Υπάρχει μια περίοδος, μια στιγμή – μπορεί να πρόκειται και για ένα ρόλο – στην πορεία κάθε ηθοποιού που, συνειδητά ή ασυνείδητα, κάτι αποκαλύπτει και επαναπροσδιορίζει, τόσο στον ίδιο όσο και στο κοινό του. Ο Γιώργος Παπαπαύλου φαίνεται πως προετοίμαζε καιρό αυτή τη στιγμή· για να πάρει μορφή και σχήμα μέσα από ένα έργο, μέσα από ένα ρόλο.
Δεν έχει περάσει ούτε μια εβδομάδα από την πρεμιέρα του «Αρχιτέκτονα», της πολιτικής σουρεαλιστικής κωμωδίας της Φώφης Τρέζου. Και ο Γιώργος Παπαπαύλου που ερμηνεύει τον επώνυμο ρόλο και συνδράμει στη δραματουργική επεξεργασία του έργου μαζί με την σκηνοθέτρια της παράστασης Ζωή Ξανθοπούλου, ήξερε πως ο «Αρχιτέκτων» δεν είναι ένας ακόμα ρόλος ή ένα ακόμα έργο, αλλά μια απόφαση διευρυμένης σχέσης με μια τέχνη που υπηρετεί εδώ και σχεδόν 20 χρόνια.
Παρών με νέες αναζητήσειςΞεκαθαρίζει πως για εκείνον η μεγαλύτερη έκθεση στην δουλειά του δεν συνεπάγεται όρους καριέρας ή όρους στρατηγικού σχεδιασμού. «Περισσότερο όρους ευθύνης», διευκρινίζει. «Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορώ να κρύβομαι άλλο πίσω από ωραίους ρόλους και καλές συνεργασίες, μέσα από τις οποίες εγώ δεν έχω να πω τίποτα! Δεν μου αρκεί να υπηρετώ καλά τις προτάσεις άλλων. Αισθάνομαι ότι οφείλω τώρα να αναλάβω και την ευθύνη της δικής μου θέσης μέσα στο θεατρικό τοπίο. Επίσης, ομολογώ, πως δεν θέλω πια να παίζω κάπου που δεν εκτιμώ ή δεν με αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα που παράγουν. Και στο παρελθόν υπέστην αρκετές φορές αυτή την ‘κακοποίηση’. Και την υπέστην, είτε για βιοποριστικούς λόγους είτε γιατί ήθελα να είμαι “μέσα στα πράγματα”, με οποιοδήποτε κόστος. Και το πλήρωσα ακριβά. Κυρίως με τη ψυχική μου ηρεμία».
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορώ να κρύβομαι άλλο πίσω από ωραίους ρόλους και καλές συνεργασίες, μέσα από τις οποίες εγώ δεν έχω να πω τίποτα
Κουρασμένος από τις ταμπέλες, τις ταξινομήσεις της πιάτσας για το τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει, ο Παπαπαύλου εργάστηκε για την προσωπική του ανατροπή. Μετά από έναν κατεξοχήν δραματικό ρόλο στα «Δύο πορτοκάλια τα Χριστούγεννα» και τη μεταμόρφωση σε μια τρανς στη σειρά «Αυτή η νύχτα μένει» φέτος στρέφεται σε μια κωμωδία. «Και αν με ρωτάς τα υπηρετώ όλα αποτελεσματικά και με συνέπεια. Μετά από 20 σχεδόν χρόνια που δουλεύω ως ηθοποιός μπορώ να πω ότι ξέρω καλά τη δουλειά μου – όσο καλά μπορεί κάποιος να πει ότι γνωρίζει μια κινούμενη άμμο, όπως είναι η τέχνη της υποκριτικής! Την ξέρω, όμως, γιατί πάλεψα πολύ για αυτή, μελέτησα, δούλεψα, χτυπήθηκα, επεδίωξα να βρεθώ με σημαντικούς σκηνοθέτες! Δεν μ’ ενδιαφέρει πια να είμαι αρεστός-αποδεκτός. Με ενδιαφέρει να είμαι παρών», λέει ορμητικά.

Ο “Αρχιτέκτων” σηματοδοτεί το πρώτο έργο που επιλέγει ο ίδιος στην 20χρονη πορεία του.
Παραδόξως, ο «Αρχιτέκτων» έχει εμφανιστεί πριν από χρόνια στο δρόμο του. Ήταν ακόμα φοιτητής της δραματικής σχολής, αλλά συνδέθηκε ακαριαία μαζί του, στοχεύοντας στη στιγμή που θα τον υποδυθεί. Πρόκειται για ένα έργο που δεν έχει εκδοθεί και όταν έχασε τα ίχνη του, μετά από την πρώτη ανάγνωση, έπρεπε να περάσουν χρόνια για να πέσει έπεσε ξανά στα χέρια του – και μάλιστα σε μια ακόμα διαδικασία σπουδής: για τη διπλωματική στο μεταπτυχιακό που έκανε πάνω στις Παραστατικές Τέχνες. «Τότε, έπεσα πάνω σε ένα τεύχος του Περιοδικού ‘Θέατρο’. Και είπα μέσα μου τώρα είναι η στιγμή να το κάνω. Είχα αρχίσει να αισθάνομαι μια δυσπιστία απέναντι στο ‘γνωστό’, μια τάση να θέλω να απομακρυνθώ από τα ‘δοκιμασμένα’. Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι τα έργα που δεν παίζονται συχνά κουβαλούν μια αγνότητα: δεν έχουν ακόμα κακοποιηθεί από βεβαιότητες. Ο ‘Αρχιτέκτονας’ είναι ένα κείμενο που δεν έχει προλάβει να ενσωματωθεί στο σύστημα, να γίνει ασφαλές, να αποκτήσει ‘οδηγίες χρήσης’. Είναι ένα έργο-σχόλιο πάνω σε κάθε σύστημα που ξεκινά με καλές προθέσεις και καταλήγει να φυλακίζει».
Ένας μανιακός ήρωαςΟ ‘Αρχιτέκτονας’ είναι ένα κείμενο που δεν έχει προλάβει να ενσωματωθεί στο σύστημα, να γίνει ασφαλές, να αποκτήσει ‘οδηγίες χρήσης’
Γραμμένο το 1962, δηλαδή τέσσερα χρόνια πριν τη δολοφονία Γρηγόρη Λαμπράκη κι έξι πριν την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας στην Ελλάδα, ο «Αρχιτέκτων» της Τρέζου είναι ένα πολιτικό έργο, γέννημα σκοτεινών καιρών. Τόλμημα που παίχτηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο εγκαινιάζοντας, τότε, τη Νέα Σκηνή. Παρακολουθεί τη διαδρομή παράδοσης ενός καινούργιου σπιτιού σε ένα ζευγάρι από τον αρχιτέκτονα του. Ωστόσο, όταν οι νέοι ένοικοι επιχειρούν να χαρούν την κατοικία τους, ο αρχιτέκτων εμφανίζεται διαρκώς κάνοντας διορθώσεις, απαγορεύσεις, παραβιάσεις της ιδιωτικότητας τους – θεωρώντας πως το δημιούργημα του, του ανήκει.
«Ο μανιακός αρχιτέκτονας», όπως τον χαρακτηρίζει η Φώφη Τρέζου, είναι στα μάτια του Γιώργου Παπαπαύλου «ο εφιάλτης του συμβόλου: ένας άνθρωπος που πιστεύει απόλυτα στο σύστημά του, ένας απόλυτα λογικός άνθρωπος. Ο Αρχιτέκτονας δεν βασανίζει, οργανώνει. Δεν φωνάζει, σχεδιάζει. Κι αυτό είναι πιο τρομακτικό. Είναι ο άνθρωπος που δεν αντέχει την απρόβλεπτη ζωή και γι’ αυτό τη στριμώχνει σε κάτοψη. Ο Αρχιτέκτονας δεν αντέχει την ανθρώπινη κατάσταση, δηλαδή την αστάθεια, την τυχαιότητα, την απειλή του απρόβλεπτου. Κάθε του εμμονή με τη συμμετρία, την τάξη, τους κανόνες είναι μια προσπάθεια να κρατήσει μακριά την κατάρρευση, η οποία νομοτελειακά περιμένει τους ανθρώπους».
Η ερμηνεία από μόνη της δεν μου φτάνει πια. Είναι σα να κατοικείς ένα σπίτι, αλλά να μην σου επιτρέπεται να ρωτήσεις γιατί έχει αυτούς τους τοίχους, αυτά τα όρια, αυτές τις εξόδους κινδύνου
Εκτός από την ερμηνεία του, ο Γιώργος Παπαπαύλου συνυπογράφει την δραματουργική επεξεργασία του, αναζητώντας μια αυξημένη εμπλοκή με τη δουλειά του. «Η ερμηνεία από μόνη της δεν μου φτάνει πια», ξεκαθαρίζει. «Είναι σα να κατοικείς ένα σπίτι, αλλά να μην σου επιτρέπεται να ρωτήσεις γιατί έχει αυτούς τους τοίχους, αυτά τα όρια, αυτές τις εξόδους κινδύνου. Τώρα έχω διάθεση για περισσότερη εμπλοκή, λιγότερη ασφάλεια, περισσότερη σύγκρουση με το υλικό και αναπόφευκτα με τον ίδιο μου τον εαυτό! Η δραματουργία είναι μια μορφή… ανάκρισης του κειμένου, και πάντα μου άρεσε να θέτω δύσκολες ερωτήσεις. Με τη Ζωή (Ξανθοπούλου) δεν προσπαθήσαμε να ‘βελτιώσουμε’ το έργο, αλλά να το ακούσουμε καλύτερα. Κι αυτό απαιτεί να λερώσεις τα χέρια σου, να διακινδυνεύσεις, να δεχθείς και να αποδεχθείς πως το κείμενο μπορεί να σε πάει αλλού από όπου αρχικά είχες φανταστεί».

Ο Γιώργος Παπαπαύλου, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες της Ζωής Ξανθοπούλου.
Μέσα σε αυτήν την αλληγορία για το φανατισμό του ελέγχου, για τα εργαλεία της εξουσίας και για την εξουσία του δημιουργού πάνω στο έργο του, ο ενσαρκωτής του Αρχιτέκτονα πιστεύει πως ακόμα κι ένας καλλιτέχνης μπορεί να ολισθήσει στα ίδια μονοπάτια. «Κάθε φορά που ερωτευόμαστε την ιδέα μας ή εμάς τους ίδιους περισσότερο από τους άλλους, τον πλησιάζουμε επικίνδυνα. Ο κίνδυνος αυτός είναι σύμφυτος με τη δημιουργία, καθώς ο δημιουργός έχει σχεδόν πάντα μια ροπή προς τον έλεγχο, έχει πολύ συχνά μια τάση αυταρχισμού: θέλει το έργο να λειτουργεί, να υπακούει, να μην τον προδίδει. Το θέμα είναι αν θα αντέξει τη στιγμή που το έργο θα του πει ‘όχι’», σχολιάζει.
Αυταρχισμός στο τώραΤο πιο ανησυχητικό στοιχείο στις μέρες μας είναι ότι το σύστημα δεν μας κλείνει μέσα, μας μαθαίνει να μη θέλουμε να φύγουμε
Κι αν το σπίτι του ζευγαριού είναι μια μικρογραφία της σύγχρονης κοινωνίας με ανεξάντλητες εκφάνσεις ελέγχου, αυταρχισμού και εκφασισμού, ο Παπαπαύλου παρατηρεί πως στις μέρες μας ο έλεγχος εφαρμόζεται με έναν πολύ ύπουλο τρόπο: «Δεν έρχεται με τη μορφή της απαγόρευσης, αλλά με τη μορφή της φροντίδας. Δεν σου λέει -μόνο- τί μπορείς να κάνεις, αλλά κυρίως σου λέει τί είναι καλύτερο για σένα. Σου προτείνει, σου υπενθυμίζει, σου ‘διευκολύνει’ τη ζωή. Και έτσι χωρίς να το καταλάβεις, παραδίδεις κομμάτια της ελευθερίας σου, όχι επειδή στα πήραν αλλά επειδή στα αντάλλαξαν με άνεση, ταχύτητα, ασφάλεια. Αυτό το σύστημα δεν χρειάζεται τοίχους, του αρκεί η συναίνεση. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο στις μέρες μας είναι ότι το σύστημα δεν μας κλείνει μέσα, μας μαθαίνει να μη θέλουμε να φύγουμε. Το ερώτημα τελικά δεν είναι αν ζούμε σε ένα ελεγχόμενο σύστημα, αλλά αν έχουμε ακόμα την ικανότητα να αναγνωρίσουμε πότε ο έλεγχος βαφτίζεται φροντίδα, και πότε η ασφυκτική τάξη μεταμφιέζεται σε σωτηρία. Το σίγουρο είναι ότι μια ζωή σε απόλυτη τάξη παύει να είναι ζωή», τονίζει.

Παίζοντας με τις έννοιες που υπερασπίζεται το έργο ο Παπαπαύλου προτείνει πως στην εποχή μας χρειαζόμαστε “λιγότερα φρούρια, περισσότερα περάσματα”.
Σε μια στιγμή, που ο ίδιος χτίζει κάτι νέο στον τρόπο που αντιμετωπίζει τη θεατρική δημιουργία εκτιμά πως και κοινωνικά έχουμε ανάγκη από νέες κατασκευές: «από οικοδομήματα που δεν προσποιούνται ότι είναι αιώνια. Από δομές που επιτρέπουν την αποτυχία, το λάθος, τη φθορά, την αλλαγή, την ανατροπή και τελικά τη συνάντηση. Λιγότερα φρούρια, περισσότερα περάσματα». Κι αν ήταν στο χέρι του να γκρεμίσει κάτι τότε θα ήταν «η ανάγκη μας για απόλυτους αρχιτέκτονες της ζωής. Επίσης, θα γκρέμιζα και την ιδεατή μας εικόνα, που γεννά έναν βαρύ ίσκιο. Σήμερα, οι Έλληνες δεν έχουν μια σαφή εικόνα του εαυτού τους, νομίζουν ότι είναι άλλοι από αυτούς που είναι στην πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει γιατί λείπει η ενδοσκόπηση. Και η ενδοσκόπηση λείπει γιατί εκεί κρύβεται ο βαθύς πόνος της ύπαρξης. Λίγοι αναλαμβάνουν την ευθύνη του εαυτού τους και αν δεν το κάνουν θα φταίει πάντα ο άλλος. Αν, όμως, την αναλάβεις τότε μαθαίνεις να κατοικείς ή να συνορεύεις με τον άλλο με σεβασμό, με ειλικρίνεια, χωρίς σχέδιο, αυθόρμητα στο εδώ και τώρα».
Ο “Αρχιτέκτων” ανεβαίνει στο Θέατρο 104 (Ευμολπιδών 41, Γκάζι, T.: 210 3455020 | 6951269828)
Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου
Δραματουργική επεξεργασία: Ζωή Ξανθοπούλου-Γιώργος Παπαπαύλου
Παίζουν: Γιώργος Παπαπαύλου, Θεόφιλος Μακρής, Μαρίνα Φλωροπούλου
Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Πρωτότυπη Μουσική/ Ενορχήστρωση: Γιώργος Ατσικνούδας
Φωτισμοί: Κατερίνα Σαλταούρα
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Σάββατο, 21:00 & Κυριακή, 19:00
Προπώληση εισιτηρίων: ticket services