MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΕΜΠΤΗ
18
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΠΗΓΑΜΕ / ΕΙΔΑΜΕ

Hot or Not #59: Όσα μας άρεσαν και όσα μας «χάλασαν» αυτή την εβδομάδα

Η ομάδα του Monopoli κάνει έναν απολογισμό της εβδομάδας που πέρασε και συγκεντρώνει όλα όσα της τράβηξαν το ενδιαφέρον.

Monopoli Team | 23.04.2023

Την εβδομάδα που πέρασε κάναμε βόλτες στην πόλη, πήγαμε θέατρο, είδαμε ταινίες, ακούσαμε μουσική, παρακολουθήσαμε την επικαιρότητα και πολλά άλλα και κάποια από αυτά θέλουμε να τα μοιραστούμε μαζί σας. Συγκεντρώσαμε ότι μάς κέντρισε το ενδιαφέρον και μάς ενθουσίασε ή μας απογοήτευσε!

(+) Όλα όσα μάς άρεσαν

(+) Στο Εθνικό για το «Ένα σπίτι φωτεινό σαν μέρα»

H επιμονή του Γιάννη Μόσχου να χαρακτηρίζει το έργο του Τόνι Κούσνερ «Ένα σπίτι φωτεινό σαν μέρα» ως σημαντικό δεν ήταν αίολη. Η νέα παραγωγή στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή της, αναδεικνύει πράγματι μια ενδιαφέρουσα αμερικανική δραματουργία που επικεντρώνεται στην ευρωπαϊκή ιστορία. Για την ακρίβεια, στη μεγαλύτερη δίνη της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, τα χρόνια ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, την υπονόμευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και τον ρόλο της μεσαίας τάξης των Γερμανών σε αυτήν την φοβερή ιστορική εξέλιξη που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σε μια καλαίσθητη και ρέουσα σκηνοθεσία, ο Μόσχος τονίζει εύστοχα την κινηματογραφική δομή της αφήγησης, αναδεικνύει τους ωραίους χαρακτήρες του έργου – ερμηνευμένους από αξιόλογους ηθοποιούς – και μας οδηγεί στην βασανιστική αναρώτηση: Ποιος είναι ο ρόλος μας στην Ιστορία, ακόμα κι όταν αυτή δεν μας ξεπερνάει – κάτι το οποίο αντιμετωπίζουν οι ήρωες του Κούσνερ. Τα δικά τους αντανακλαστικά, φλερτάρουν με την ανοχή του καθενός μας· που σήμερα μπορεί να μοιάζει ότι δεν έχει μεγάλο κόστος, αύριο ίσως ισοπεδώσει όσα ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη.

Μέσα κι έξω από το κομψό σκηνικό της Τίνας Τζόκα – ή μέσα κι έξω από την Ιστορία και την ατομική ευθύνη – η παράσταση γοητεύει για τους αναγνωρίσιμους ανθρωπότυπους της, φωτισμένους κυρίως από την Αγορίτσα Οικονόμου, τον Λαέρτη Μαλκότση, τη Μαρία Τσιμά, την Ανατολή Αθανασιάδου αλλά και τον Θανάση Ραφτόπουλο που ενσαρκώνει το εύρημα του Βερολινέζου κομπέρ σαν να πρόκειται για το βλέμμα του ιστορικού του μέλλοντος στα ανθρώπινα πεπραγμένα. Η παράσταση παρατείνεται μέχρι το τέλος Μαϊου, λόγω πυκνής ανταπόκρισης.
Στέλλα Χαραμή

(+) Το απελευθερωτικό Mπλε Kαφτάνι

Το Μπλε Καφτάνι

Η Μαριάμ Τουζάνι στην νέα της ταινία μας βάζει από την αρχή στον κόσμο των υφασμάτων, μέσα από την καθημερινή ζωή ενός παντρεμένου ζευγαριού. Βρισκόμαστε στο ραφείου του Χαλίμ, που αρνείται να βάλει ραπτομηχανή στο μαγαζί του και θέλει να δουλεύει με τα χέρια του, ενώ από την άλλη, η Μίνα, βρίσκεται συνέχεια στην υποδοχή του μαγαζιού και κάνει τις «σκληρές» διαπραγματεύσεις με πελάτες και προμηθευτές. Όλα όμως αλλάζουν όταν ένας νεαρός πιάνει δουλειά στο μαγαζί ως μαθητευόμενος του Χαλίμ και ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με την καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία του.

Η ταινία σε βάζει ευκολά στο ασφυκτικό κλίμα, αφού είναι γυρισμένη με πολλά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα και τα σώματα των πρωταγωνιστών. Παρά την μεγάλη της διάρκεια και τον αργό ρυθμό που ακολουθεί επίτηδες, καταφέρνει να μην γίνεται κουραστική. Πρόκειται για ένα έργο που εξυμνεί την απελευθέρωση αλλά και καταγγέλλει τον συντηρητισμό και την πατριαρχία μέσα σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η Μαριάμ Τουζάνι μας χαρίζει μία κινηματογραφική εμπειρία που καταφέρνει να μετατρέπει το δάκρυ σε γέλιο και πάλι αντίστροφα μέσα σε δευτερόλεπτα.
Σπύρος Χαϊντούτης

(+) ΘΡΑCOC: Το τραμπέτικο του Νέγρου του Μοριά είναι ό,τι πιο φρέσκο θα ακούσεις αυτή τη στιγμή

Photography: @1969tm, Art: @aris_roz

“Το τραμπέτικο είναι ένας συνδυασμός του παλιού ελληνικού ήχου με το σήμερα” εξηγεί ο Νέγρος του Μοριά όσο ακούγονται κλαρίνα, βουκολικά beats και ένα διαφορετικό Πάτερ Ημών στο “Κενοδοξία/Βουλιμία”, το πρώτο κομμάτι του νέου του δίσκου, ΘΡΑCOC, που σε βάζει αμέσως στο κλίμα σε περίπτωση που δεν πίστευες ότι κάποιος θα μπορούσε να παντρέψει το ρεμπέτικο με την τραπ. Κι όμως, αυτό έκανε ο ΝΤΜ σε συνεργασία με τον παραγωγό Odydoze (ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι μόλις 20 ετών) και σε αυτά τα 13 κομμάτια θα ακούσεις ό,τι πιο φρέσκο/πρωτότυπο/ενδιαφέρον έχει να σου δώσει το πιο mainstream είδος μουσικής στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Ο ΝΤΜ ραπάρει για τα βιώματα του ως παιδί μεταναστών στην Ελλάδα, για τα λάθη του, τις ανασφάλειες του, τη θρησκεία, τη λαγνεία, την αλαζονεία και όλα αυτά τα κάνει ως ένας σύγχρονος ρεμπέτης. Και μπορεί να είναι κάτι που έχει ξαναγίνει – ο Εισβολέας έχει παντρέψει με τεράστια επιτυχία το ραπ με το ρεμπέτικο τα τελευταία χρόνια – ωστόσο το ΘΡΑCOC είναι υπερβολικά φρέσκο και άρτιο, για να μην παραδεχτείς την καινοτομία του. Είναι γεγονός: ένας καλλιτέχνης, παιδί δεύτερης γενιάς μεταναστών, κατάφερε να φέρει ένα ιστορικό κομμάτι της ελληνικής κουλτούρας στο σήμερα και το έκανε χωρίς ίχνος επιτήδευσης, με απολαυστικές ρίμες, φοβερά beats, ολοκληρωμένη αισθητική. Από τον δίσκο, εγώ ξεχωρίζω τα “Κενοδοξία/Βουλιμία”, “Αλκοόλ”, “Πειρασμός” και φυσικά το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι του δίσκου, το “Υπόγειο (Υπόγα)” που έχει σαμπλάρει το διάσημο κομμάτι του Κώστα Μπέζου “Στην Υπόγα”, και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα πιο κουλ, αυθεντικά ρεμπέτικα των 60s. Στις 5 Μαΐου, ο Νέγρος του Μοριά θα παρουσιάσει τον δίσκο στο Gagarin και κάτι μου λέει οτι δεν πρέπει να το χάσεις.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου

(+) Belle Amie: Στην καρδιά του Πειραιά για brunch

Φωτογραφία: Νατάσα Μιχελάκου

Στην καρδιά του Πειραιά, στον πεζόδρομο της Αγγέλου Μεταξά στο Πασαλιμάνι βρίσκεται το Belle Amie: Ένα μαγαζί αποκάλυψη μόλις 5 λεπτά περπάτημα από το μετρό του Δημοτικού Θεάτρου. Το Belle Amie θα το εντοπίσεις αμέσως από την όψη του. Και αυτό γιατί πρόκειται για ένα όμορφο νεοκλασσικό σπίτι με αυλή στο μπροστινό μέρος του, στολισμένη με βουκαμβίλιες που κλέβουν την παράσταση. Το μαγαζί είναι all day και σε προτρέπει να απολαύσεις τις πρωτότυπες προτάσεις του από το πρωί μέχρι το βράδυ. Εγώ έχω να μιλήσω για το brunch του και να το αποθεώσω. Οι αλμυρές και οι γλυκές επιλογές ήταν ποικίλες: από αυγά και sandwiches μέχρι κρουασάν, cinnamon rolls και pancakes. Όλες οι επιλογές που κατέφθασαν στο τραπέζι ήταν πεντανόστιμες και χορταστικές. Ειδική αναφορά στο λαχταριστό croque madame τους. Μετά την επίσκεψη στο Belle Amie, το Πασαλιμάνι σε περιμένει για να το περπατήσεις αντικρίζοντας την θάλασσα, κλείνοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο την εξόρμηση αυτή.
Νατάσα Μιχελάκου

(-) Και κάτι που δεν μάς άρεσε

(-) Έγκλημα και τιμωρία-Αθήνα: Τελικά έπεισε η πιο πολυσυζητημένη παράσταση της σεζόν;

Φωτογραφία: Πηνελόπη Γερασίμου

Ήταν η πρώτη φορά που είχα διαβάσει και ακούσει τόσα πριν πάω στην παράσταση. Άλλα σχόλια ήταν διθυραμβικά άλλα αφοριστικά, κάτι που όταν συμβαίνει απλά δυναμώνει ακόμη περισσότερο την επιθυμία μέσα μου για να δω μια παράσταση. Από όλα τα σχόλια που διάβασα ωστόσο κράτησα το εξής ένα: πως για να δεις την παράσταση πρέπει να πας έχοντας στο μυαλό σου πως θα δεις μια ελεύθερη μεταγραφή του εμβληματικού μυθιστορήματος «Έγκλημα και Τιμωρία» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι και να το αντιμετωπίσεις σαν μια εντελώς νέα πρόταση, με την ιστορία φερμένη στο σήμερα στους δρόμους και τις γειτονιές της Αθήνας. Κι αυτό έκανα και ομολογώ πως αυτή η σκέψη με βοήθησε να εντοπίσω στοιχεία που βρήκα ενδιαφέροντα σε αυτή τη νέα προσέγγιση με τη σκηνοθετική ματιά του Βασίλη Μπισμπίκη, αφήνοντας στην άκρη το κλασικό ντοστογιεφσκικό κείμενο. Μάλιστα, θα αναφέρω μερικά εδώ κι ας βρισκόμαστε στην πλευρά του “not” της αγαπημένης στήλης.

Με έμπνευση – τονίζω για μια ακόμη φορά – από τον Ντοστογιέφσκι, η υπόθεση εδώ μεταφέρεται από την Αγία Πετρούπολη στις γειτονιές περιθωρίου της Ομόνοιας. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Μιχάλης, ένας φοιτητής Εγκληματολογίας που παράτησε τις σπουδές του μη μπορώντας να συμμορφωθεί στο σύστημα, αφιερώνοντας πλέον τον χρόνο του αναπτύσσοντας τις δικές του θεωρίες περί δικαιοσύνης σε βιντεάκια στο YouTube. Φτάνει η στιγμή που ο Μιχάλης θα πάρει τον νόμο στα χέρια του, δολοφονώντας μια γριά τοκογλύφο, και στη συνέχεια, κυριευμένο από ενοχές τον βλέπουμε να βασανίζεται από τους δικούς του εσωτερικούς δαίμονες, ερχόμενος διαρκώς σε αντιπαράθεση με την οικογένειά του αλλά και άλλους τύπους που τον καταδιώκουν. Συναντάμε εδώ αρκετούς από τους ντοστογιεφσκικούς ήρωες, οι οποίοι παρελαύνουν ανάμεσα σε άλλους ηρωες, νέους και φερμένους από τον κόσμο της νύχτας και του περιθωρίου: πρεζάκια, πόρνες, τρανς που εκδίδονται σε φτηνά ξενοδοχεία, κακόφημοι δρόμοι της σύγχρονης Αθήνας – όλα όσα αγαπάει να καταπιάνεται ο Βασίλης Μπισμπίκης και μάς έχει συνηθίσει σε αυτά. Ο ωμός ρεαλισμός στην όλη αφήγηση μπαίνει σε πρώτο πλάνο, με την περισσότερο ψυχαναλυτική διάσταση του μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι να έρχεται πια δεύτερη κι αυτό ok δεν είναι κακό. Ξεχώρισα κάποιες σκηνές και κάποιες δυνατές ερμηνείες (η συζήτηση περί ηθικής του Μιχάλη με την Σόνια μέσα στο δωμάτιο που εκείνη συναντά τους πελάτες της, ο χορός της Calinca στην κηδεία του Μαρμελάντωφ και οι μαγνητοσκοπημένοι μονόλογοι του Μιχάλη ήταν μερικές από αυτές), ενώ η σκηνοθετική επιλογή για παράλληλη ζωντανή κινηματογράφηση, με κρυμμένες κάμερες στα πιο απρόβλεπτα μέρη πάνω στη σκηνή, ήταν για εμένα πολύ εύστοχη, καθώς είχες την ανάγκη να τρυπώσεις κατά κάποιο τρόπο στις πιο μύχιες σκέψεις των ηρώων βλέποντας από κοντά κάθε μικρή έκφραση του προσώπου τους. Ένα “συν” πάει και στα σκηνικά που βοήθησαν πολύ στο ρεαλιστικό στοιχείο να ανθίσει επί σκηνής. Και κάπου εδώ για εμένα τελειώνουν τα καλά στοιχεία της παράστασης, καθώς η ντοστογιεφσκική προβληματική μπλέκει κάπως μπερδεμένα με τους σύγχρονους προβληματισμούς, όπως η γυναικεία κακοποίηση, τα έμφυλα δικαιώματα, η εκπόρνευση, οι οποίοι προσπαθούν να χωρέσουν όπως όπως στην παράσταση, δημιουργώντας στο κεφάλι μου μία έντονη σύγχυση. Ήταν η χειρότερη παράσταση που έχω δει; Σίγουρα όχι!
Ευδοκία Βαζούκη

(-) Όχι άλλο franchise…

Πριν μερικές εβδομάδες η είδηση μιας νέας τηλεοπτικής σειράς Χάρι Πόττερ κατάφερε να διχάσει για πολλούς και διαφορετικούς λόγους θαυμαστές και μη της δημοφιλούς σειράς βιβλίων. Αυτή την εβδομάδα μάθαμε πως ένα ακόμη δημοφιλές franchise, το «Twilight», θα αποκτήσει τη δική του τηλεοπτική σειρά, ενώ κατά καιρούς διαβάζουμε για νέες σειρές/ταινίες «Star Wars», «Star Trek», «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», Marvel και διάφορα άλλα reboots, remakes, πρίκουελ, σίκουελ βασισμένα σε δοκιμασμένες «συνταγές» και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Ομολογώ πως και εγώ η ίδια θα παρακολουθήσω ορισμένα από αυτά , ωστόσο αισθάνομαι πως πλέον το «franchise» ως «μοντέλο» έχει αρχίσει να κουράζει, σαν να βιώνουμε ένα συνεχόμενο κινηματογραφικό και τηλεοπτικό «deja vu» -«ίδιες» ταινίες, ίδιες σειρές ξανά και ξανά- χωρίς να αποκλείω πως ορισμένα εξ’ αυτών ήταν/θα είναι όντως εξαιρετικά (βλέπε «Mandalorian»).  Και ενώ σίγουρα υπάρχουν και άλλα σπουδαία βιβλία/ιστορίες -ιδιαίτερα στον τομέα του φανταστικού- και δεν χρειάζεται να αναλώνονται οι εταιρείες παραγωγής στα ίδια και τα ίδια -μια καλή ιδέα η «Γαιοθάλασσα» της Ούρσουλα Λε Γκεν- όμως ωραία θα ήταν και η επιστροφή -μιλώντας πάντα για τον τομέα του blockbuster (εκεί βρίσκεται το πρόβλημα)- σε πρωτότυπο περιεχόμενο, γραμμένο από τους δυστυχώς κακοπληρωμένους και στα πρόθυρα μιας νέας μεγάλης απεργίας, «χολιγουντιανούς» σεναριογράφους.
Αριστούλα Ζαχαρίου

Περισσότερα από Εκδηλώσεις
VIMA_WEB3b