Bella Ciao#44: H Μεγάλη Παρασκευή για μένα είχε πάντα έναν ήχο
Μια ξεχωριστή περιφορά του Επιταφίου, γεμάτη κατάνυξη, στην καρδιά της Αθήνας.
Τον άκουσα πρώτη φορά παιδί, σε ένα γυναικείο μοναστήρι όπου πηγαίναμε την ώρα που έπεφτε το σούρουπο. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως, μόνο κεριά και καντήλια. Θυμάμαι τη στιγμή που η πομπή του Επιταφίου επέστρεφε και η πόρτα της εκκλησίας ήταν κλειστή.
Και τότε άρχιζε ο ψαλμός.«Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν,
καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι,
καὶ εἰσελεύσεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης.»
Κάποιος απ’ έξω ρωτούσε:
«Τίς ἐστιν οὗτος ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης;»
Και από μέσα ερχόταν η απάντηση:
«Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός,
Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ.»
Ο παπάς χτυπούσε την πόρτα.
Δυνατά.
Και μαζί του ξυπνούσε ολόκληρο το μοναστήρι: τα αηδόνια που τραγουδούσαν στο σκοτάδι, τα παγόνια που άνοιγαν τη φωνή τους, οι κότες που αναστατώνονταν. Ήταν ένας εκκωφαντικός, σχεδόν πρωτόγονος θόρυβος. Αυτό δεν έμοιαζε απλώς με λειτουργία.
Έμοιαζε με αρχαίο τελετουργικό, κάτι ανάμεσα στο ιερό και στο διονυσιακό.
Δεν το είχα σχεδιάσει. Περπατούσα απλώς μέσα στην πόλη μαζί με τουρίστες που κοιτούσαν γύρω τους. Κάπως έγινα κι εγώ ένα σώμα μαζί τους. Δεν ξέρω ακριβώς τι έβλεπαν, αλλά το παρακολουθούσαν σαν να βρίσκονται μέσα σε μια σκηνή θεάτρου.
Μπροστά μας ένα μικρό εκκλησάκι που δεν είχα ξαναπροσέξει.Ένας ψάλτης.
Ένας παπάς.
Τριάντα πιστοί και άλλοι τόσοι τουρίστες που ακολουθούσαν από περιέργεια.
Ο Επιτάφιος σεμνός. Και μια γυναίκα να τον κρατά από τη δεξιά πλευρά.
Ακολούθησα.
Η πομπή είχε έναν ιδιαίτερο προορισμό.
Περάσαμε μπροστά από τη συναγωγή.
Και συνεχίσαμε μέχρι το νεκροταφείο του Κεραμεικού.
Ο παπάς στάθηκε μπροστά στα κάγκελα του αρχαίου νεκροταφείου και έκανε τρισάγιο για τους νεκρούς. Αν κατάλαβα σωστά, για όλους τους νεκρούς του τόπου. Μετά χτύπησε τα κάγκελα.
Ο ήχος ακούστηκε μεταλλικός, σαν κάποιο παράξενο όργανο μέσα στο σούρουπο.
ο χριστιανισμός της πομπής, ο εβραϊσμός της συναγωγής που μόλις είχαμε προσπεράσει,
και η σκιά της αρχαίας πόλης που κοιμάται κάτω από το χώμα του Κεραμεικού.
Μια μικρή τελετουργία μέσα σε μια πόλη που κουβαλά πολλούς αιώνες ταυτόχρονα.
Ο αέρας μύριζε νερατζιά και λιβάνι.
ξύνεις λίγο την επιφάνεια και εμφανίζονται τρεις ή τέσσερις διαφορετικοί κόσμοι.
Κι όλοι περπατούν μαζί, πίσω από έναν μικρό Επιτάφιο.
Και τότε θυμήθηκα εκείνη την παιδική πόρτα του μοναστηριού που χτυπούσε μέσα στο σκοτάδι και τον ψαλμό που ζητούσε να ανοίξουν οι πύλες.
Ίσως τελικά αυτή η πόλη να είναι γεμάτη από τέτοιες πύλες. Πύλες που ανοίγουν για λίγο μέσα σε μια πομπή, σε έναν ψαλμό, σε μια μυρωδιά από νερατζιά και αφήνουν να φανεί πως όλοι οι χρόνοι της Αθήνας περπατούν ακόμη μαζί.
Κι εγώ μαζί τους, μέσα σε αυτά τα στρώματα χρόνου και μνήμης.