Συν & Πλην: «Μια αχόρταγη σκιά» στη Στέγη
Μια σύνοψη των θετικών και αρνητικών σημείων για το «Μια αχόρταγη σκιά» που ανεβαίνει στη Στέγη σε σκηνοθεσία Μαριάνο Πενσότι.
Η Αναπούρνα είναι η υψηλότερη κορυφή των Ιμαλαϊων στο Νεπάλ και είναι η πρώτη κορυφή άνω των 8.000 μέτρων που κατακτήθηκε από τον άνθρωπο. Είναι ταυτισμένη με την υπέρβαση και την ολομέτωπη αναμέτρηση με τη φύση γι’ αυτό και θεωρείται ένας από τους αφιλόξενους αναρριχητικούς τόπους στον κόσμο. Τα στατιστικά λένε πως ένας στους τρεις ορειβάτες που την προσεγγίζουν δεν επιστρέφουν από αυτή. Εξ ου και στα νεπαλέζικα «αναπούρνα» σημαίνει «η σκιά που σε καταβροχθίζει». Ανάμεσα σε εκείνους που δεν επέστρεψαν είναι και ο διάσημος Έλληνας αλπινιστής Σταματιάδης, ο οποίος αναρριχόμενος στο βουνό το 1989 χάθηκε για πάντα. Ο γιος του, παιδί τότε, είναι στοιχειωμένος τόσο από την απώλεια, όσο και από τη σχέση με το βουνό. Κι έτσι στα 30 του χρόνια αποφασίζει να ολοκληρώσει αυτό που ο πατέρας του δεν κατάφερε: την ανάβαση της Αναπούρνα. Το εγχείρημα του στέφεται με επιτυχία, αλλά η έκπληξη έρχεται μέσα από μια «συνάντηση» που έχει στη διάρκεια μιας χιονοθύελλα, γεγονός που κάνει την ανάβαση του παγκοσμίως γνωστή. Αυτός είναι και ο λόγος που ένας Έλληνας σκηνοθέτης θέλει να μεταφέρει το χρονικό αυτής της προσπάθειας στον κινηματογράφο. Ο ρόλος ανατίθεται στον καλό ηθοποιό Μάνο Ρούσσο, ο οποίος κυρίως ενός προβλήματος υγείας, έχει ξεπέσει επαγγελματικά. Σε διαφορετικούς χρόνους, ο καθένας αναλαμβάνει να κατακτήσει τη δική του υπαρξιακή κορυφή και ο καθένας την αφηγείται την ιστορία μέσα από τη δική του σκοπιά και ιδιοσυγκρασία. «Θέλω να τα βιώσω όλα τα στ’ αλήθεια· δεν υπάρχει περιθώριο για ψέματα», δηλώνει αποφασιστικά ο Μάνος Ρούσσος, αντιμετωπίζοντας ως έργο ευθύνης την υπόδυση ενός πραγματικού προσώπου, το οποίο και βρίσκεται εν ζωή.
Η ιστορία αφορά στην ελληνοποιημένη εκδοχή του πρωτότυπου έργου του Μαριάνο Πενσότι «Une ombre vorace» που παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2024 στο Φεστιβάλ της Αβινιόν και στη συνέχεια ανέβηκε σε ξεχωριστές, «εγχώριες» εκδοχές του για την Αυστρία και την Αργεντινή. Η φετινή είναι η τρίτη εκδοχή του χάρη στη συνεργάτιδα – δραματουργό του Πενσότι, Αλιόσκα Μπέγκριχ που προσάρμοσε την ιστορία στην ελληνική πραγματικότητα.
Καθώς οι αφηγήσεις διασταυρώνονται, καθώς το αληθινό πρόσωπο μπλέκεται με τον κινηματογραφικό ήρωα του, η αλήθεια ταυτίζεται με την καλλιτεχνική ερμηνεία της και τα πραγματικά γεγονότα με τη μυθοπλασία, ο Μαριάνο Πενσότι βρίσκεται να θίγει μια σειρά από εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα που ακουμπούν τη σχέση και την κατανόηση του άλλου μέσα από τη σχέση και την κατανόηση του εαυτού μας, το ανθρώπινο μέγεθος μπροστά στο μεγαλειώδες, μυθικό της φύσης, τους μύθους που δημιουργούν οι άνθρωποι για να αντέξουν τη ζωή, τη συνάρτηση της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος με την κατάρρευση του ανθρώπινου είδους, τον Καπιταλισμό ως «μια αχόρταγη σκιά» – ακόμα μεγαλύτερη από την κορυφή της Αναπούρνα.
Δίχως υπερβολή, το νεόκοπο έργο του Μαριάνο Πενσότι «Μια αχόρταγη σκιά» είναι ένα από τα πιο πρωτότυπα και ευρηματικά ξένα έργα που, εδώ και καιρό, έχουμε οικειοποιηθεί στην Ελλάδα. Η αφετηρία της προσωπικής περιπέτειας ενός ορειβάτη που κορυφώνεται σε υπαρξιακή δοκιμασία, γίνεται αφορμή για τον Αργεντίνο δημιουργό να εντρυφήσει σε μια σειρά από αρχετυπικά ζητήματα: ο δεσμός μας με τον εαυτό και η προσπάθεια κατανόησης του, η σχέση μας με τον άλλο, το καθρέφτισμα στο πρότυπο του ‘πατέρα’, ο άνθρωπος μπροστά στη μητέρα Φύση. Ο Πενσότι, σε συγγραφικό επίπεδο, προσεγγίζει όλα αυτά τα θέματα αριστοτεχνικά, σκηνοθετικά τα αναδεικνύει εύρυθμα και ευρηματικά, έχοντας στη διάθεση του δύο εξαιρετικούς ερμηνευτές: το Γιάννη Νιάρρο και τον Κώστα Νικούλι.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νέα έργα που μας έχουν έρθει ποτέ από το εξωτερικό και δη την «συγγενική» Αργεντινή είναι αυτό που ο Μαριάνο Πενσότι ονόμασε «Αχόρταγη σκιά». Μια αναπάντεχα, συναρπαστική αφήγηση που ακουμπάει στο είδος του mocumentary theater ή αλλιώς στο μυθοπλαστικό ντοκιμαντέρ και η οποία, παρά τη λιτότητα της, διανύει μεγάλες θεματικές διαδρομές με ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο. Από τις οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων μέχρι την ‘ανάβαση’ προς την κορυφή της ψυχής μας. Κι από την κλιματική καταστροφή – ως απόρροια του αχόρταγου Καπιταλισμού έως την εσωτερική διάλυση του ατόμου εξαιτίας της αλλοτρίωσης της επαφής του με το φυσικό κόσμο. Το αξιοσημείωτο είναι πως όλα αυτά διαπλέκονται και συμπυκνώνονται μέσα από τις αφηγήσεις – ερμηνείες δύο, μόλις, ηρώων και μάλιστα με ελαφράδα και ωραίο χιούμορ, παρότι το διακύβευμα είναι ολότελα και βαθύτατα υπαρξιακό.
Οι ερμηνείεςΑν το έργο του Αργεντίνου δημιουργού είναι μια ευχάριστη αποκάλυψη, τότε πολλά επενδύονται στους ηθοποιούς που θα το ερμηνεύσουν. Όπως όλα τα αφηγηματικά έργα υπολογίζουν τα μέγιστα στους ερμηνευτές τους, η «Αχόρταγη σκιά» δεν αποτελεί εξαίρεση. Με τη διαφορά πως πρόκειται για ένα κείμενο πολλών στοιβάδων και αφηγηματικών χρόνων, ανεβάζοντας σημαντικά το βαθμό δυσκολίας του. Κι εδώ συναντάμε το Γιάννη Νιάρρο και τον Κώστα Νικούλι που έχουν αφουγκραστεί απόλυτα τις ανάγκες του κειμένου, σκιαγραφούν πολύ καθαρά τους χαρακτήρες, τηρούν πιστά το ρυθμό του και ενισχύουν το σασπένς και την κλιμάκωση της πλοκής. Οι ερμηνείες τους αξιολογούνται και μέσα από τη δυνατή χημεία που έχουν καλλιεργήσει, αφουγκραζόμενοι την αλληλεξάρτηση των ηρώων, τις ζυμώσεις ενός είδους «μεταφυσικής» αφήγησης όπου ένας άνθρωπος καθρεφτίζεται στον άλλο, όπου το φαντασιακό και το μυθικό της φύσης αποκτούν ταυτόχρονα μια εγγύς όσο και απόκοσμη διάσταση.
Η σκηνοθεσίαΌπως ο ορειβάτης με τον κινηματογραφικό ερμηνευτή του συχνά ταυτίζονται, έτσι και οι ιδιότητες του Μαριάνο Πενσότι ως συγγραφέα και σκηνοθέτη ‘αλληλοαναγνωρίζονται’ και τροφοδοτούν η μία την άλλη. Είναι, μάλλον, αδόκιμο να δει κανείς τις δύο λειτουργίες ξέχωρα, αφού ο Αργεντίνος δημιουργός μεριμνά να αναδείξει τον παλμό των χαρακτήρων, τη, μεταξύ τους, στενή επαφή και αλληλοτροφοδότηση, να τονώσει τον ταχύ ρυθμό της σκηνοθεσίας – σαν να αντλεί από το κινηματογραφικό περιβάλλον που, σε ένα βαθμό, τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης. Μια αφήγηση που παντρεύει επιτυχώς δύο ευαίσθητες περιοχές: το μυθοπλαστικό ντοκιμαντέρ και την αίσθηση ενός μαγικού ρεαλισμού – παράδοση ταυτισμένη με τη λατινοαμερικανική εργογραφία. Χρήσιμο εργαλείο για όλα τα παραπάνω η γλαφυρή μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμανουήλ. Να σημειωθεί πως συνεργάτιδα του Πενσότι στην ελληνική σκηνοθεσία είναι η «δική μας» Γιολάντα Μαρκοπούλου.
Τα Πλην (-)
Η διπλή όψη του σκηνικού της Μαριάνα Τιράντε – από την μια κατάλευκη σαν την Αμαπούρνα στο έλεος της χιονοθύελλας, από την άλλη ως ένας παραμορφωτικός καθρέφτης που αντανακλά όψεις των ηρώων και της ζωής, είναι ομολογουμένως έξυπνη και, εν μέρει, λειτουργική. Εντούτοις, προσφέρει ελάχιστα στην εικονοποιία της παράστασης που αναβαθμίζεται χάρη στους προσεγμένους φωτισμούς του Ντέιβιντ Σέλντες.
Το άθροισμα (=)Μια από πλέον πρωτότυπες ‘υιοθεσίες’ ξένων κειμένων με την υπογραφή του Αργεντίνου Μαριάννο Πενσότι και δύο εξαιρετικούς Έλληνες ερμηνευτές.