Οι μήνες πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν (περίπου) και εμείς είμαστε, πάλι, σε εκείνη την πόλη του Βορρά που αναπνέει πιο βαθιά δύο φορές τον χρόνο – όταν οι κινηματογραφικές της αίθουσες γεμίζουν και στη Νέα Παραλία βλέπεις τις ίδιες πάνινες τσάντες. Ναι, είναι η ώρα του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και φυσικά είμαστε εδώ για να υποδεχθούμε την άνοιξη, όπως της αρμόζει, ρομαντικά, νοσταλγικά και αληθινά, βλέποντας ντοκιμαντέρ.
Φέτος προσγειώθηκα στη Θεσσαλονίκη λίγο μετά την έναρξη του Φεστιβάλ και για πρώτη φορά νομίζω πως βρήκα την πόλη ήδη να πάλλεται στους ρυθμούς του. Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ διαφέρει σε δύο βασικά σημεία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Η φρενίτιδα που επικρατεί και το «άγχος» της επόμενης προβολής και κυρίως της εξασφάλισης εισιτηρίων του TIFF (Thessaloniki International Film Festival) δεν συγκρίνεται με τη χαλαρή σχεδόν διάθεση που κατακλύζει τις προβολές και τις δράσεις του TIDF (Thessaloniki International Documentary Festival). Αυτή είναι η πρώτη του διαφορά, η δεύτερη είναι λίγο πιο ξεκάθαρη. Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ είναι πολύ πιο αληθινό από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Η τέχνη του ντοκιμαντέρ, μερικοί θα υποστήριζαν πως στην ταραχώδη, γεμάτη προκλήσεις εποχή που ζούμε είναι πιο αναγκαία από την απλή μυθοπλασία. Η καταγραφή της πραγματικότητας, μας χρειάζεται για να μην ξεχάσουμε πως είμαστε άνθρωποι και όλη η σκληρότητα του κόσμου δεν είναι μέρος μας, είναι απλά κάτι που έχουμε συνηθίσει.
Προσωπικά πιστεύω πως οι ιστορίες, ολικής μυθοπλασίας ή μερικής πραγματικότητας, είναι αναγκαίες. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά, και φέτος έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρο, είναι πως το TIDF είναι σίγουρα πιο σκληρό. Mία φίλη που συνάντησα για έναν γρήγορο καφέ ανάμεσα στις προβολές μου είπε χαρακτηριστικά: «Έχει πολύ πόλεμο γύρω μας, ίσως να μην ήθελα να δω τόσο πόλεμο και στο Φεστιβάλ». Είναι πολύ πιο απλό, ακόμα κι αν βλέπεις ένα ντοκιμαντέρ – μία υπαρκτή κατάσταση –, να βγεις από εκείνη την αίθουσα και να ηρεμήσει το μυαλό σου στη σκέψη πως αυτή δεν είναι η δική σου πραγματικότητα. Πλέον μπαίνουμε στις αίθουσες, βλέπουμε ιστορίες πολέμου, βιασμών, θανάτων και βγαίνουμε γνωρίζοντας πως αυτή είναι και η δική μας πραγματικότητα.
Κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης θυμάμαι πόσα πράγματα μας ενώνουν, όλους τους ανθρώπους. Και μέσα στις σκληρές και αναγκαίες ιστορίες που προβάλλονται, υπάρχουν και εκείνες που μιλούν για τα αποτελέσματα των πράξεων μας, αλλά ο ρομαντισμός και η νοσταλγία για μία άλλη εποχή, για ένα μέρος γνώριμο αλλά μακρινό, κερδίζουν. One day nostalgia will kill us all! (υπάρχει πιο ωραίος “θάνατος”;)

Η Λεωφόρος Νίκης και ο Λευκός Πύργος credits: Γιώργος Χωματάς
Από τα πρώτα sold out του 28ου TIDF. Από τις ταινίες εκείνες που μόνο στο Φεστιβάλ θα μπορούσε να δει κανείς και συγκεκριμένα στο (αγαπημένο μου) section Open Horizons (Ανοιχτοί Ορίζοντες). Το «Vilma: The Last Goodbye» είναι το αποχαιρετιστήριο σημείωμα του Κώστα Μπακιρτζή και του Κωστή Σταμούλη στον τελευταίο κινηματογράφο ερωτικών ταινιών της Θεσσαλονίκης, που έκλεισε τις πόρτες του στις 31 Δεκεμβρίου του 2025 μετά από 55 χρόνια λειτουργίας. Ένα συνονθύλευμα ιστοριών από τα καθίσματα των ερωτικών σινεμά που άνθισαν στα ’80s και στα ’90s και στάθηκαν μέχρι την πρώτη δεκαετία του 2000, σε συνδυασμό με εικόνες της Θεσσαλονίκης που θυμίζουν τον «Ταξιτζή» του Σκορσέζε και, για τον Κώστα, έναν από τους δύο σκηνοθέτες, «τη Νέα Υόρκη των ’70s».

Βίλμα: Το τελευταίο αντίο, 2026
Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί: «Ποιος νέος άνθρωπος του σήμερα θα δενόταν τόσο βαθιά με ένα σινεμά πορνό, που θα το έκανε ταινία;». Δύο παιδιά που έζησαν τη Θεσσαλονίκη από το 2016 και μετά ως φοιτητές, αλλά στην πραγματικότητα, μέσα στις αίθουσες του Βίλμα, έζησαν μία Θεσσαλονίκη που είχε σταματήσει τον χρόνο μερικές δεκαετίες πίσω. Οι μαρτυρίες και βασικά οι ιστορίες ανθρώπων που έζησαν μέσα σε αυτά τα σινεμά – στους διαδρόμους, στους εξώστες, στις τουαλέτες – μιλούν με μία αγνότητα για το σεξ – βασικά δεν μιλούν καν για σεξ. Μιλούν για μία γλυκιά επιθυμία και ένα ζωώδες πάθος στην πρωτόγονη μορφή τους, που δεν είχαν γίνει προϊόν υπερκαταναλωτισμού στα κινητά μας.

Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί: «Ποιος νέος άνθρωπος του σήμερα θα δενόταν τόσο βαθιά με ένα σινεμά πορνό, που θα το έκανε ταινία;», Βίλμα: Το τελευταίο αντίο, 2026
Το κινηματογραφικό υπόβαθρο που είχαν οι ερωτικές ταινίες με έπιασε απροετοίμαστη, όπως και η δήλωση του Κώστα Μπακιρτζή πως «στους κινηματογράφους ερωτικών ταινιών δεν ανακαλύφθηκε ποτέ ο σκληρός δίσκος». Μέχρι και το 2020, στα ερωτικά σινεμά οι ταινίες προβάλλονταν από DVD. Το ρομαντικό και νοσταλγικό φιλμ των παιδιών αποχαιρετά μία εποχή περισσότερο από ό,τι αποχαιρετά το Βίλμα, το Λαϊκό ή το Star (όλοι ερωτικοί κινηματογράφοι). Αποχαιρετά τον Βαρδάρη, που όπως όλα αλλάζει, διαλύεται για να στηθεί ξανά.
«Μην αλλάξετε τίποτα χωριανοί!»
Η σειρά «Why the mountains are black» είναι μία συμπαραγωγή της COSMOTE TV και του Onassis Culture
Η παράδοση που θέλει την COSMOTE TV και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης να συμπράττουν σε κάθε διοργάνωση και να κάνουν μία πρεμιέρα τηρήθηκε και φέτος. Ένα επεισόδιο από τη σειρά ντοκιμαντέρ με τίτλο «Γιατί είναι μαύρα τα βουνά: Τελετές», μία συμπαραγωγή της COSMOTE TV, του Onassis Culture και του White Room, προβλήθηκε για πρώτη φορά το Σάββατο 7/3 στο Λιμάνι της Θεσσαλονίκης, στην κατάμεστη αίθουσα “Τώνια Μαρκετάκη”.
Ο πολυβραβευμένος μουσικολόγος Christopher King, που εδώ και αρκετά χρόνια μένει στην Ελλάδα, κάνει μέσα από την κάμερα μία «περιοδεία» στα ψηλά βουνά της Ελλάδας και στις παραδόσεις και τους ανθρώπους από τα Νότια Βαλκάνια μέχρι την Κρήτη. Όσο ψάχνει την απάντηση στην ερώτηση «γιατί αυτά τα βουνά είναι μαύρα;» και στο γιατί εκείνος ασχολείται με κάτι τέτοιο – εμείς αντικρίζουμε τους ανθρώπους που ζουν σε (ή για) εκείνα τα βουνά.
Παραδόσεις και ιστορίες που σίγουρα εγώ, αλλά και πολλοί ακόμα, δεν γνώριζαν. Η, ίσως όχι τόσο στενή, σχέση της παράδοσης με τη θρησκεία όσο με την ιστορία και τις μνήμες. Τουλάχιστον στο επεισόδιο της σειράς που εμείς είδαμε, οι τελετές που προέρχονται από την αρχαιότητα ήταν περισσότερες ή τουλάχιστον προπορεύονταν εκείνων που προέρχονταν από τη θρησκεία.

Οι συντελεστές της σειράς «Γιατί’ ναι μαύρα τα βουνά», 2026
«Η παράδοση δεν είναι κάτι στάσιμο, είναι κάτι που αλλάζει συνέχεια και η μουσειοποίησή της μόνο κακό της κάνει», δηλώνει ο σκηνοθέτης Φοίβος Κοντογιάννης στο Q&A που πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την προβολή. Ακριβώς δίπλα του είναι ο Christopher – ή Chris, όπως τον φωνάζουν – ντυμένος ως ένας «εκκεντρικός Τεξανός καουμπόι», με τα ρούχα του δηλαδή. Μου έκανε αίσθηση αυτή η πολυμορφικότητα στα πλάνα του επεισοδίου, γιατί βλέπεις έναν άνθρωπο με καουμπόικο καπέλο, μπότες και πουκάμισο με κρόσσια να συμμετέχει σε Ηπειρώτικα έθιμα και παρελάσεις και στα Αναστενάρια.
Όταν τον ρώτησα πώς και πότε τού ήρθε η ιδέα να ασχοληθεί με αυτή την πλευρά της παράδοσης στην Ελλάδα, εκείνος απάντησε: «Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, είναι απλά η ζωή μου. Ξυπνάω κάθε μέρα με αυτή την εμμονή για αυτή τη μουσική — και δεν είναι καν οι ρίζες μου. Αν έπρεπε να σου πω πότε ξεκίνησε, μάλλον από τότε που γεννήθηκα». Είναι μαγικό και κάπως απρόοπτο να βρίσκεις κοινά ανάμεσα σε εκείνον και έναν μεγάλης ηλικίας κύριο που, ως μέρος εθίμου που έχουν στη Βόρεια Ελλάδα, προτρέπει τους ανθρώπους του χωριού του να μην αλλάξουν τίποτα, να μείνουν ακριβώς όπως είναι. Η επιστροφή στις ρίζες δεν σημαίνει και ακύρωση του παρόντος μας, είναι μάλλον ο μόνος τρόπος να το διατηρήσουμε.
Αν αναρωτιέστε, την απάντηση στην ερώτηση «γιατί είναι μαύρα τα βουνά;», δεν τη βρήκαμε. Η εξήγηση πως είναι η «αναμονή πριν την αυγή» ή η οπτική αποτύπωση πως «μετά τον θάνατο έρχεται η ανάσταση», όπως μας ενημέρωσαν οι συντελεστές, δεν είναι απαντήσεις που μας καλύπτουν. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τις 16 Απριλίου για να βρούμε τις απαντήσεις στην COSMOTE TV.

EXILE(S),TALES DROM AN ISLAND, 2026
Η πρώτη ταινία του τμήματος Διεθνούς Διαγωνιστικού «Newcomers» που είδα την Κυριακή 8/3 ήταν εκείνη με τον τίτλο «EXILE(S), TALES FROM AN ISLAND» του σκηνοθέτη Γιώργου Ηλιόπουλου. Είναι ξεκάθαρο πως εμένα με τράβηξε ο τίτλος σε αυτή την προβολή. Ένα νησί που ζουν «εξορισμένοι». Εν τέλει, το νησί είναι η Ίμβρος και οι κάτοικοί της δεν είναι “εξορισμένοι” πια, έχουν επιλέξει τη ζωή τους ή, καλύτερα, μερικοί από αυτούς, έχουν συμφιλιωθεί μαζί της.
Εκατό χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, τα σπίτια είναι πλέον συντρίμμια. Εκεί που κάποτε ζούσαν ελληνικές οικογένειες, τώρα ζουν άνθρωποι με καταγωγή από τη Βουλγαρία που τους ανάγκασαν να αλλάξουν το όνομά τους και μιλούν τουρκικά. Αλήθεια, πώς ξεχνάμε ή, καλύτερα, αγνοούμε πόση ποικιλομορφία κρύβει από μόνη της η ανθρώπινη φύση. Εγώ προσωπικά δεν γνώριζα πόσο ομαλή και οικεία ήταν η συνύπαρξη Τούρκων και Ελλήνων, μουσουλμάνων και χριστιανών, στις ίδιες περιοχές, στα ίδια σχολεία. Πώς η γλώσσα ένωσε περισσότερους ανθρώπους από ό,τι χώρισε.

EXILE(S),TALES DROM AN ISLAND, 2026
Σήμερα η πραγματικότητα που αποτύπωσε ο σκηνοθέτης είναι σύγχρονη, αλλά κυρίως κρύβει μέσα της την αίγλη και τις μνήμες μίας συνύπαρξης. Παιδιά που μιλούν ελληνικά απαγγέλλουν κάθε πρωί τον τουρκικό εθνικό ύμνο. Το καφενείο του χωριού συγκεντρώνει καθημερινά ηλικιωμένους που σε ένα τραπέζι μιλούν και τουρκικά και ελληνικά και καταλαβαίνουν απόλυτα ο ένας τον άλλον. Άνθρωποι που μετακινήθηκαν εκεί, άλλοι που γεννήθηκαν, φτιάχνουν τη δική τους κανονικότητα ή θυμούνται μία ζωή πολύ όμορφη, γλυκιά – μία ζωή που χάθηκε για πάντα, αλλά όμως υπήρξε. Για τον Γιώργο Ηλιόπουλο το σημαντικότερο πράγμα ήταν «να είναι δίκαιος» με τις εικόνες του απέναντι σε όλους, και πιστεύω τα κατάφερε.
«Κάνοντας όνειρα, ξέχασα να ζήσω» – Αθηναϊκός Ρομαντισμός
«Είμαστε πολλοί που έχουμε πέσει σε αυτή την παγίδα που ησυχάζουμε στην θέα των δρόμων, δίχως να περνούμε κανέναν.» – Κωσταντίνα Θεοδώρου Ημερολόγιο Ομονοίας, Square of the Unseen,2025
Δεν γινόταν να λείπει η Αθήνα από αυτό εδώ το κείμενο, αλλά φυσικά και από το Φεστιβάλ. Ίσως ο ορισμός του ρομαντισμού και της νοσταλγίας να βρίσκεται στην πρωτεύουσα, ίσως να είναι η πρωτεύουσα. Δύο προβολές, μέχρι τώρα, με μετέφεραν κοντά στο σπίτι μου – πολύ κοντά για να είμαι ειλικρινής. Η «Πλατεία Αοράτων» του Θεόδωρου Σελέκου, στο τμήμα Open Horizons Shorts, κάνει βόλτα στο κέντρο του κόσμου, στην Πλατεία Ομονοίας, και αφηγείται τις ιστορίες των ανθρώπων με τις δικές τους λέξεις, που είναι γραμμένες στους τοίχους τριγύρω. Μία Αθήνα όχι κρυφή, αλλά σίγουρα όχι τόσο εμφανής. Μια Αθήνα ανθρώπων που κουβαλούν όλο το βάρος του κόσμου και το εναποθέτουν στο κέντρο του, στην Πλατεία Ομονοίας.
Εκεί παραδίπλα, στην Αχαρνών 209, αλλά και σε όλη την πόλη και μέχρι το Βερολίνο, γυρίστηκε η δεύτερη δουλειά του Τάσσου Λάγγη, σε παραγωγή της Onassis Culture, πάλι στο αγαπημένο section Open Horizons: «Η Δημόσια Ιδιωτική Οικεία – 9 στροφές για την Αθήνα» — για μία πόλη που δεν τη ζούμε τόσο, αλλά κυρίως επιβιώνουμε μέσα σε αυτή. Η κάμερα του σκηνοθέτη μετακινείται γρήγορα από τις αναλύσεις ενός Γερμανού αρχιτέκτονα για την ελληνική πολυκατοικία, σε ένα διαμέρισμα όπου συγκατοικούν μερικά άτομα που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα και εν τέλει μεταναστεύουν, και στα περίπου 50 είδη πουλιών που ζουν στην Αθήνα.

Η Μεστίσα και το Ξε απο το σπίτι στην Αχαρνών 209, The Public Private House – 9 stanzas for Athens, 2025
Σαν διαφορετικές πλευρές του ίδιου νομίσματος. Όσο αρμόδιοι αναλύουν την ιστορική εξέλιξη της πολυκατοικίας και της αθηναϊκής γειτονιάς, οι ζωές των κατοίκων της Αχαρνών 209 τρέχουν. Η μετανάστευση, ο ρατσισμός, οι διακρίσεις και η πλέον ευρέως γνωστή άποψη μεταξύ των νέων πως «δεν αξίζει να παλεύεις να ζήσεις σε μία πόλη με 700 ευρώ». Ταυτόχρονα η Αθήνα είναι ένα τεράστιο εργοτάξιο, από το Ελληνικό μέχρι τα Εξάρχεια. Ωστόσο το για ποιον χτίζονται τόσα σπίτια όταν δεν θα έχουν μείνει άνθρωποι για να τα κατοικήσουν μένει ανεξήγητο.
Ο Τάσσος Λάγγης κάνει ένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία της ίδιας της πόλης, αλλά ταυτόχρονα παρατηρεί το παρόν της: πώς μια παρέα δημιουργεί μία οικογένεια σε ένα σπίτι και σιγά σιγά εκείνη γίνεται χίλια κομμάτια στις παγωμένες αίθουσες του αεροδρομίου, γιατί «η Ελλάδα, αν θέλει να κρατήσει τα παιδιά της, πρέπει να μάθει να αγαπά». Αυτή είναι η συνέχεια της πρώτης ταινίας του δημιουργού, πάλι σε συνεργασία με την Onassis Stegi, που παρουσιάστηκε πέρυσι στο 27ο ΦΝΘ με τίτλο «Χτίστες, νοικοκυρές και η οικοδόμηση της σύγχρονης Αθήνας».
Μετά το τέλος της προβολής ακολούθησε Q&A, το οποίο κατέληξε σε μία συζήτηση μεταξύ νέων ανθρώπων που κάθονταν στο κοινό και εξηγούσαν γιατί αυτή η χώρα δεν τους χωράει και νιώθουν μόνοι, και στην προτροπή του σκηνοθέτη «να επιστρέψουμε στα παγκάκια και στα πάρκα», να βρούμε τους ανθρώπους μας και να διεκδικήσουμε τον χώρο μας. Ήμασταν πολλοί σε εκείνη την αίθουσα που δεν μας άντεχε η χώρα μας, που μας πετούσε σαν να μην της ταιριάζουμε πλέον. Αλλά αν είμαστε τόσοι πολλοί, γιατί νιώθουμε μόνοι, γιατί όλα είναι «τόσο απροσπέλαστα»;
Φυσικά και δεν βρέθηκε η απάντηση, αλλά αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Μετά από αρκετά ντοκιμαντέρ όμως, κατέληξα πως οι απαντήσεις δεν έχουν σημασία, τουλάχιστον γενικά. Οι ερωτήσεις μας εξελίσσουν και δημιουργούν εκ νέου χώρο για ότιδηποτε μπορεί να αλλάξει το παρόν μας. Συνεχίζουμε στο Φεστιβάλ λοιπόν μέχρι τις 15/3, με δόσεις νοσταλγίας και ρομαντισμού, αλλά πάντα ως μέρος αυτής της πραγματικότητας, από την οποία τόσο πολύ θέλουμε να δραπετεύσουμε.