MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΚΥΡΙΑΚΗ
05
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Bella Ciao#43: Αντίο λοιπόν, αντίο…

Το Bella Ciao αποχαιρετά την Μαρινέλλα μέσα από τα τραγούδια που έγιναν το soundrack της ζωής του.

author-image Bella Ciao

Την πρώτη φορά που άκουσα τη χροιά της φωνής σου ήμουν παιδί.

Μαζί με τον πατέρα μου και τ’ αδέλφια μου περιμέναμε κάθε Κυριακή απόγευμα γύρω από το μικρό τρανζίστορ την απευθείας μετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων. Κάπου ανάμεσα στις φωνές, στις αναμονές και στις σιωπές εκείνου του σπιτιού στάθηκε η δική σου φωνή. Τότε άκουσα το «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» και έτσι ξεκίνησε η σχέση μας.

Ύστερα ήρθε η τηλεόραση. Τα κυριακάτικα μεσημέρια με τις ελληνικές ταινίες.

Εκεί είδα και το πρόσωπό σου: μαυροφορεμένη, επιβλητική, να τραγουδάς το «Άνοιξε πέτρα». Και ήταν σαν να έβλεπα πρόσωπο και σώμα να ντύνουν ό,τι ως τότε ήταν μόνο φωνή. «Άνοιξε πέτρα να κλειστώ, ήλιος να μη με βλέπει, άνοιξε πέτρα για να μπω, χάνω τον άντρα που αγαπώ».
Δεν ήταν πια μόνο ένα τραγούδι· ήταν κόσμος ολόκληρος, πόνος, θεατρικότητα, αλήθεια.

Στην εφηβεία μου βρέθηκε στα χέρια μου, σχεδόν σαν μυστική παρακαταθήκη, ένας διπλός δίσκος:

το Ρεσιτάλ με τον Χατζή. Ο γείτονας έφευγε να σπουδάσει και μου άφησε και τον δίσκο και το μικρό πικάπ. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τον άκουσα. Θυμάμαι μόνο πως από τότε άρχισε μια γνωριμία που δεν τέλειωσε ποτέ. Μια σχέση που κράτησε, κρατάει και θα κρατήσει.

Μεγαλώνοντας στην Αθήνα δεν σε είδα στις μπουάτ της Πλάκας, μα σε είδα ζωντανά στη Νεράιδα,

εκεί που φυσούσε το αεράκι της θάλασσας, κι αργότερα στο Ρεξ, μέσα στη λάμψη, με εκείνη την τουαλέτα, το μονόπετρο στο χέρι, τον προβολέα επάνω σου και τα τύμπανα δεξιά κι αριστερά να τρίζουν τα θεμέλια του κτιρίου, κι εσύ να ξανατραγουδάς το «Άνοιξε πέτρα» αλλιώς, με άλλη διασκευή, με άλλη πνοή, με άλλη δύναμη.

Από τότε δεν έχασα παράσταση, δεν έχασα πίστα.

Γιατί αυτό που ήξερες πάντα να κάνεις ήταν να δίνεις τον εαυτό σου ολόκληρο.

«Όταν είμαι πάνω στην πίστα, πάνω στη σκηνή, για να δώσω σωστά αυτό το θέαμα, εγώ δίνω όλον μου τον εαυτό, όλο μου το είναι». Και ναι, αυτό είναι που μετράει περισσότερο.

Πόσες φορές δεν βρήκα μέσα σε έναν στίχο σου μια εξήγηση για όσα δεν μπορούσα να πω με δικά μου λόγια.

«Δεν είναι που φεύγεις κι όλα τελειώνουν,
δεν είναι που τώρα τα μάτια βουρκώνουν,
δεν είναι που μένει σε μένα ο πόνος
και χάνονται οι μέρες, οι ώρες, ο χρόνος.
Μα είναι που πρέπει εγώ να ξεχάσω,
εγώ να πονέσω, μονάχη να κλάψω».

Και αλλού πάλι: «Πάλι θα κλάψω, πάλι θα γελάσω».
Κάποτε η λαχτάρα: «Άσε να μπω στα χείλη σου τη δίψα μου να σβήσω».
Κάποτε η παραίτηση του χωρισμού: «Τα λόγια είναι περιττά την ώρα που χωρίζουμε».Κάποτε η ήττα και η δύναμη μαζί: «Ξέρω πως δε θα ’ρθεις ξανά, άλλη φορά δε θα σε δω, όμως για μένα είσ’ εδώ, είσαι παντού και πουθενά».
Κάποτε η βαθιά, ώριμη αγάπη: «Τώρα δεν είμαστε παιδιά… κι η αγάπη σου σαν Κυριακή με ξεκουράζει».
Και κάποτε η πικρή σοφία εκείνης της στιγμής: «Και καλύτερα θα λέμε αύριο καλύτερα, που δεν αφήσαμε τον χρόνο να πληγώσει την αγάπη αυτή».

Γι’ αυτό και η σχέση μου μαζί σου δεν ήταν ποτέ μόνο θαυμασμός. Ήταν συντροφιά.

Σαν να ήσουν εκεί σε κάθε ηλικία μου, σε κάθε μετάβαση, σε κάθε απώλεια, σε κάθε νέα αρχή — από το παιδί δίπλα στο τρανζίστορ, στον έφηβο με το Ρεσιτάλ, στον ενήλικο που ερωτεύτηκε, απογοητεύτηκε, πένθησε και ξανασηκώθηκε.

Και ίσως γι’ αυτό έχουν τόση σημασία και τα λόγια σου:

«Ο Θεός μάς έδωσε αυτό το ταλέντο που έχουμε, άλλος μικρό, άλλος μεγάλο, αλλά το έχουμε. Δεν είναι δικό μας. Μας το έδωσε για να το επιστρέψουμε στον κόσμο». Εσύ το επέστρεψες απλόχερα, με γενναιοδωρία, κόπο, αλήθεια και πειθαρχία.

«Το 1966 έπαψα πια να είμαι το σιγόντο του Καζαντζίδη· έπρεπε κι εγώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου και να δουλέψω μόνη μου». Από εκεί και πέρα η πορεία σου το επιβεβαίωσε: μια γυναίκα που στάθηκε μόνη, πάλεψε, δεν φοβήθηκε να εκτεθεί και κράτησε το βάρος του ονόματός της.

Και τελικά αυτό είναι που μένει. Όχι μόνο τα τραγούδια, οι πίστες, τα θέατρα και οι προβολείς. Μένει το αποτύπωμα:

μια φωνή που έδωσε μορφή στα αισθήματα τόσων ανθρώπων, μια παρουσία που έντυσε τις πιο μύχιες στιγμές της ζωής μας. Μια γυναίκα που έγινε για πολλούς από εμάς κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας και άφησε βαθύ σημάδι στο ελληνικό πεντάγραμμο.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο αληθινό ευχαριστώ: πως μέσα από σένα έζησα τόσες όμορφες στιγμές.

Διαβάζω πως η Χαρούλα σε αποχαιρετά λέγοντας «αντίο αδερφή».
Και σε φαντάζομαι με εκείνο το χαμόγελο να της απαντάς: «Αντίο, bro».

Κι εγώ, σαν θεατής μιας ολόκληρης ζωής που πέρασε μέσα από τα τραγούδια σου, σου ψιθυρίζω:

«Αντίο λοιπόν, αντίο,
το χάνω κι αυτό το πλοίο,
και κάνει Θεέ μου ένα κρύο
σαν γίνονται ένας οι δύο.»

Περισσότερα από Ιστορίες
Σχετικά Θέματα
Art & Culture
Εδώ Εθνικό Θέατρο: Το ραδιόφωνο της πρώτης κρατικής σκηνής ξεκίνησε να εκπέμπει
Art & Culture
Sequels, remakes, spin-offs παντου: Μήπως το έχουμε παρακάνει;
Επίκαιρα
Stop Scrolling: Δικαίωση για το revenge porn, αναμονή για τα Τέμπη και πολιτικές αναταράξεις
Επίκαιρα
ΕΕ: Ανησυχία για παρατεταμένη ενεργειακή κρίση – Σκέψεις ακόμη και για δελτίο καυσίμων
Art & Culture
Η Ρωσική Πρωτοπορία επιστρέφει στην Εθνική Πινακοθήκη
Αφιέρωμα
Τα βιβλία που μάς μεγάλωσαν
TOP 10
10 αγαπημένα παιδικά βιβλία που παραμένουν διαχρονικά
Επίκαιρα
Το Μουσείο της Ακρόπολης στα πιο δημοφιλή μουσεία του κόσμου για το 2025 – Στην κορυφή το Λούβρο
Επίκαιρα
Σε επιφυλακή ο Δήμος Αθηναίων για την κακοκαιρία
Επίκαιρα
Δώρο Πάσχα 2026: Πότε πληρώνεται και πώς υπολογίζεται
Art & Culture
Θα’ ναι σαν να μπαίνει η Άνοιξη: Η ελληνική πρωτοπορία στο ΕΜΣΤ
Επίκαιρα
Ιώσηπος: Ανοίγει στο κοινό το Ψηφιακό Αποθετήριο για την ιστορία των εβραϊκών κοινοτήτων της Ελλάδας