MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΤΡΙΤΗ
24
ΜΑΡΤΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Συν & Πλην: «O Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό Θέατρο

Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για τον «Βυσσινόκηπο» που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου.

stars-fullstars-fullstars-fullstars-fullstars-empty
| Φωτογραφίες: Γιάννης Κουσκούτης
author-image Στέλλα Χαραμή

Το έργο

Τον Αύγουστο θα πουληθεί το κτήμα. Και μολονότι το κρύο είναι τσουχτερό, υπό το μηδέν, ο Απρίλιος είναι εδώ, στην επαρχιακή Ρωσία και στο κτήμα των Αντρέγιεφ. Είναι νύχτα, δεν έχει καν ξημερώσει και, από τον σιδηροδρομικό σταθμό, στο αρχοντικό καταφθάνουν μέλη της οικογένειας: η… αυτοεξόριστη Λιούμποφ Αντρέγεβνα (ζούσε στο Παρίσι μετά τον πνιγμό του 6χρονου γιου της) και η κόρη της Άνια με το συνοδό τους Γιάσα. Το σπίτι μέσα στη νύχτα βγαίνει από το λήθαργο. Όλοι είναι παρόντες, χαρούμενα ανάστατοι. Ο αδερφός της Λιούμπα, Λεονίντ που συνοδεύει τους άρτι αφιχθέντες από το σταθμό, η οικονόμος του σπιτιού και ψυχοκόρη Βάρια, ο λογιστής Επιχόντοφ, η νεαρή υπηρέτρια Ντουνιάσα, η γηραιά υπηρέτρια της οικογένειας, η κυρία Φιρς, ο αιώνιος φοιτητής και παλιός δάσκαλος του αδικοχαμένου μικρού, ο Τροφίμοφ και φυσικά ο Λοπάχιν: ο γιος και εγγονός των σκλάβων που εργάστηκαν για δεκαετίες στο κτήμα και που τώρα έχει εξελιχθεί σε έναν χειραφετημένο, αναδυόμενο αστό.

«Δεν θα την αντέξω τόση χαρά», μονολογεί η Λιούμποφ Αντρέγεβνα καθώς ξαναβρίσκεται στον τόπο και τον χώρο μιας ψυχικής ουτοπίας, που ορίζεται από τα ανθισμένα κλαδιά στο βάθος: ένας θηριώδης βυσσινόκηπος, «αξιοθαύμαστος στην περιοχή μας», εκτείνεται έξω από το σαλόνι της κατοικίας σαν ιερό φάντασμα. Μια οντότητα, δωρισμένη και ανδρωμένη από τον αγώνα των σκλάβων αλλά και από τη μητέρα φύση που, σήμερα, χρόνια μετά ενώνει σε ένα σαλόνι, όλους όσοι τον βίωσαν κάτω από ένα σκληρό ταξικό σύστημα: τους πάλαι ποτέ δουλοπάροικους (και σήμερα ελεύθερους ανθρώπους), τους φτωχούς και αμόρφωτους υπηρέτες, τους ξεπεσμένους αριστοκράτες που, δίχως την κτήση γης, παλεύουν να αφομοιώσουν τα νέα δεδομένα για τη ζωή.

Το τελευταίο έργο του Αντόν Τσέχωφ, γράφεται το 1904, μόλις ένα χρόνο πριν την πρώτη Ρωσική Επανάσταση του 1905. Τι ειρωνεία, αν σκεφτεί κανείς πως ο 44χρονος ασθενής συγγραφέας δεν πρόλαβε να δει την τροπή της ιστορίας και την ανατροπή της λαϊκής ρωσικής ψυχοσύνθεσης που, μαεστρικά, αποτύπωσε σε όλα του τα έργα· πόσο μάλλον όταν και ο ίδιος ήταν απόγονος γενεών δουλοπάρικων, στίγμα που τον βάραινε σε όλη του τη ζωή.

Με τον τρόπο που και ο ίδιος διαισθητικά αποχαιρετούσε τη ζωή, έτσι και ο «Βυσσινόκηπος» είναι μια ελεγεία για το τέλος των πραγμάτων, ένας γλυκόπικρος αποχαιρετισμός σε μια εποχή, σε έναν κόσμο, σε όσα έχουν αγαπηθεί, σε όσα θα καταστραφούν γιατί επελαύνει μια νέα πραγματικότητα, στην οποία ανατέλλει η δύναμη του κέρδους ενάντια στην ομορφιά, η ατομικότητα ενάντια στη συλλογικότητα, η επιβίωση δίχως στάλα αγάπης και συντροφικότητας.  Τα άνθη του Βυσσινόκηπου δημιουργούν μια τελευταία σκιά ξεγνοιασιάς για όλους εκείνους που θα μεταβούν από τη μια συνθήκη σε μια άλλη, ολότελα άγνωστη – με τον Τσέχωφ να μελετά την αδυναμία του ατόμου να αντιμετωπίσει τη δυσκολία, την αλλαγή, όσα τον ξεπερνούν και τον διαλύουν, δημιουργώντας, για μια ακόμα φορά την πινακοθήκη προσώπων τραγικών και κωμικών μέσα στο ίδιο σώμα.

Στο σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου οι Μαρία Μοσχούρη, Φοίβος Συμεωνίδης, Γιάννης Κλίνης, Κατερίνα Πατσιάνη, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώργος Ζιάκας και Έκτορας Λυγίζος.

H παράσταση

Ο αιώνιος διάλογος γύρω από τα έργα του Τσέχωφ και την ροπή τους προς την κωμωδία ή το δράμα που ξεκίνησε από την εποχή του Κονσταντίν Στανισλάφσκι (και αποτέλεσε έντονο σημείο τριβής μεταξύ των δύο δημιουργών) παίρνει μια πολύ ωραία απάντηση στο ανέβασμα που έχει ετοιμάζει ο Έκτορας Λυγίζος για το Εθνικό Θέατρο. Τουλάχιστον, ο «Βυσσινόκηπος» του (που σηκώνει και το βάρος ενός κύκνειου άσματος) κυοφορεί και δεν εγκαταλείπει στιγμή την ελαφράδα, όπου τα σοβαρά συμβάντα ή οι σημαίνοντας διάλογοι συμβαίνουν στον αφρό μα κολυμπούν στα μεγάλα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και ιστορίας. Εκεί όπου οι χυμοί από βύσσινο θα μπορούσαν να είναι δάκρυα. Μέσα σε αυτό το κερδισμένο περιβάλλον, ανθίζουν σαν τον απριλιάτικο βυσσινόκηπο και πολύ σημαντικές ερμηνείες που ενώνονται σε μια άρτια δουλειά συνόλου.

Μαρία Μοσχούρη, Γιάννης Παπαδόπουλος, Ράνια Οικονομίδου, Γιώργος Ζιάκας, Κατερίνα Πατσιάνη.

Τα Συν (+)

Οι ερμηνείες

Είναι κριτήριο κατανόησης και εμβάθυνσης στα έργα του Τσέχωφ, η σύνθεση ενός κατάλληλου θιάσου· και, ομολογουμένως, εδώ, ο Έκτορας Λυγίζος επιτυγχάνει μια εξαιρετική σύνθεση· όχι μόνο εκ πρώτης όψεως, μα κυρίως εκ του αποτελέσματος. Πριν μιλήσουμε για την κάθε παρουσία ξεχωριστά, έχει αξία να υπογραμμιστεί η λειτουργία της διανομής ως συνόλου μέσα σε έναν αδιόρατο δρόμο μετάβασης από το κωμικό στο δραματικό και τούμπαλιν, σαν δύο ρέουσες διαδρομές που η μία τροφοδοτεί και χωράει ασυνείδητα την άλλη. Νομίζω πως είναι η πιο σημαντική ποιότητα που χρειάζεται να κατακτήσει ένας ηθοποιός τσεχωφικής παράστασης, επαληθεύοντας την ψυχή του κειμένου, η οποία  δεν είναι παρά η ευχάριστη ή δυσάρεστη μορφή της ανθρώπινης φύσης.

Θα ξεκινήσω με την Αμαλία Μουτούση, όχι μόνο επειδή υποδύεται την Λιούμποφ Αντρέγεβνα αλλά επειδή συμπυκνώνει όλο το παιγνιώδες, ανώριμο έως και νευρωτικό στοιχείο της ψυχικά ανήλικης κατάστασης. «Σαν παιδί κάνω πάλι», λέει και η ερμηνεία της καταλαμβάνει κάθε πόρο αυτής της φράσης καθώς ακόμα και μέσα στις ορθολογικές ή απελπισμένες σκέψεις της φωλιάζει η απόφαση της αιθεροβάμων, άρνηση να αποδεχτεί με ωριμότητα τη ζωή της που καταρρέει.

Από μια άλλη αφετηρία, αλλά με την ίδια κατάληξη αναπτύσσει ο Γιάννης Κλίνης την εμφάνιση του ως Λεονίντ Αντρέγιεβιτς, ένας πολυλογάς, αμπελοφιλόσοφος που φαντασιώνεται μια σωτηρία που ποτέ δεν θα έρθει. Επίσης, μια σημαίνουσα ερμηνεία για την παράσταση για την πορεία του ιδίου ως ηθοποιού, καθώς χωνεύει έξοχα τον πολιτικά ανήλικο άνδρα σε μια «περιβολή» καλλιεργημένου ατόμου. Εξεπλάγην, που ο Έκτορας Λυγίζος, παρότι σκηνοθέτης αυτού του πολύ απαιτητικού έργου κράτησε το ρόλο του Λοπάχιν για τον εαυτό του. Κι όμως, ανασαίνοντας τα λόγια των ηθοποιών του, κατάφερε να φέρει τα στοιχεία αυτού του αντιφατικού χαρακτήρα: από τη μια ο προσηνής, λογικός και αυτοδημιούργητος αστός, και την ίδια ώρα σαν ένα «σαρκοβόρο της φύσης», εκφραστής της νέας τάξης πραγμάτων, άρχων ενός δάσους κατακρεουργημένων δέντρων.

Η Σοφία Κόκκαλη αφομοιώνει την περίπτωση της Βάρια, ενός πλάσματος εύθραυστου που υπηρετεί το καθήκον με τυφλή υπακοή και την ίδια ώρα ζητιανεύει για αγάπη. Μια ακόμα πολύ ευχάριστη έκπληξη έρχεται από τον Γιάννη Παπαδόπουλο, αγνώριστο κι όμως απόλυτα ταιριαστό στο ρόλο του αμετανόητου, παθιασμένου, ιδεoλόγου Τροφίμοφ – ίσως του μοναδικού προσώπου του κειμένου που προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τον τυφώνα της αλλαγής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΑμαλία Μουτούση: Από μικρό παιδί δεν δίσταζα να ζητήσω βοήθεια12.09.2018

Όπως πάντα, έτσι κι εδώ, ο Τσέχωφ χτίζει πληθωρικούς ρόλους ακόμα και για τα ‘δευτερεύοντα’ πρόσωπα του έργου, προσφέροντας πεδίον δόξης σε κάθε ηθοποιό που καλείται να ερμηνεύσει έναν ήρωα του. Εδώ θα συναντήσουμε την Κατερίνα Πατσιάνη στο ρόλο της νεαρής καμαριέρας Ντουνιάσα που, λες και έχει κολλήσει τον ιό της ανεμελιάς και της επιπολαιότητας των «αφεντικών» αφήνεται στην ονειροπόληση και στο συναίσθημα.

Η Μαρία Μοσχούρη καθώς υποδύεται τρυφερά, ισορροπημένα την έφηβη Άνια, το κορίτσι που γίνεται μάνα της μάνας της, που, παρά το άγουρο της εφηβείας της, φέρει την ελπίδα που ίσως ανατείλει στη Ρωσία. Ο Φοίβος Συμεωνίδης, κωμικός όσο και συγκινητικός, στο ρόλο του γκαφατζή, με σοβαρό έλλειμα αυτοπεποίθησης Επιχόντοφ που, στα μάτια μου, μεταφράζει τον άνθρωπο της απόλυτης εκκρεμότητας σε μια συγκυρία μεγάλης μετατόπισης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΡάνια Οικονομίδου: Το θέατρο είναι το μόνο που ξέρω να κάνω12.09.2018

Και τέλος ο Γιώργος Ζιάκας αφελής, τυχοδιώκτης και ανερμάτιστος – όπως ακριβώς ταιριάζει στο νεαρό Γιάσα. Για το τέλος, αφήνω την υπέροχη παρουσία της Ράνιας Οικονομίδου – μοιράζεται το ρόλο της κυρίας Φιρς σε διπλή διανομή με την Υβόννη Μαλτέζου – να κουβαλάει στο αργό βήμα της όλο το βάρος της ρωσικής κληρονομιάς, της εποχής που πεθαίνει, να είναι φορέας σαρκασμού και την ίδια ώρα να ενσωματώνει με βαθιά ειλικρίνεια το επώδυνο τέλος των πραγμάτων.

Η σκηνοθεσία  

Με έφεση στα δύσκολα, ο Έκτορας Λυγίζος πέρασε από τον «Αποτυχημένο» του Μπέρνχαρντ στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ. Κατά τη γνώμη μου, η πρόσκληση εδώ είναι ακόμα μεγαλύτερη όχι μόνο για την σκηνοθεσία ενός πολυπρόσωπου έργου (το έχει εξάλλου ξανακάνει στην Επίδαυρο) αλλά για την λεπτότητα της προσέγγισης που απαιτούν τα έργα του κορυφαίου Ρώσου, ανάμεσα στη ρεαλιστική υφή – επίφαση και το λυρικό κόσμο, ανάμεσα στο γελοίο που εκπορεύεται από το δραματικό, ανάμεσα στο ουμανιστικό και το πολιτικό.

Η σκηνοθεσία του, λοιπόν, ακροβατεί επιδέξια σε αυτές τις περιοχές, παρακολουθεί δημιουργικά τον Τσέχωφ – δηλαδή δεν τον προδίδει, αλλά τολμάει να δώσει κι ένα στίγμα νεωτερικότητας – και μετακινεί χρονικά την αφήγηση από τις αρχές του 20ου αιώνα προς τα τέλη του, την δεκαετία του ’70 – μια άλλη εποχή μετατόπισης και κλυδωνισμού, ειδικά στις σοσιαλιστικές δημοκρατίες. Με τη βοήθεια των συνεργατών του στις τεχνικές κατηγορίες, ο κόσμος του «Βυσσινόκηπου», κατά τον Λυγίζο, έγινε ένας κόσμος νοσταλγίας, ένας κόσμος που όμως νοσεί. Κι όπως μεταφράζει η Χρύσα Προκοπάπη «όπου ακούς πολλά φάρμακα, η αρρώστια είναι ανίατη».

Η αισθητική της παράστασης

Πολλές επιλογές συνταίριαξαν για να αποδοθεί η όψη του «Βυσσινόκηπου» με μια αίσθηση τσεχωφικής ζεστασιάς. Καταρχάς, το ρεαλιστικό αλλά και παιχνιδιάρικο σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου: το τμήμα μιας πλούσιας κατοικίας με φόντο το κάλλος του βυσσινόκηπου. Ειδική μνεία οφείλει να γίνει σε μια τόση δα, αλλά ουσιαστική λεπτομέρεια: στο άψυχο σώμα μιας πολικής αρκούδας που ζεσταίνει το πάτωμα της κατοικίας, πάνω στο οποίο (όλως τυχαίως) διαρκώς σκοντάφτουν οι ήρωες. Είναι μια σοβαρή υπόμνηση για την έντονη έγνοια του Αντόν Τσέχωφ γύρω από την καπήλευση του περιβάλλοντος και η οποία στον «Βυσσινόκηπο» εκφράζεται πιο δυναμικά από κάθε άλλο έργου.

Καθοριστικοί στην ανάδειξη του σκηνικού και των σκηνικών ατμοσφαιρών οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη. Ο κινησιολόγος Δημήτρης Μυτιληναίος δεν έχει συμβάλλει μόνο στην αισθητική αλλά κυρίως στη λειτουργική απόδοση των σκηνών – κυρίως εκεί που το χιούμορ έχει το πάνω χέρι. Τέλος, ωραία είναι και τα κοστούμια της Άλκηστις Μάμαλη, η μοναδική υπενθύμιση πως η πλοκή εκτυλίσσεται σε μια εποχή εγγύτερη στη δική μας.

Η Αμαλία Μουτούση στο ρόλο της Λιούμποφ Αντρέγεβνα

Τα Πλην (-)

Τίποτα το αξιοσημείωτο.

Το άθροισμα (=)

Ένα εξαιρετικό δείγμα διαχείρισης των ποιοτήτων της τσεχωφικής γραφής από τον Έκτορα Λυγίζο σε μια παράσταση που, παρά τις σημαντικές ερμηνείες, εγγράφεται ως στιβαρή πρόταση συνόλου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΥβόννη Μαλτέζου: Αν με τον όρο «νέα» εννοούμε ανοιχτή στην εμπειρία, τότε ναι, είμαι νέα12.09.2018

Η Σοφία Κόκαλη στο ρόλο της Βάρια

Σκηνή από το χορό με τους Αμαλία Μουτούση, Σοφία Κόκαλη, Γιάννη Παπαδόπουλο, Κατερίνα Πατσιάνη και Φοίβο Συμεωνίδη.

Αμαλία Μουτούση και Γιάννης Παπαδόπουλος. 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Συγγραφέας: Αντόν Τσέχωφ
Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη
Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος

Σκηνικά: Μυρτώ Λάμπρου
Κοστούμια: Άλκηστη Μάμαλη
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Χορογραφία: Δημήτρης Μυτιληναίος

Παίζουν: (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Ζιάκας, Γιάννης Κλίνης, Σοφία Κόκκαλη, Έκτορας Λυγίζος, Υβόννη Μαλτέζου*, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου*, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κατερίνα Πατσιάνη, Φοίβος Συμεωνίδης

Διάρκεια: 120΄
Τιμές Εισιτηρίων: 10-25 ευρώ
Διάρκεια Παραστάσεων: έως 24 Μαϊου
Πληροφορίες: Εθνικό Θέατρο, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24), τηλ. 210.5288170-171
Παραστάσεις: Τετάρτη & Κυριακή στις 17.00 | Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 20.00
Διασκευή: Έκτορας Λυγίζος
Βοηθός Σκηνοθετη: Εύα Βλασσοπούλου
Link Εισιτηρίων: https://www.ticketservices.gr/event/n-t-vissinokipos/?lang=el
Φωτογραφίες: Γιάννης Κουσκούτης
Περισσότερα από Κριτική Θεάτρου