MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΣΑΒΒΑΤΟ
10
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Δέκα χρόνια χωρίς τον David Bowie: Η παράξενη «αθανασία» του Starman

Ακριβώς μια δεκαετία μετά την αιφνιδιαστική αναχώρηση του ultimate star, ανατρέχοντας σε μελέτες και επιστημονικές προσεγγίσεις, συγκεντρώνουμε πέντε μαθήματα ζωής που δίδαξε με τη στάση του στην τέχνη.

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 10.01.2026 Sketch - Graphic design: Μαρία Βαλτζάκη

Σκέφτομαι συχνά την ατάκα «όλα πάνε σκατά από τότε που πέθανε ο David Bowie», που έγραψαν οι δημιουργοί Snoopy και του Charlie Brown. Όχι πως ήταν ποτέ ισορροπημένος αυτός ο κόσμος – πόσο μάλλον τώρα – αλλά η οριστική αποχώρηση του Starman για το επέκεινα, έφερε τόση μεγάλη θλίψη στους θαυμαστές του, ώστε μέσα μας μοιάζει να βάρυνε κι άλλο η πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία δέκα χρόνια, από τις 10 Ιανουαρίου του 2016, οπότε πέθαινε από καρκίνο στα 69 του χρόνια, το φαινόμενο Bowie πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις και μελετήθηκε όσο κανείς άλλος καλλιτέχνης στη σύγχρονη ιστορία. Η επιδραστικότητα του δημιουργού για πάνω από πέντε δεκαετίες τόσο στην κοινότητα της παγκόσμιας τέχνης όσο και στους everyday fans αποκαλύφθηκε στην ολότητα της μετά θάνατον. Ίσως γιατί, σε μια εποχή αποτρεπτική προς το πένθος, μας βοήθησε να δούμε τη σχέση της ζωής με το τέλος της, ως έργο τέχνης. Ποιος άλλος rock star θα σκηνοθετούσε το θάνατο του σε video clip, ποιος άλλος θα τολμούσε να γράψει ένα ολόκληρο άλμπουμ συμφιλίωσης μαζί του;

Όλα αυτά τα χρόνια, σε πανεπιστημιακές μελέτες, τοποθετήσεις επιστημόνων, συγγραφέων και δημοσιογράφων η αμιγής καλλιτεχνική του παρουσία δεν διαχωρίστηκε ποτέ από την υψηλή τέχνη της επανίδρυσης που υπηρέτησε εξίσου, το νήμα της οποίας κράτησε αδιάρρηκτο και στον αποχαιρετισμό του. «Δεν υπήρξα ποτέ ένας πιστός στιλίστας. Γι’ αυτό και ο κόσμος θεωρούσε ότι επιθυμούσα να αλλάζω συνεχώς», έλεγε. «Όμως, υπήρξε μια ουσιαστική συνέχεια στα θέματα μου. Ως άνθρωπος της τέχνης, πιστεύω ότι είχα περισσότερη ακεραιότητα από κάθε άλλο σύγχρονο συνάδελφό μου».

Αυτό που ο ίδιος ονόμαζε ακεραιότητα, πολλοί τα ονόμασαν μαθήματα και όραμα ζωής. Ερευνώντας σε όσα διατυπώθηκαν μέσα σε μια δεκαετία, διακρίνουμε πέντε από αυτά που, στη συλλογική συνείδηση, τον ύψωσαν στην αθανασία.

Γιατί έμεινε αιώνιος μαθητής

Φανταστείτε τον David Bowie στα 50 του χρόνια να συμμετέχει σε εκπαιδευτική διαδικασία και μάλιστα σε ένα σεμινάριο συγγραφής σεναρίου. Κι όμως, ο παραγωγός και συνθέτης Ντάρελ Μπράουν θυμάται πως κοντά στο 2005 συνάντησε τον Starman σε ένα τριήμερο masterclass του συγγραφέα και καθηγητή Πανεπιστημίου Ρόμπερτ ΜακΚι πάνω στη ανάλυση του κλασικού φιλμ «Casablanca». Ο Μπράουν μαρτυρά στη δημοσιογράφο Κάρι Κόουλ πως καθόλη τη διάρκεια των μαθημάτων, ο Bowie ήταν αφοσιωμένος, έδινε το παρών σε όλα τα μαθήματα, κρατούσε σημειώσεις, μιλούσε με κινηματογραφιστές. Ίσως, γι’ αυτό κέρδισε κάτι που ελάχιστοι μουσικοί στην παγκόσμια ιστορία κατάφεραν: τη δυνατότητα να μην επαναλαμβάνεται, να επανεφευρίσκει τον εαυτό του με μια τόλμη που ποτέ δεν ησύχασε.

Ο θρυλικός μουσικός παραγωγός Κεν Σκοτ, συνεργάτης των Beatles, των Pink Floyd και φυσικά του David Bowie στα εμβληματικά άλμπουμ «The man who sold the world», «Τhe Rise and Fall of Ziggy Stardust» δήλωνε στο Quartz πως ο συμβιβασμός ήταν μια άγνωστη έννοια για εκείνον. «Η έλλειψη φόβου τον συνόδεψε σε όλη του τη δημιουργική ζωή, μέχρι και στο θάνατο του» τόνιζε ο Σκοτ, διευκρινίζοντας πως ο Bowie δεν ήταν άφοβος, αλλά δεν επέτρεπε στον φόβο να τον εμποδίσει.

Γιατί δεν έπαψε να πειραματίζεται

Από τo 1970 και απνευστί για μια δεκαετία ο David Bowie λανσάρει άλμπουμ – ορόσημα στην καριέρα του και στην ιστορία της παγκόσμιας ροκ μουσικής. Ήταν περίπου αδιανόητο το υψηλό επίπεδο παραγωγής τόσων άλμπουμ αλλή αυτή ήταν η λογική του: «Αν δεν ξυπνήσω ποτέ ξανά, θα είμαι ήσυχος πως έζησα όσο ήμουν ακόμα ζωντανός», δήλωνε στο Playboy. Ακόμα και για τους λιγότερο μυημένους τα «The man who sold the world», «The rise and fall of Ziggy Stardust», «Aladdin Sane», «Diamond Dogs», «Young Americans» είναι ένα μανικό σερί από τα διαμάντια μουσικής (και οπτικής) μετάβασης για να φτάσει κανείς στην «τριλογία του Βερολίνου» όπου διαμορφώνεται άλλη μια τέτοια ακολουθία: «Low», «Heroes», «Lodger» κατά την οποία, μαζί με το πολύ μεταγενέστερο «Outside» (1995), ο Bowie επιδίδεται σε ατελείωτους αυτοσχεδιασμούς στο στούντιο.

Φυσικά, ποιος μπορεί να αγνοήσει την μελέτη του πάνω στη συγγραφή στίχων ακολουθώντας την cut up τεχνική του συγγραφέα και εικαστικού Ουίλιαμ Μπάροουζ, όπως και την πειθαρχία του πάνω στις κάρτες «Oblique Stragedies» που εφηύρε ο Μπράϊν Ίνο και ο Πέτερ Σμιτ;

Η έννοια του πειραματιστή αποτυπώθηκε σε κάθε όψη της ζωής του: δημιουργικής, στιλιστικής, καταχρηστικής, ερωτικής, πνευματικής. Παραδεχόταν ότι δεν ήταν ακριβώς κυνηγός της ηδονής, αλλά της εξερεύνησης των άκρων «από διάθεση για πειραματισμό ή μαγκιά, έτσι για να δω τι θα συμβεί», έλεγε καταλήγοντας πως σε ελάχιστα από αυτά τα ‘μέρη’ βρήκε τελικά τον εαυτό του. «Αν έμαθα κάτι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι πως η μεγαλύτερη ικανοποίηση έρχεται από την πνευματική διερεύνηση. Και δεν εννοώ την αναζήτηση μιας θρησκείας αλλά την αναζήτηση μιας εσωτερικής ζωής, των πραγμάτων που με απασχολούν είτε είναι τα ζωγραφικά έργα ή μια βαρκάδα στη λίμνη».

O David Bowie καθιερώθηκε ως ροκ αστέρας, αλλά αγαπούσε και δοκίμασε σε διάφορες φάσεις της πορείας να παίξει στο σινεμά – εμφανίστηκε τουλάχιστον σε 11 ταινίες μεταξύ των οποίων ως Πόντιος Πιλάτος στον «Τελευταίο πειρασμό» του Μάρτιν Σκορσέζε, στο «Prestige» του Κρίστοφερ Νόλαν υποδυόμενος τον Νικολά Τέσλα και πολύ νωρίτερα στο «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λόρενς» του Ναγκίσα Οσίμα, «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη» του Νίκολας Ρογκ, στο «Hunger» του Τόνι Σκοτ και στο «Labyrinth» του Τζιμ Χένσον. Έλεγε άλλωστε, πως ήθελε να γίνει κινηματογραφικός σκηνοθέτης, αλλά κατέληξε να γράφει «μουσικές ταινίες».

Σε σκηνή από το “Prestige” του Κρίστοφερ Νόλαν στο ρόλο του Νικολά Τέσλα.

H δραστηριότητα του ως ζωγράφου ήταν έντονη, σχεδόν παράλληλη με τη μουσική: από τα χρόνια του Βερολίνου σε πιο εξπρεσιονιστικές φόρμες και αργότερα στη σειρά των Dheads (ένα σετ από πορτρέτα φίλων, συγγενών και συναδέλφων), την εμπνευσμένη σειρά από την τέχνη της Νότιας Αφρικής (μόλις είχε παντρευτεί την Ιμάν) αλλά και την σειρά των μεταξοτυπιών «Major Arcana» – που ο Bowie είχε αφήσει για πολύ καιρό ανυπόγραφες. Στο μυαλό του, αναδημιουργούσε τη μουσική του σε σχέδια, ενασχόληση που τον οδηγούσε σε νέες ανακαλύψεις. «Θέλω να ακούγομαι όπως φαίνεται στον πίνακα», είχε πει.

Από το 1974 είχε εκμυστηρευτεί στον Ουίλιαμ Μπάροουζ τη διάθεση του να δημιουργήσει ένα μιούζικαλ. Αρχικά είχε στοχεύσει στο «1984» του Τζορτζ Όργουελ σε τηλεοπτική φόρμα, αλλά βρήκε αντίσταση από τη χήρα του συγγραφέα. Στις αρχές του 2000, άρχισε να σχεδιάζει ένα φουτουριστικό μιούζικαλ (πλάνο που ακυρώθηκε όταν υπέστη έμφραγμα) για να καταλήξει μερικούς μήνες πριν το θάνατο του με το «Lazarus» που σκηνοθέτησε ο Ιβο Βαν Χόβε. Παρότι ο Bowie, χαρακτήρισε το μιούζικαλ «το πιο θλιμμένο έργο που δούλεψε στη ζωή του», ετοιμαζόταν ακάθεκτος να δημιουργήσει κι ένα σίκουελ. Μια εβδομάδα πριν το θάνατο του, σε επικοινωνία με τον μουσικό παραγωγό Τόνι Βισκόντι του ανακοίνωνε πως είχε ετοιμάσει μερικά demos για ένα καινούργιο άλμπουμ. Ο Βισκόντι ενθουσιάστηκε πιστεύοντας πως ο φίλος και συνεργάτης του είχε περισσότερη θέληση για ζωή από τις εκτιμήσεις των γιατρών. Αντίστοιχο τηλεφώνημα είχε δεχθεί και ο Μπράιαν Ίνο, ακούγοντας τον να του προτείνει την επανέκδοση του «Outsider».

Δημιουργώντας το LP «Blackstar», παρότι ο χρόνος λιγόστευε, ο Bowie προσέλαβε μια μικρή τζαζ μπάντα της Νέας Υόρκης για να συμμετέχει στην ηχογράφηση. Στο μυαλό του, ποτέ δεν ήταν αργά για πειραματισμούς. «Πάντα να μπαίνεις μέσα στο νερό λίγο πιο βαθιά από εκεί που μπορείς. Δοκίμασε τα πόδια σου να μην πατούν κι όταν σίγουρο γι’ αυτό, τότε είσαι έτοιμος να κάνεις κάτι συναρπαστικό», έλεγε.

Γιατί δημιούργησε μια δική του οδό μάρκετινγκ

Ας το παραδεχτούμε: ο David Bowie ήταν ένας δημιουργός που άγγιζε την κορυφή στα 50 χρόνια εργάστηκε επαγγελματικά. Θα ήταν ανόητο να πιστέψει κανείς πως δεν ενέδωσε στις πιέσεις των παραγωγών, των δισκογραφικών εταιρειών, των manager επικοινωνίας. Ο ίδιος μάλιστα, είχε παραδεχτεί πως έχει μετανιώσει για πολλά τέτοια παραστρατήματα: «Δεν ήμουν καθόλου ευτυχής με πολλά προωθητικά πράγματα που αναγκάστηκα να κάνω στη δεκαετία του ’80. Δεχόμουν πιέσεις πανταχόθεν και κατέληξα να διαπραγματεύομαι την ακεραιότητα μου. Γι’ αυτό και αποφάσισα να δουλεύω κάτω από ένα αυτοσχεδιαστικό πνεύμα, να συνεργάζομαι με ανθρώπους που υπήρξαν οι μεγαλύτερες μου επιρροές και τελικά να βγαίνω από τη ζώνη ασφαλείας μου». Αυτή η προσωπική στρατηγική οδήγησε τον «Δούκα» σε μια προσωπική αφήγηση, την οποία το management δεν μπορούσε να διαρρήξει καθώς ήταν τόσο αυθεντική και αληθινή. Η πολύπειρη Βρετανίδα marketer Τζέμα Τέλφορντ έγραφε σε ένα άρθρο της στο linkedin για όσα προσωπικά μαθήματα πήρε από τον τρόπο ζωής του Bowie. «Μας δίδαξε την αξία της αλήθειας. Λάτρευε να είναι weird και το χαιρόταν. Αυτό είναι δείγμα αυθεντικότητας», σημείωνε μεταξύ άλλων.

Ο Βρετανός ψυχολόγος Μαρκ Γκρίφιθς προσέγγισε από την επιστημονική ματιά την δυνατότητα του David Bowie να προωθεί τον εαυτό του «χωρίς να φαίνεται ότι προσπαθεί». «Ήταν αυτοδίδακτος στο πως να κερδίσει προβολή, χωρίς να εκθέτει την προσωπική του ζωή, χωρίς να κάνει δηλώσεις. Είχε μάθει και το τίποτα να λειτουργεί γι’ αυτόν σαν είδηση. Ο τρόπος που προμόταρε τον εαυτό του ήταν σπάνιος. Κατά τη γνώμη μου, παρέπεμπε στην ιδιοσυγκρασία του Σαλβαντόρ Νταλί».

Γιατί εμβάθυνε στην τέχνη μέχρι τέλους

Δεν ήταν η πρώτη φορά που μνημονεύτηκε ένας άνθρωπος για το κουράγιο του να ζει σαν να μην ασθενεί, παρότι ο David Bowie γνώριζε ήδη 18 μήνες πριν, πως έπασχε από σοβαρή μορφή καρκίνου. H νομικός και καθηγήτρια Νομικών Επιστημών Άλεξ Σαρπ, ανακαλεί ένα άρθρο που διάβασε στους Νew York Times – κατά σύμπτωση μια μέρα πριν την ανακοίνωση του θανάτου του Starman. Υπό τον τίτλο του «Προκειμένου να είσαι ευτυχέστερος, άρχισε να σκέφτεσαι περισσότερο το θάνατό σου», ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Άρθουρ Σ. Μπρουκς έκανε μια ανάλυση για το αν οι άνθρωποι «κάνουμε σωστή χρήση της σύντομης και πολύτιμης ζωής μας». Η Σαρπ εκτίμησε πως ο David Bowie ήταν η επιτομή αυτής της προτροπής, καθώς από την στιγμή της διάγνωσης του, η παραγωγικότητα του ως καλλιτέχνη ήταν… εκτός πραγματικότητας, τουλάχιστον για έναν ασθενή. «Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κάθε πτυχή της ζωής του ως ασθενή, αλλά όλοι ξέρουμε πως βούτηξε πιο βαθιά στην τέχνη του. Δεν παραιτήθηκε από την δουλειά του, κάτι που οι περισσότεροι θα κάναμε αν πληροφορούμασταν μια τέτοια διάγνωση. Ο Bowie συνέχισε να κάνει ακριβώς ό,τι έκανε επί 50 χρόνια».

Τα γεγονότα επαληθεύουν την διαπίστωση της. Το φθινόπωρο του 2014, λίγες εβδομάδες από την στιγμή που ο ίδιος έμαθε τα άσχημα νέα για την υγεία του, ανακοίνωσε την κυκλοφορία ενός νέου compilation άλμπουμ: το «Nothing has changed» κυκλοφόρησε σε δύο μήνες και περιείχε το νέο τραγούδι «Sue». Τον Ιούλιο του 2015, ο David Bowie επανέκδωσε το «Let’s Dance» και μαζί την εμβληματική αυτοβιογραφική του έκθεση «David Bowie is» που έκανε πρεμιέρα στη Μελβούρνη. Τρεις μήνες ανακοίνωνε πως είχε συνθέσει το θέμα για την τηλεοπτική σειρά «The last Panthers», βασισμένο στο τραγούδι «Blackstar», που ως ολοκληρωμένο άλμπουμ κυκλοφόρησε στις αρχές Ιανουαρίου του 2016, δύο μέρες πριν το θάνατο του. Όσο για το μιούζικαλ «Lazarus», ένα όνειρο που έκανε πραγματικότητα μετά από δεκαετίες, ανέβηκε έξι εβδομάδες πριν o Starman ενωθεί ξανά με τα αστέρια  σε σκηνοθεσία του Ίβο Βαν Χόβε. Ο δημιουργός του μιούζικαλ έδινε το παρών στις πρόβες κι όταν ακόμα ήταν αδύνατη η φυσική του παρουσία, παρακολουθούσε τις πρόβες μέσω live κάμερας και κατάθετε τις προτάσεις του. Σε συνέντευξη του στον Guardian, ο Ίβο Βαν Χόβε δήλωσε πως ο Bowie «τα είχε δώσει όλα».

Γιατί ως καλλιτέχνης μελετούσε από παιδί το θάνατο

Σίγουρα δεν ήταν εύκολο να μιλήσει κανείς για το θάνατο και τις υπαρξιακές αγωνίες μέσα στο μανδύα του glam rock. Η glossy επιφάνεια, με την οποία συστήθηκε ο Bowie στη μετεφηβεία του, ήταν μόνο το πρόσχημα. Προερχόμενος από ένα ταραχώδες οικογενειακό περιβάλλον – ο αδερφός του έπασχε από σχιζοφρένεια ενώ το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας είχε και άλλα περιστατικά ψυχικής υγείας – δεν είχε διστάσει να μιλήσει δημόσια για την «οικογενειακή θλίψη» που είχε βιώσει.

Αφουγκραζόταν τη δουλειά του ως μια διαρκή μάχη με την ύπαρξη νοήματος κάτι που είχε σημειώσει και σε συνέντευξη του στο περιοδικό Esquire, το 2002: «Προσπαθώ να αγγίξω κάτι το οποίο με τρομοκρατεί, το ενδεχόμενο να μην υπάρχει στη ζωή κανένα νόημα», ενώ ένα χρόνο αργότερα τόνιζε πως «η δύναμη που με σπρώχνει στη δημιουργία είναι ένα συναίσθημα που με κατατρώει: πως δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα, τίποτα το απόλυτο».

Αυτό δεν σημαίνει πως έπαψε να αναζητεί ψήγματα νοήματος, όπως κάθε γνήσιος φιλόσοφος.  Παρότι στα νιάτα του είχε εμπλακεί με το βουδισμό, ενώ μεγαλύτερος δήλωνε αγνωστικιστής, είχε παραδεχθεί την ανάγκη να πιστέψει σε κάτι ανώτερο. «Δεν παριστάνω πως η πίστη δεν έχει καμία αξία» παραδεχόταν, προσπαθώντας να βρει σημεία αποδοχής του αναπόφευκτου. Στα τραγούδια του, ακόμα και πριν την κρίσιμη στιγμή ενός σοβαρού καρδιακού επεισοδίου στη διάρκεια του «Reality tour», είναι ορατή αυτή η μάχη. Το «Never get old» είναι σύμφωνα με την ακαδημαϊκό Άλεξ Σαρπ «ένα επαναλαμβανόμενο μάντρα», ενώ στίχους που απηχούν το φόβο του για το τέλος συναντάμε στο «I have not been to Oxford» (1995) όπου τραγουδά «I fear my days are numbered» ή στο «The hearts fifthly lesson» όπου αναφέρει «I’m already in my grave». Εντούτοις, ο καθηγητής φιλοσοφίας Μάικλ Κ. Πότερ εντοπίζει σε όλα αυτά τα κομμάτια τη διάθεση του Bowie «να αποδεχθεί, το νομοτελειακό, το αναπόφευκτο».

Στα τέλη των sixties όταν η μάχη του με τα ναρκωτικά ήταν διαρκής και σκληρή, ο ίδιος δήλωνε πως «χτυπούσα τις πόρτες του Παραδείσου για 11 χρόνια». Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έκανε στροφή προς την απεξάρτηση ισχυριζόμενος ότι έγραψε μερικά από τα αριστουργήματα του νηφάλιος. Είχε, ωστόσο, αποφασίσει πως δεν ήθελε να πεθάνει ως ένα καταραμένο rock junky. «Έχω αποφασίσει πως ο θάνατος μου θα είναι πολύτιμος. Θέλω ο θάνατος μου να είναι εξίσου ενδιαφέρων με τη ζωή μου μέχρι τώρα και με τη ζωή που μου μέλλεται να ζήσω» έλεγε, με σχεδόν προφητική διάθεση, το 1976. Όπως όλα έδειξαν ο θάνατος του δεν ήταν παρά ένα έργο τέχνης.

Η καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Μοντάνα Τζένιφερ Λοντλάιν-Σάφεϊ σε κείμενο της το 2022, αναφέρει πως η περίπτωση Bowie  – όπου αντιμετώπισε το τέλος της ζωής του ως πηγή έμπνευσης ενός ρέκβιεμ – μπορεί να συμπεριληφθεί στο Ars Moriendi: στην παράδοση των καλλιτεχνών του Ρομαντισμού γύρω από την τέχνη του θανάτου (πρωτομεφανίστηκε στο Μεσαίωνα): ήταν μια ‘μέθοδος’ να μετριάσουν το φόβο τους για το τέλος, οραματιζόμενοι τον εαυτό τους νεκρό. «Ο τρόπος του David Bowie είναι αποκαλυπτικός: χρησιμοποίησε την τέχνη για να καλλιεργήσει το είδος της κοινότητας που είναι αναγκαία για να υποδεχθεί μια ουσιαστική εμπειρία θανάτου». Σε ελεύθερη μετάφραση η τοποθέτηση της Λόντλαϊν εξηγούσε πως ο Bowie προετοίμασε τους fan του για την αναχώρηση του και ταυτόχρονα τον εαυτό του. «Ο θάνατος του ήταν το αποκορύφωμα μιας στενής και φιλοσοφικής ενασχόλησης με τις υπαρξιακές αυτές αγωνίες», προσθέτει η Βρετανίδα συνάδελφος της, Άλεξ Σαρπ. Φυσικά, η πάλη του να καταλάβει ποτέ δεν έπαψε: «Μα γιατί τώρα, που έχω αρχίσει να καταλαβαίνω τον εαυτό μου και τους άλλους, θα πρέπει να πεθάνω; Μα τι σκατένιο παιχνίδι!», δήλωνε το 2002 στην Der Spiegel. Έμελλε να ζήσει 24 χρόνια ακόμα.

 

 

Περισσότερα από Αφιέρωμα