
Η τελευταία φράση της ιταλικής ταινίας «Διαμάντια» του Φερζάν Όζπετεκ.
Δύο παράλληλα σύμπαντα: η δεκαετία του ’70 και η σύγχρονη εποχή.
Στο επίκεντρο, οι αδερφές Alberta και Gabriella, ιδιοκτήτριες ενός ατελιέ κουστουμιών στη Ρώμη για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Όλο το γυναικείο σύμπαν περιστρέφεται γύρω από την οικογένεια, τον έρωτα, τη θηλυκότητα, τη μόδα, την τέχνη, το πένθος, την αδερφική αγάπη, όλα λουσμένα από το φως του μεταξιού και της δαντέλας, υπό τον ήχο της ραπτομηχανής, το θρόισμα του ταφτά, τον ήχο από τη δαχτυλήθρα που πέφτει στο μαρμάρινο πάτωμα. Όλα αυτά κάνουν τις κλωστές και τις βελόνες να χορεύουν σε ένα χαλί μουσικής με έντονη συναισθηματική φόρτιση, με το ομότιμο τραγούδι της Giorgia να ενσωματώνει την ενέργεια.
Μέσα από τη ζεστασιά των ανθρώπων, τη φροντίδα, τη δημιουργία, γίνονται πραγματικότητα τα όνειρα μέσα από την τέχνη των κουστουμιών, τα οποία δεν είναι απλώς σχέδια, αλλά εκφράζουν ολοκληρωμένες γυναικείες προσωπικότητες, φροντίζοντας τες αισθητικά.
Και ενώ τα αστέρια που της έχουν βάλει οι κριτικοί είναι λίγα, η εμπειρία μου ήταν πολύ όμορφη. Τι είναι κι αυτό με τα αστέρια, που πολλές φορές αποθαρρύνουν;
Έχω αποφασίσει να δίνω χώρο σε κάθε εμπειρία που θα με αγγίξει διαφορετικά, χωρίς να τη μετράω με την ίδια μεζούρα αυτών που βάζουν τα αστέρια.

Και κάπως έτσι πορευόμαστε εμείς οι θεατές των Διαμαντιών, με τις κριτικές να ηχούν στα αυτιά μας: «Το κοινό ενθουσιάστηκε… ατυχώς».
Λες και όλοι εμείς, οι θεατές και τα εκατομμύρια των Ιταλών που έβαλαν την ταινία στο box office, δεν πιάσαμε το νόημα, αλλά εκείνοι το κατάλαβαν. Λες κι επειδή δύσκολα γελάνε ή συγκινούνται, βασικά δεν διασκεδάζουν.
Μήπως η χαρά των πολλών είναι απειλή για την αυθεντία τους; Είναι εκεί με ύφος ακαδημαϊκού, να συμπληρώσουν τα δραματουργικά κενά. Γιατί αν διασκεδάσεις ή συγκινηθείς, είσαι αφελής.
Αλλά η αλήθεια είναι απλή: είναι το ποπ κορν που σκάει στον γομφίο, είναι το σκοτάδι, είναι η αναπνοή με όλους τους άλλους, είναι το γέλιο και το δάκρυ.
Είναι το βλέμμα που μένει όταν τελειώνει η ταινία, ενώ το δικό τους είναι μόνο λέξεις.
Και μην ακούσω το τετριμμένο «εκπαιδεύω».
Το κοινό δεν «εκπαιδεύεται» με την κλασική έννοια. Αν σταματήσουν να έχουν το ύφος του δασκάλου, το κοινό για μένα «καλλιεργείται» περισσότερο μέσα από εμπειρίες που το κάνουν να νιώθει και να το μετουσιώνει σε καταφύγιο μέσα του.
Πάντα υπάρχει μια γέφυρα από το οικείο στο άγνωστο, που θα σε κάνει να γοητευτείς.
Θεωρώ ότι υπάρχει φυσική αντίδραση στην χειραγώγηση.
Ο κάθε άνθρωπος βρίσκει τον δικό του δρόμο μέσα στο έργο, με άξονα την προσωπική του συνθήκη, την επικοινωνία, την εσωτερική του ατμόσφαιρα. Έτσι έρχεται το ξάφνιασμα που μπορεί να μην περίμενες και η κατάκτηση.
Η ταινία σίγουρα παίζει σε μονοπάτια καθαρά εμπορικά. Όλη αυτή η αισθητική υπερφόρτωση λειτουργεί, αλλά χάνει αυτό που λέμε βάθος. Δεν πειράζει. Συνδυάζοντας πολλά ευαίσθητα θέματα χωρίς εμβάθυνση, δεν πειράζει. Η μελοδραματική της φόρμα με χαρακτήρες χωρίς ανάπτυξη, δεν πειράζει. Ρομαντική και επιφανειακή, καθώς και στερημένη ουσιαστικότητας, δεν πειράζει. Δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες.
Σε θερινό σινεμά στην Αθήνα, εμείς οι κάτοικοι του Αυγούστου, περάσαμε καλά.