρό σε πολλά σημεία και αστείο σε άλλα, που σχεδόν δεν μπορώ να πω ότι ανήκει σε κάποιο ύφος.

Η υπόθεση είναι απλή. Ο κεντρικός ήρωας, ο Λίλιομ, είναι ένα αλάνι, ένας γόης λίγο αλήτης, λίγο ζιγκολό, που δουλεύει σ’ ένα Λούνα Παρκ της Βουδαπέστης. Εκεί γνωρίζει ένα νεαρό, λαϊκό κορίτσι, που δουλεύει καμαριέρα σ’ ένα σπίτι. Και ενώ προσπαθούν να συνδέσουν τις ζωές τους κάνοντας όνειρα, η πραγματικότητα είναι δύσκολη και έτσι αρχίζουν οι συγκρούσεις, συχνά βίαιες. Όλα όμως ανατρέπονται με τον τυχαίο θάνατο του ήρωα. Το έργο αλλάζει τελείως και μεταφερόμαστε στον άλλο κόσμο όπου ο Λίλιομ θα έχει μια δεύτερη ευκαιρία να γυρίσει στη ζωή και να διορθώσει κάποια λάθη του.

Διάλεξα το έργο γιατί χτυπάει σε πολύ βαθιές πληγές. Αγγίζει συναισθήματα που έχουν να κάνουν με την αδικία, το πένθος, τη χαμένη αξιοπρέπεια αφήνοντας σου μια αίσθηση ότι υπάρχει ένας πόνος που δεν εκφράζεται. Και επειδή περάσαμε τις τελευταίες δεκαετίες πιστεύοντας ότι οφείλουμε όλοι να είμαστε καλά, να δείχνουμε πετυχημένοι και χωρίς προβλήματα, στην ουσία αυτά τα έργα τα ξεχάσαμε, τα σνομπάραμε, τα θεωρήσαμε λίγο ντεμοντέ…

Τώρα όμως έχουμε ανάγκη για κάτι το οποίο είναι ακομπλεξάριστο απέναντι στο «καθαρόαιμο συναίσθημα». Στην ουσία είναι ένα πολύ μοντέρνο έργο και στο ύφος του και στη γραφή του, και για την συγκεκριμένη χρονική στιγμή έχει να απελευθερώσει πολλά πράγματα και στον ερμηνευτή αλλά και στον θεατή.

liliom1
Η Φιλαρέτη Κομνηνού και ο Γιώργος Χρυσοστόμου που έχει το ρόλο του Λίλιομ

Το έργο εντάσσεται στον κύκλο “κακά αγόρια σε έργα με περίεργα ονόματα”. Αυτό είναι ένα παιχνίδι που κάναμε – δεν έγινε η επιλογή των έργων με αυτά τα κριτήρια – αλλά επειδή το ένα λέγεται «Σλάντεκ» το άλλο «Λίλιομ» και το τρίτο «Μότζο» και σε όλα, οι ήρωες είναι κακά αγόρια με το σοβαρότερο ή πιο παιγνιώδη τρόπο, αποφασίσαμε να το ονοματίσουμε έτσι περισσότερο για να κάνουμε πλάκα μεταξύ μας.

Παρόλα αυτά υπάρχει ένας βασικός προβληματισμός από πίσω, η έννοια της απώλειας του ανδρισμού στην εποχή μας. Μία αίσθηση ότι οι άντρες είναι πια αγοράκια και μένουν -μένουμε – μέχρι μεγάλη ηλικία έτσι. Είναι κάτι που έχει να κάνει με τις δομές και με κάποιους νόμους που, καλά κάναμε και καταργήσαμε, αλλά δεν επανατοποθετηθήκαμε σε σχέση με το τί σημαίνει ανδρισμός και τί σημαίνει ταυτότητα, όχι απαραίτητα σε σχέση με το ερωτικό στοιχείο. Περισσότερο αναφορικά με το κοινωνικό, με το αίσθημα ευθύνης, αυτό που είναι η έννοια της ανδρείας και που μπορεί να το έχει και μία γυναίκα. Αυτό νομίζω έχει χαθεί και μαζί έχει χαθεί και η αξιοπρέπεια.

Η κρίση που περνάμε είναι κρίση αξιών και από εκεί ξεκινούν όλα. Κάποια στιγμή ανετράπησαν κάποιες θεμελιώδεις δομές αλλά δεν αντικαταστάθηκαν με κάτι άλλο. Είναι αναγκαία η επανεξέταση των δομών για να δούμε τι κάναμε λάθος και τι έπρεπε να κρατήσουμε από αυτά που ισοπεδώσαμε. Έ, η αξιοπρέπεια και η υπευθυνότητα είναι από αυτά που θα έπρεπε να έχουμε κρατήσει.

liliom3
Έμιλυ Κολιανδρή και Γιάννης Κλίνης

Πως βρίσκει αυτό εφαρμογή στην Τέχνη; Νομίζω με μία σταθερότητα συνδυασμένη με μία ευελιξία. Δηλαδή είμαι σταθερός στους στόχους μου αλλά δεν είμαι άκαμπτος. Επικοινωνώ με το περιβάλλον μου, με το κοινό μου, με τον εαυτό μου, δεν είμαι μονομανής αλλά δεν τα θέλω όλα. Ο καλλιτέχνης των αρχών του 2000 πίστευε ότι μπορεί να τα κάνει όλα χωρίς κόστος και χωρίς θυσία: να είναι σε κάποιο σήριαλ στην τηλεόραση, να παίρνει καλά χρήματα από εκεί, να είναι ένα δημόσιο πρόσωπο που να βγαίνει στις εφημερίδες και τα περιοδικά, να δουλεύει σ’ ένα θεατρικό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πρωτοποριακό ή τέλος πάντων ποιοτικό… Τα θέλαμε όλα. Και χάσαμε λίγο το τίμημα των επιλογών. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η επιλογή έχει τίμημα αλλά είναι και ένα προνόμιο. Είναι αυτό που σε οδηγεί σε μία εξέλιξη και ωριμότητα. Αυτό νομίζω ότι ο καλλιτέχνης είναι ο τελευταίος που το ‘χει μάθει.

Έχουμε πολύ κακή κοινωνική παιδεία οι καλλιτέχνες, κλειστήκαμε για πολλές δεκαετίες στην αυταρέσκεια μας και στον αυτισμό μας, ψάχνοντας μία επιβεβαίωση σχεδόν ο ένας από τον άλλο. Πας σε μία πρεμιέρα, σε μία θεατρική παράσταση και βλέπεις το μισό ελληνικό θέατρο να παρακολουθεί το άλλο μισό που είναι πάνω στην σκηνή και μετά γίνεται το ανάποδο. Λέμε για μία θεατρική άνθιση η οποία δεν υφίσταται στην ουσία, είναι πολύ λίγοι ποσοστιαία αυτοί που κάνουν μία δουλειά που σε πάει πάρα κάτω. Και μπορεί να μην είμαι καν εγώ σε αυτούς – δεν το λέω με αυτή την έννοια.

Δεν γίνεται να είμαστε μία χώρα 11 εκατομμυρίων και να έχει τόσους πολλούς ηθοποιούς και 1.000 παραστάσεις το χρόνο. Κάτι λάθος κάνουμε σε σχέση με την αυτογνωσία μας. Και αυτό δημιουργεί σύγχυση, χάος, πληθωρισμό, αμηχανία, ανθρώπους που έφαγαν τα χρόνια τους προσπαθώντας και μη καταφέρνοντας τίποτα, πικρία, κακία, μιζέρια. Κάπου θα έπρεπε να είμαστε λίγο πιο αυστηροί με τους εαυτούς μας, κατ’ αρχήν. Βλέπω ανθρώπους με όνειρα, τα οποία όμως δεν θέλουν να κοπιάσουν για να τα κάνουν πραγματικότητα, θέλουν να συμβούν ονειρικά. Πιστέψαμε σε αυτή την μαγεία, ότι μας οφείλονται τα πράγματα.

Το δικό μου όραμα προσπαθώντας να επαναδομήσω ή να επανασυστήσω το θέατρο Πόρτα θα μπορούσα να πω ότι βασίζεται σε μία βασική αρχή. Σκέφτηκα ότι ένα θέατρο είναι ένας δημόσιος χώρος, δεν είναι ούτε δικό μου ούτε της Ξένιας Καλογεροπούλου. Είναι ένα ανοιχτό σπίτι στο οποίο μπορούν να συναντηθούν άνθρωποι που έχουν λίγο ή πολύ κοντινές απόψεις οι οποίες όμως δεν είναι άκαμπτες. Είναι απόψεις οι οποίες μπορούν να μετακινήσουν τον ένα προς την κατεύθυνση του άλλου, να γίνει ένας συγχρωτισμός, ένας ανοιχτός χώρος. Ξέρετε, τις χρησιμοποιούμε πολύ εύκολα αυτές τις λέξεις αλλά δεν μπορώ να βρω τίποτε άλλο… Ένας χώρος στον οποίο ο διάλογος θα γίνεται και επί του καλλιτεχνικού αλλά και στο πρακτικό κομμάτι, ότι οι άνθρωποι θα μπορέσουν να πρώτα απ’ όλα δουλέψουν μαζί και μετά να νοιαστούν αν θα πετύχει αυτό. Δεν νομίζω ότι αντέχουμε να είμαστε μόνοι, έχουμε κλειστεί πολύ-πολύ στον εαυτό μας.

Θα ήθελα λοιπόν να υπάρχει ένα είδος ανοιχτή πρόσκληση και δεν σας κρύβω ότι πολλοί άνθρωποι την αντιμετώπισαν με καχυποψία, θεωρώντας ότι κάποιος θέλει να εκμεταλλευτεί κάτι. Και γίνεται πάρα πολύ μεγάλος κόπος, αφενός για να μην υπάρχει αυτή η εσωτερική φθορά, αφετέρου για να μάθει ο κόσμος ότι αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι κάτι είναι κάτι το διαφορετικό.

Έχω έναν σταθερό πυρήνα συνεργατών ο οποίος όμως εναλλάσσεται και μεταλλάσσεται και βέβαια πάντα μπαίνουν καινούργιοι άνθρωποι. Είναι ανάγκη η σταθερότητα και η δημιουργία μίας κοινής γλώσσας που εξελίσσεται, αλλιώς δεν θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα. Μπορεί να είμαι επαγγελματίας, μπορώ να συνεργαστώ με ανθρώπους που δεν γνωριζόμαστε – δεν έχω κάστα, αλλά θέλω να έχω κοινή γλώσσα συνεννόησης. Με πάει εμένα πιο πέρα και μπορώ να ρισκάρω περισσότερα πράγματα.

Είναι αλήθεια ότι έχοντας σοβαρές οικονομικές απώλειες, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι το Πόρτα ήταν ένα επιχορηγούμενο θέατρο, και βασιζόμενοι μόνο στην προσέλευση του κοινού δεν μπορούμε να πάρουμε τα ρίσκα που παίρναμε άλλοτε. Ταυτόχρονα θέλουμε να δώσουμε την ευκαιρία σε νέους ανθρώπους να δείξουν τη δουλειά τους. Το εάν θα πετύχει αυτή η προσπάθεια και εάν θα δημιουργηθεί μια πιο ξεκάθαρη ταυτότητα θα φανεί σε ένα –δυο χρόνια. Χρειάζεται παρατήρηση, αυτογνωσία και αυτοκριτική για να δούμε ποια πράγματα λειτουργούν και ποια όχι γιατί δεν έχει νόημα να προσθέσουμε και εμείς κάποια έργα στον πληθωρισμό των χιλιάδων παραστάσεων.

mosxopoulos-mary1
Αυτό που επιθυμούμε περισσότερο είναι να υπάρχουν διαφορετικές γλώσσες, γι’ αυτό και στο πρόγραμμα μας έχουμε συναυλίες, χοροθέατρο, εκπαιδευτικά προγράμματα. Το θέατρο δηλαδή, όχι αποσπασμένο από τις συγγενείς του τέχνες.

Ευτυχώς ο απολογισμός των πρώτων μηνών είναι θετικός. Εγώ είμαι ευχαριστημένος και βλέπω και τους ανθρώπους που δουλεύουν εδώ να είναι χαρούμενοι και νομίζω αυτό είναι το σημαντικότερο. Ο κόσμος πρέπει να βρει ένα κομμάτι του εαυτού του και εμείς να βρούμε ποιός είναι ο κόσμος μας διότι, χωρίς να γίνομαι σνομπ, δεν μας ενδιαφέρει να ανοίξουμε για τα πλήθη τα οποία χωρίς συνείδηση, πάνε κάπου επειδή απλά διαφημίστηκε καλά. Αυτό δεν θα ήταν ένας διάλογος, αυτό θα ήταν μία μαζική λειτουργία την οποία η τέχνη θα έπρεπε νομίζω να φοβάται. Δεν θεωρώ ότι πρέπει ν’ απευχόμαστε το λαϊκό, το δημοφιλές. Αυτό θα ήταν άκρος σνομπισμός. Αλλά δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αρέσουμε σε όλους. Πρέπει να αρέσουμε σε ανθρώπους που είναι έτοιμοι να μετακινηθούν και να μας μετακινήσουν.

Ένα θέατρο τριακοσίων θέσεων δεν είναι εύκολο να συντηρηθεί με περιορισμένο κοινό. Η ευθύνη της οικονομικής επιβίωσης με βάζει σε σκέψεις… Το εάν θα με επηρεάσει ως σκηνοθέτη θα φανεί στον χρόνο. Σαφώς και με νοιάζει να υπάρχουν άνθρωποι που τους αφορά όλο αυτό. Δεν μ’ ενδιαφέρει να κλειστούμε σε μία ομφαλοσκόπηση, που θα κάνω κάτι μόνο για τον δικό μου πειραματισμό, παρόλο που θα ευχόμουνα σε ένα άμεσο μέλλον να μπορεί να δημιουργηθεί και αυτό σαν συνθήκη, δηλαδή να υπάρχει κάτι το οποίο να μπορεί να συντηρηθεί και από ένα πολύ μικρότερο κοινό. Ωστόσο τώρα δοκιμάζουμε και μελετούμε διάφορα. Σας είπα, αυτή είναι χρονιά σημειώσεων…

Περισσότερα από Monopoli TV