Bella Ciao#43: Αντίο λοιπόν, αντίο…
Το Bella Ciao αποχαιρετά την Μαρινέλλα μέσα από τα τραγούδια που έγιναν το soundrack της ζωής του.
Μαζί με τον πατέρα μου και τ’ αδέλφια μου περιμέναμε κάθε Κυριακή απόγευμα γύρω από το μικρό τρανζίστορ την απευθείας μετάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων. Κάπου ανάμεσα στις φωνές, στις αναμονές και στις σιωπές εκείνου του σπιτιού στάθηκε η δική σου φωνή. Τότε άκουσα το «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου» και έτσι ξεκίνησε η σχέση μας.
Ύστερα ήρθε η τηλεόραση. Τα κυριακάτικα μεσημέρια με τις ελληνικές ταινίες.Εκεί είδα και το πρόσωπό σου: μαυροφορεμένη, επιβλητική, να τραγουδάς το «Άνοιξε πέτρα». Και ήταν σαν να έβλεπα πρόσωπο και σώμα να ντύνουν ό,τι ως τότε ήταν μόνο φωνή. «Άνοιξε πέτρα να κλειστώ, ήλιος να μη με βλέπει, άνοιξε πέτρα για να μπω, χάνω τον άντρα που αγαπώ».
Δεν ήταν πια μόνο ένα τραγούδι· ήταν κόσμος ολόκληρος, πόνος, θεατρικότητα, αλήθεια.
το Ρεσιτάλ με τον Χατζή. Ο γείτονας έφευγε να σπουδάσει και μου άφησε και τον δίσκο και το μικρό πικάπ. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές τον άκουσα. Θυμάμαι μόνο πως από τότε άρχισε μια γνωριμία που δεν τέλειωσε ποτέ. Μια σχέση που κράτησε, κρατάει και θα κρατήσει.
εκεί που φυσούσε το αεράκι της θάλασσας, κι αργότερα στο Ρεξ, μέσα στη λάμψη, με εκείνη την τουαλέτα, το μονόπετρο στο χέρι, τον προβολέα επάνω σου και τα τύμπανα δεξιά κι αριστερά να τρίζουν τα θεμέλια του κτιρίου, κι εσύ να ξανατραγουδάς το «Άνοιξε πέτρα» αλλιώς, με άλλη διασκευή, με άλλη πνοή, με άλλη δύναμη.
Από τότε δεν έχασα παράσταση, δεν έχασα πίστα.Γιατί αυτό που ήξερες πάντα να κάνεις ήταν να δίνεις τον εαυτό σου ολόκληρο.
«Όταν είμαι πάνω στην πίστα, πάνω στη σκηνή, για να δώσω σωστά αυτό το θέαμα, εγώ δίνω όλον μου τον εαυτό, όλο μου το είναι». Και ναι, αυτό είναι που μετράει περισσότερο.
Πόσες φορές δεν βρήκα μέσα σε έναν στίχο σου μια εξήγηση για όσα δεν μπορούσα να πω με δικά μου λόγια.«Δεν είναι που φεύγεις κι όλα τελειώνουν,
δεν είναι που τώρα τα μάτια βουρκώνουν,
δεν είναι που μένει σε μένα ο πόνος
και χάνονται οι μέρες, οι ώρες, ο χρόνος.
Μα είναι που πρέπει εγώ να ξεχάσω,
εγώ να πονέσω, μονάχη να κλάψω».
Και αλλού πάλι: «Πάλι θα κλάψω, πάλι θα γελάσω».
Κάποτε η λαχτάρα: «Άσε να μπω στα χείλη σου τη δίψα μου να σβήσω».
Κάποτε η παραίτηση του χωρισμού: «Τα λόγια είναι περιττά την ώρα που χωρίζουμε».Κάποτε η ήττα και η δύναμη μαζί: «Ξέρω πως δε θα ’ρθεις ξανά, άλλη φορά δε θα σε δω, όμως για μένα είσ’ εδώ, είσαι παντού και πουθενά».
Κάποτε η βαθιά, ώριμη αγάπη: «Τώρα δεν είμαστε παιδιά… κι η αγάπη σου σαν Κυριακή με ξεκουράζει».
Και κάποτε η πικρή σοφία εκείνης της στιγμής: «Και καλύτερα θα λέμε αύριο καλύτερα, που δεν αφήσαμε τον χρόνο να πληγώσει την αγάπη αυτή».
Σαν να ήσουν εκεί σε κάθε ηλικία μου, σε κάθε μετάβαση, σε κάθε απώλεια, σε κάθε νέα αρχή — από το παιδί δίπλα στο τρανζίστορ, στον έφηβο με το Ρεσιτάλ, στον ενήλικο που ερωτεύτηκε, απογοητεύτηκε, πένθησε και ξανασηκώθηκε.
«Ο Θεός μάς έδωσε αυτό το ταλέντο που έχουμε, άλλος μικρό, άλλος μεγάλο, αλλά το έχουμε. Δεν είναι δικό μας. Μας το έδωσε για να το επιστρέψουμε στον κόσμο». Εσύ το επέστρεψες απλόχερα, με γενναιοδωρία, κόπο, αλήθεια και πειθαρχία.
«Το 1966 έπαψα πια να είμαι το σιγόντο του Καζαντζίδη· έπρεπε κι εγώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου και να δουλέψω μόνη μου». Από εκεί και πέρα η πορεία σου το επιβεβαίωσε: μια γυναίκα που στάθηκε μόνη, πάλεψε, δεν φοβήθηκε να εκτεθεί και κράτησε το βάρος του ονόματός της.
μια φωνή που έδωσε μορφή στα αισθήματα τόσων ανθρώπων, μια παρουσία που έντυσε τις πιο μύχιες στιγμές της ζωής μας. Μια γυναίκα που έγινε για πολλούς από εμάς κομμάτι της προσωπικής μας ιστορίας και άφησε βαθύ σημάδι στο ελληνικό πεντάγραμμο.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο αληθινό ευχαριστώ: πως μέσα από σένα έζησα τόσες όμορφες στιγμές.Διαβάζω πως η Χαρούλα σε αποχαιρετά λέγοντας «αντίο αδερφή».
Και σε φαντάζομαι με εκείνο το χαμόγελο να της απαντάς: «Αντίο, bro».
«Αντίο λοιπόν, αντίο,
το χάνω κι αυτό το πλοίο,
και κάνει Θεέ μου ένα κρύο
σαν γίνονται ένας οι δύο.»