Τι σημαίνει η ώρα που τρώμε βραδινό για την υγεία της καρδιάς
Μια μελέτη που πιθανότατα δεν θα αρέσει ιδιαίτερα σε όλους εμάς που τρώμε αργά το βραδινό μας, ωστόσο δίνει απαντήσεις για την υγεία της καρδιάς.
Δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο να τρώμε ένα βραδινό γεύμα ή να τσιμπολογάμε κάτι λίγο πριν πέσουμε για ύπνο – αντίθετα, όταν μιλάμε για εμάς τους Έλληνες, το βραδινό μετά τις 9 το βράδυ είναι για τους περισσότερους το φυσιολογικό. Ωστόσο, νέα μελέτη του Πανεπιστημίου Northwestern δείχνει ότι αν σταματήσουμε το φαγητό περίπου τρεις ώρες πριν κοιμηθούμε, μπορούμε με τον χρόνο να βελτιώσουμε την καρδιαγγειακή μας υγεία. «Σε άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, που έχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων, η παράταση της νυχτερινής νηστείας κατά περίπου δύο ώρες, ο χαμηλός φωτισμός και η αποχή από το φαγητό για τρεις ώρες πριν τον ύπνο οδήγησαν σε βελτιωμένους δείκτες καρδιαγγειακής και μεταβολικής υγείας, τόσο κατά τη διάρκεια του ύπνου όσο και μέσα στην ημέρα», αναφέρουν οι ερευνητές. Για να κατανοήσουν καλύτερα τη σχέση μεταξύ ωραρίου γευμάτων και υγείας της καρδιάς, οι επιστήμονες εξέτασαν πιο αναλυτικά τα δεδομένα.
Η σχέση ώρας γευμάτων και καρδιακής υγείας
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο κύκλος ύπνου και εγρήγορσης, δηλαδή το κιρκάδιο ρολόι του οργανισμού μας, συνδέεται άμεσα με την καρδιαγγειακή και τη μεταβολική υγεία. Όταν τρώμε, το σώμα ενεργοποιεί τη διαδικασία της πέψης, κατά την οποία το φαγητό διασπάται, απορροφώνται τα θρεπτικά συστατικά και αποβάλλονται τα κατάλοιπα. Όταν τα γεύματα ευθυγραμμίζονται χρονικά με τον φυσικό κύκλο ύπνου, τα συστήματα του οργανισμού λειτουργούν πιο αποδοτικά στη ρύθμιση των καρδιαγγειακών και μεταβολικών λειτουργιών.
«Δεν έχει σημασία μόνο τι και πόσο τρώμε, αλλά και πότε τρώμε σε σχέση με τον ύπνο. Ο χρόνος παίζει καθοριστικό ρόλο στα φυσιολογικά οφέλη της χρονικά περιορισμένης σίτισης», εξηγεί η δρ Φίλις Ζι, επικεφαλής της Ιατρικής του Ύπνου στη Σχολή Ιατρικής Feinberg του Northwestern. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι μόλις ένα μικρό ποσοστό ενηλίκων παρουσιάζει ιδανική καρδιαγγειακή υγεία, ενώ η κακή λειτουργία του καρδιομεταβολικού συστήματος συνδέεται με παθήσεις όπως ο διαβήτης τύπου 2, η λιπώδης νόσος του ήπατος και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Αντί να προτείνει αυστηρούς περιορισμούς θερμίδων, που συχνά οδηγούν σε προβληματική σχέση με το φαγητό, η μελέτη δίνει έμφαση στη νηστεία που συμβαδίζει με τον ύπνο, με στόχο την καλύτερη ξεκούραση και, κατ’ επέκταση, τη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας. Η πρακτική αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς οι συγκεκριμένες ομάδες εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών διαταραχών.
Τα ευρήματα της μελέτης
Κατά τη διάρκεια της μελέτης που διήρκησε 7 εβδομάδες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι ολοκλήρωναν το τελευταίο τους γεύμα τουλάχιστον τρεις ώρες πριν τον ύπνο παρουσίασαν αισθητές βελτιώσεις σε βασικούς δείκτες υγείας. Η αρτηριακή πίεση μειώθηκε κατά περίπου 3,5% και ο καρδιακός ρυθμός κατά 5%. Παράλληλα, στη διάρκεια της ημέρας παρατηρήθηκαν καλύτερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, στοιχείο που δείχνει ότι η αποχή από το φαγητό πριν τον ύπνο βοηθά στη ρύθμιση της γλυκόζης και της ινσουλίνης.
Εκτός από τις διατροφικές συνήθειες, οι συμμετέχοντες ενθαρρύνθηκαν να χαμηλώνουν τα φώτα στον χώρο τους περίπου την ίδια ώρα που σταματούσαν να τρώνε. Αυτό διευκόλυνε τη φυσική παραγωγή μελατονίνης, βελτιώνοντας την ποιότητα του ύπνου και συμβάλλοντας στο να ξυπνούν πιο ξεκούραστοι και με περισσότερη ενέργεια.