Καλή ή κακή διάθεση; Μπορεί να τη ρυθμίζει το… έντερό μας;
Πώς το έντερό μας μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή μας; Τα νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν τη σύνθεση μεταξύ των δύο.
Το έντερο και ο εγκέφαλος επικοινωνούν συνεχώς μεταξύ τους, όπως δείχνουν μελέτες οι οποίες επισημαίνουν ότι τα βακτήρια του εντέρου, η διατροφή και η κατάθλιψη συνδέονται. Ο άξονας έντερο–εγκέφαλος (gut–brain axis), ένα σύστημα αμφίδρομης επικοινωνίας, χρησιμοποιεί μικροβιακούς μεταβολίτες, ανοσολογικά σήματα, ορμόνες και νευροδιαβιβαστές για να επηρεάσει τη διάθεση. «Όταν η ισορροπία των μικροβίων του εντέρου διαταράσσεται, μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή, προβλήματα στην αντίδραση στο στρες και αλλαγές στον εγκέφαλο που σχετίζονται με την κατάθλιψη. Αυτό που τρώμε παίζει καθοριστικό ρόλο: δίαιτες πλούσιες σε ίνες, υγιή λιπαρά και φυτικά συστατικά υποστηρίζουν ποικίλα, ανθεκτικά μικρόβια του εντέρου, που με τη σειρά τους προάγουν την ψυχική ευεξία. Ανασκόπηση επισημαίνει επίσης τη δυνατότητα των προβιοτικών, πρεβιοτικών και των «ψυχοβιοτικών» (psychobiotics) να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της ισορροπίας του εντέρου και στη μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Παρά τα ενθαρρυντικά πρώτα αποτελέσματα, απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες στον άνθρωπο για να κατανοηθεί πλήρως πώς η διατροφή και τα βακτήρια του εντέρου μπορούν να στηρίξουν την ψυχική υγεία», επισημαίνει η Δήμητρα Ευθυμιοπούλου Διαιτολόγος-Διατροφολόγος.
Πώς επιδρά στον οργανισμό το μικροβίωμα του εντέρουΤο έντερό μας φιλοξενεί τρισεκατομμύρια βακτήρια που κάνουν πολύ περισσότερα από το να χωνεύουν την τροφή που καταναλώνουμε: υποστηρίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα, προστατεύουν το εντερικό τοίχωμα και στηρίζουν τον συνολικό μεταβολισμό. Αυτά τα μικρόβια παράγουν ουσίες που ονομάζονται βραχείας αλυσίδας λιπαρά οξέα (short-chain fatty acids), τα οποία ενισχύουν το εντερικό φράγμα, ρυθμίζουν τη φλεγμονή και επηρεάζουν ακόμη και το πώς το σώμα χρησιμοποιεί την ενέργεια.
Τα βακτήρια του εντέρου παράγουν μεταβολίτες που επηρεάζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου και του ανοσοποιητικού. Τα βραχείας αλυσίδας λιπαρά οξέα ενισχύουν τη δύναμη του εντερικού φραγμού, μειώνουν τη φλεγμονή και επηρεάζουν την απελευθέρωση ορμονών που ρυθμίζουν την όρεξη και τη διάθεση. Παίζουν επίσης ρόλο στην παραγωγή σεροτονίνης, της εγκεφαλικής χημικής ουσίας που σχετίζεται με την καλή διάθεση. Ένα ποικιλόμορφο και ισορροπημένο μικροβίωμα του εντέρου είναι ανθεκτικό και μπορεί να προσαρμοστεί σε αλλαγές στη διατροφή ή το περιβάλλον, βοηθώντας στη διατήρηση της υγείας. Όταν όμως αυτή η ισορροπία χάνεται, μπορεί να επηρεαστεί το σώμα και ο εγκέφαλος, αυξάνοντας τον κίνδυνο διαταραχών διάθεσης.
Το έντερο και ο εγκέφαλος επικοινωνούν συνεχώς μέσω νεύρων, ορμονών και ανοσολογικών σημάτων. Το πνευμονογαστρικό νεύρο λειτουργεί σαν απευθείας τηλεφωνική γραμμή, ενώ μόρια από το έντερο επηρεάζουν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου έμμεσα. Οι ορμόνες του στρες και η φλεγμονή μπορούν να κάνουν το έντερο «διαπερατό», επιδεινώνοντας την ανοσολογική ενεργοποίηση και τα προβλήματα διάθεσης. Αντίστροφα, σήματα από τα μικρόβια του εντέρου μπορούν να διαμορφώσουν τα συναισθήματα και τη γνωστική λειτουργία. Όταν αυτή η επικοινωνία διαταράσσεται, η διαχείριση του στρες και η ρύθμιση της διάθεσης επηρεάζονται αρνητικά.
Μικρόβια του εντέρου και ο ρόλος τους στην κατάθλιψη
Μελέτες δείχνουν ότι άτομα με κατάθλιψη συχνά έχουν διαφορετικά βακτήρια στο έντερό τους σε σύγκριση με υγιή άτομα, με λιγότερα ευεργετικά μικρόβια και αλλαγμένη συνολική ποικιλότητα. Αυτές οι αλλαγές συνδέονται με φλεγμονή και σοβαρά συμπτώματα. Μελέτες σε ζώα επιβεβαιώνουν ότι η διατάραξη των βακτηρίων του εντέρου μπορεί να προκαλέσει συμπεριφορές παρόμοιες με άγχος και κατάθλιψη. Αυτό υποδηλώνει ότι η αποκατάσταση της ισορροπίας του εντέρου θα μπορούσε να είναι χρήσιμο μέρος της θεραπείας της κατάθλιψης. «Οι διατροφικές μας συνήθειες διαμορφώνουν έντονα τα μικρόβια του εντέρου. Οι δυτικού τύπου δίαιτες με υψηλή ζάχαρη και κορεσμένα λιπαρά μειώνουν την ποικιλότητα των μικροβίων, αυξάνουν τη διαπερατότητα του εντέρου και προκαλούν φλεγμονή. Όλα αυτά συνδέονται με προβλήματα διάθεσης. Οι μεσογειακές ή MIND-τύπου δίαιτες, πλούσιες σε ίνες, υγιή λιπαρά και φυτικά συστατικά, προάγουν τα ευεργετικά μικρόβια του εντέρου και συνδέονται με καλύτερη διάθεση και γνωστική υγεία. Ορισμένα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι οι κετογονικές δίαιτες μπορούν να βελτιώσουν την εγκεφαλική υγεία, αν και απαιτείται προσοχή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και επάρκεια θρεπτικών ουσιών. Συνοπτικά, η διατροφή μας μπορεί να επηρεάσει άμεσα τα μικρόβια του εντέρου και την ψυχική ανθεκτικότητα» τονίζει η κ. Ευθυμιοπούλου.
«Το έντερο αποτελεί βασικό παράγοντα στον τρόπο που η διατροφή επηρεάζει τη διάθεση. Τα μικρόβια του εντέρου επηρεάζουν τις αντιδράσεις στο στρες, τη φλεγμονή, τους νευροδιαβιβαστές και την ανάπτυξη του εγκεφάλου — όλοι παράγοντες συνδεδεμένοι με την κατάθλιψη. Οι διατροφικές συνήθειες έχουν σημασία: δίαιτες πλούσιες σε ίνες, υγιή λιπαρά και φυτικά συστατικά βοηθούν στη διατήρηση ενός ισορροπημένου μικροβιώματος και στηρίζουν την ψυχική υγεία.
Τα προβιοτικά, πρεβιοτικά και ψυχοβιοτικά δείχνουν υποσχόμενα ως επιπλέον εργαλεία, ειδικά όταν συνδυάζονται με υγιεινές δίαιτες όπως η μεσογειακή. Ωστόσο, τα στοιχεία είναι ακόμη περιορισμένα λόγω μικρών μελετών και διαφορών στις μεθόδους. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να επικεντρωθεί σε μεγάλες, μελέτες στον άνθρωπο για να διευκρινιστεί πώς η υγεία του εντέρου και η διατροφή μπορούν να προλάβουν ή να βελτιώσουν την κατάθλιψη. Η εξατομικευμένη διατροφή, προσαρμοσμένη στο μικροβίωμα του εντέρου, θα μπορούσε στο μέλλον να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο στην ψυχική φροντίδα, βοηθώντας τα άτομα να διατηρούν ισορροπία διάθεσης και να προλαμβάνουν καταθλιπτικά επεισόδια» καταλήγει η ειδικός.