Στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής θα βρεθεί, για άλλη μια φορά, η διεθνής σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026, ως σολίστ στη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, η οποία, υπό την μπαγκέτα του καλλιτεχνικού της διευθυντή, μαέστρου Λουκά Καρυτινού, θα ερμηνεύσει την Τέταρτη συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ. Η υψίφωνος θα ερμηνεύσει το τραγούδι υπό τον τίτλο «Das himmlische Leben» («Η επουράνια ζωή»), στο φινάλε του συμφωνικού έργου. Στο πρώτο μέρος της συναυλίας, η ορχήστρα θα ερμηνεύσει το δημοφιλές Κοντσέρτο σε ρε ελάσσονα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, με σολίστ την καταξιωμένη πιανίστα Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου.
Η Τέταρτη συμφωνία γράφηκε στα 1899-1900 και με αυτήν ολοκλήρωσε την «τριλογία» των «συμφωνιών του Μαγικού Κόρνου» (2η, 3η και 4η), όπως έχουν αποκληθεί, παραπέμποντας στη συλλογή λαϊκών τραγουδιών «Des Knaben Wunderhorn» («Του παιδιού το μαγικό κόρνο»), η οποία ενέπνευσε τον Αυστριακό συνθέτη.
Σε ρόλο που δεν την έχουμε συνηθίσειΣτη συναυλία της Παρασκευής 13 Μαρτίου, η υψίφωνος Χριστίνα Πουλίτση εμφανίζεται σε έναν ρόλο στον οποίο το αθηναϊκό κοινό δεν την έχει συνηθίσει, αυτόν της ερμηνεύτριας συμφωνικών τραγουδιών. Αξίζει να σημειωθεί πως στις πρόσφατες συνεργασίες της με την ΚΟΑ, η σοπράνο ερμήνευσε έργα του λυρικού ρεπερτορίου: της Βασίλισσας της Νύχτας από τον «Μαγεμένο αυλό» του Μότσαρτ (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2023), της Ελβίρα στους «Πουριτανούς» του Μπελίνι (Θέατρο Ολύμπια, 2023), αλλά και πολύ πρόσφατα σε ένα γκαλά επικεντρωμένο στην ιταλική όπερα στο Μέγαρο Μουσικής.
Η Χριστίνα Πουλίτση γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι απόφοιτος του τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Τεχνών Βερολίνου (υποτροφίες «Μαρία Κάλλας», «Αλεξάνδρα Τριάντη») και κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό «Νίκο Ντόσταλ» (Βιέννη). Συγκαταλέγεται στις καλύτερες παγκοσμίως ερμηνεύτριες της Βασίλισσας της Νύχτας, ρόλο τον οποίο έχει τραγουδήσει στα πιο σπουδαία θέατρα σε όλον τον κόσμο. Έχει συνεργαστεί επανειλημμένα με τον Ζούμπιν Μέτα, που θεωρείται ο μέντοράς της, και τη Φιλαρμονική Ορχήστρα Ισραήλ, ενώ υπό τη διεύθυνσή του έχει ερμηνεύσει Τζίλντα («Ριγολέτος», Φεστιβάλ Μουσικού Φλωρεντινού Μάη). Τον ίδιο ρόλο ερμήνευσε στην ΕΛΣ (2013) και τιμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών με το βραβείο Καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης τραγουδίστριας.
Με την ευκαιρία της εμφάνισής της στη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, είχαμε μια συζήτηση μαζί της που ξεκινά από το έργο του Μάλερ και το είδος του τραγουδιού που καλείται να ερμηνεύσει, αλλά ανοίγεται και σε πολλά άλλα θέματα, όπως και σε έναν εξομολογητικό «δεκάλογο» παραινέσεων για νέους και νέες που επιθυμούν να ασχοληθούν με το λυρικό τραγούδι.

Στους θεατές που θα βρεθούν στο Μέγαρο Μουσικής η Χριστίνα Πουλίτση συστήνει: “Μπείτε στην αίθουσα με ανοιχτή καρδιά και ανοιχτό μυαλό και αφεθείτε, έτσι ώστε ο καλλιτέχνης να μπορεί να σας πάρει από το χέρι και να σας μεταφέρει σε μέρη της ψυχής σας που ούτε εσείς οι ίδιοι δεν ξέρατε ότι υπάρχουν”
Έχετε δίκιο πως η Βασίλισσα της Νύχτας είναι ένας ρόλος με τον οποίο έχω ταυτιστεί στο παρελθόν και τον οποίο έχω τραγουδήσει πάνω από 270 φορές, σε 18 διαφορετικές παραγωγές, σε μερικά από τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, όπως η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, το θέατρο Μπολσόι, η Όπερα της Ρώμης, το Νέο Εθνικό Θέατρο του Τόκιο, το Λισέο της Βαρκελώνης κ.ά. Έγινε ρόλος-διαβατήριο, μεγάλωσα καλλιτεχνικά με αυτόν, διεύρυνα τα όριά μου και με βοήθησε να χτίσω μια πολύ καλή τεχνική κολορατούρας, η οποία μου παρείχε ασφάλεια στη σκηνή. Ωστόσο, παρότι μπορώ ακόμα να τον τραγουδήσω με άνεση, έχω επιλέξει συνειδητά να απέχω, έτσι ώστε να δώσω χώρο σε νέο ρεπερτόριο και να αναπτύξω το ηχόχρωμα και τη δυναμική της φωνής μου. Εδώ και χρόνια έχω διευρύνει το ρεπερτόριό μου κι έχω διαπλάσει την φωνή μου έτσι ώστε να αναδεικνύει τις ποιότητες που χρειάζεται το τραγούδι του μπελκάντο. Έχω τραγουδήσει σχεδόν όλους τους βασικούς ρόλους αυτού του ρεπερτορίου: Τραβιάτα, Λουτσία, Ελβίρα, Τζίλντα, Αμίνα, Κοντέσα Ντι Φολεβίλ κ.ά.
Τώρα, όσον αφορά το γερμανικό τραγούδι -παρότι μόλις πρόσφατα ξεκίνησα τα πρώτα μου ρεσιτάλ, τραγουδώντας κυρίως Στράους και Μπραμς- το έχω μελετήσει εκτενώς στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου, όπου και σπούδασα. Επομένως, η 4η του Μάλερ, το τελευταίο μέρος της οποίας προέρχεται από τη συλλογή τραγουδιών «Des Knaben Wunderhorn», δεν αποτελεί τόσο πρόκληση, με την έννοια ότι τοποθετείται έκκεντρα σε σχέση με το ρεπερτόριό μου, όσο μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ευκαιρία να εξερευνήσω τη φωνή μου μέσα από διαφορετικά είδη και συνθέτες.
Το τραγουδιστικό μέρος στο φινάλε της 4ης Συμφωνίας, θα έλεγε κανείς ότι αλλάζει τη δυναμική της συναυλίας. Αισθάνεστε ότι σε αυτό το σημείο λειτουργείτε ως αφηγήτρια μιας ιστορίας ή ως ένα ακόμη όργανο της ορχήστρας; Γενικότερα, ποιες διαφορές εντοπίζετε, από τη σκοπιά της ερμηνεύτριας, ανάμεσα στο λυρικό τραγούδι και το συμφωνικό ληντ;Η φωνή είναι μέρος της ορχηστρικής υφής
Στη Συμφωνία αυτή η φωνή δεν εισέρχεται ως «πρωταγωνίστρια», αλλά ως φυσική κατάληξη μιας συμφωνικής διαδρομής. Στο φινάλε, στο «Das himmlische Leben», η υψίφωνος μεταφέρει έναν ποιητικό λόγο – άρα υπάρχει σαφώς η διάσταση της αφήγησης. Ωστόσο, ο Μάλερ φαίνεται να την αντιμετωπίζει σε ένα μεγάλο βαθμό ως άλλο ένα πολυδιάστατο όργανο, κι αυτό φαίνεται στη γραφή του, κυρίως στη μεσαία στροφή.
Προσωπικά, αισθάνομαι ότι η φωνή είναι μέρος της ορχηστρικής υφής. Με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, η προσέγγισή μας είναι ακριβώς αυτή: διάλογος, όχι επιβολή. Η φωνή ενσωματώνεται στη διαφάνεια της ενορχήστρωσης και λειτουργεί σαν ένα ακόμη ηχόχρωμα που φέρει λόγο. Όσον αφορά το συμφωνικό τραγούδι, λειτουργεί, θα έλεγα, μεγεθυντικά στη μουσική έκφραση, τα συναισθήματα, τη δεξιοτεχνία, την ευαισθησία, σε αντίθεση με το λυρικό τραγούδι, όπου όλα επεκτείνονται, μεγαλώνουν, αποκτούν σχεδόν μια υπερφυσική διάσταση.

Προσωπικά, αισθάνομαι ότι η φωνή είναι μέρος της ορχηστρικής υφής. “Με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, η προσέγγισή μας είναι ακριβώς αυτή: διάλογος, όχι επιβολή. Η φωνή ενσωματώνεται στη διαφάνεια της ενορχήστρωσης και λειτουργεί σαν ένα ακόμη ηχόχρωμα που φέρει λόγο.”
Θα έλεγα να την ακούσει σαν μια αφήγηση που ξεδιπλώνεται σταδιακά. Η 4η είναι από τα πιο φωτεινά και διαυγή έργα του Μάλερ. Δεν έχει τον κολοσσιαίο χαρακτήρα άλλων συμφωνιών του· έχει μια σχεδόν «μοτσαρτική» καθαρότητα. Ιδιαίτερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου η ακουστική αναδεικνύει τη λεπτομέρεια, αξίζει να προσέξει κανείς τη διαφάνεια των ορχηστρικών γραμμών και το πώς το τρίτο μέρος δημιουργεί μια πνευματική εισαγωγή πριν από την είσοδο της φωνής στο τελευταίο μέρος. Και όταν ξεκινήσει το φινάλε, να ακούσει το κείμενο όχι κυριολεκτικά αλλά σαν μια παιδική ματιά στον κόσμο – μια αθωότητα που συνυπάρχει με βαθύτερους υπαινιγμούς.
Και, φυσικά, αυτό που λέω πάντα: μαζί με το παλτό σας στο βεστιάριο αφήστε και οποιαδήποτε προσδοκία ή προκατάληψη, μπείτε στην αίθουσα με ανοιχτή καρδιά και ανοιχτό μυαλό και αφεθείτε, έτσι ώστε ο καλλιτέχνης να μπορεί να σας πάρει από το χέρι και να σας μεταφέρει σε μέρη της ψυχής σας που ούτε εσείς οι ίδιοι δεν ξέρατε ότι υπάρχουν, να σας δείξει μια άλλη διάσταση της ζωής, κάτι που θα πάρετε μαζί φεύγοντας, θα το μετασχηματίσετε, θα το κάνετε δικό σας και θα ζήσετε με αυτό για πολλές μέρες, ίσως και χρόνια μετά. Αυτό είναι το δώρο της τέχνης.

Για το έργο του Μάλερ αναφέρει: “Πρόκειται για ένα έργο το οποίο το αντιλαμβάνεται κανείς ανάλογα με το βάθος της συνειδητότητάς του, διότι πραγματεύεται βαθιά, υπαρξιακά ερωτήματα ντυμένα με μια παιδική αθωότητα. Η συγκεκριμένη Συμφωνία μού δημιουργεί ένα αίσθημα γαλήνης”
Νομίζω πως πρόκειται για ένα έργο το οποίο το αντιλαμβάνεται κανείς ανάλογα με το βάθος της συνειδητότητάς του, διότι πραγματεύεται βαθιά, υπαρξιακά ερωτήματα ντυμένα με μια παιδική αθωότητα. Η συγκεκριμένη Συμφωνία μού δημιουργεί ένα αίσθημα γαλήνης, που δεν είναι αφελές. Είναι μια γαλήνη που έχει περάσει μέσα από στοχασμό. Υπάρχει φως, αλλά και μια υπόγεια μελαγχολία. Αισθάνομαι σαν να επιστρέφω σε μια πιο ουσιαστική, απλή διάσταση της μουσικής έκφρασης. Χωρίς θεατρικότητα, χωρίς εξωτερική ή εσωτερική ένταση – μόνο καθαρότητα φράσης και ειλικρίνεια.
Όσον αφορά το τελευταίο μέρος, μου θυμίζει λίγο το Amor από τα Brentano Lieder του Ρίχαρντ Στράους ως προς τη νοηματική του αίσθηση και μόνον. Γυρνώντας, όμως στον Μάλερ, το τελευταίο μέρος πραγματεύεται μια φαινομενικά αθώα περιγραφή του παραδείσου μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, με όλη του την πονηρή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ταυτόχρονα, όμως, υποβόσκει μια σκοτεινή πλευρά, λανθάνουσα. Μου θυμίζει την ανθρώπινη τάση να εστιάζουμε στην προσωπική μας ευημερία, αδιαφορώντας για τα όσα λυπηρά συμβαίνουν γύρω μας –ειδικά στις μέρες μας– προσπαθώντας να ωραιοποιήσουμε τις καταστάσεις, έτσι ώστε να μη νιώθουμε ενοχές.
Τελικά καταλήγω στο ότι το τραγούδι περιγράφει έναν παράδεισο ενηλίκων, εμποτισμένο με όλα τα πάθη τους, μέσα όμως από τη ματιά ενός παιδιού, το οποίο θα κανονικοποιήσει οποιαδήποτε κατάσταση για να επιβιώσει και να γίνει αποδεκτό, μέσα πάντα από το παιχνίδι, τη φρεσκάδα και την περιέργεια.
Η σκηνή μπορεί να σε κάνει να νιώσεις σαν μικρός θεός ή σαν μυρμηγκάκι
Προσωπικά, η παραμονή μου στη Γερμανία, αλλά και τα ταξίδια που έχω κάνει ανά τον κόσμο όλα αυτά τα χρόνια, έχουν διευρύνει τον ορίζοντά μου, έχω γνωρίσει καινούριες κουλτούρες, οι οποίες μου διδάσκουν ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος σκέψης κι άλλες προσεγγίσεις της ζωής. Επομένως, η παραμονή στο εξωτερικό είναι ανεκτίμητη εμπειρία.
Όσον αφορά το τραγούδι, η τεχνική μαθαίνεται δίπλα σε έναν καλό δάσκαλο, αλλά από εκεί και πέρα η αφομοίωσή της και η εξατομίκευσή της γίνεται στη σκηνή επάνω. Η συμβουλή που μου έδωσε κι εμένα η μεγάλη Αγνή Μπαλτσα λίγο πριν φύγω για το εξωτερικό: «Δεν θα είσαι ποτέ ικανοποιημένη με την απόδοσή σου. Δεν θα έρθει ποτέ η στιγμή όπου θα πεις τώρα είμαι έτοιμη να βγω στη σκηνή. Κάν’ το όσο πιο γρήγορα γίνεται με θάρρος».
Ο χώρος μας έχει το παράδοξο ότι πάνω στη σκηνή οφείλουμε να είμαστε ευαίσθητοι, ενώ στην πραγματική ζωή σκληρόπετσοι. Εγώ προσωπικά έχω βρει την ισορροπία μέσα από το να αγκαλιάζω την ευαισθησία μου. Όσο πιο αληθινή είμαι ως προς τον εαυτό μου και τους άλλους τόσο πιο δυνατή νιώθω. Η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω της. Μάθε να ζεις με αυτό. Και να θυμάσαι ότι όταν όλα είναι δύσκολα, θα έρθει ξανά η μέρα που θα λάμψει ο ήλιος και, όταν όλα είναι καλά, πως θα ματαιωθούμε ξανά. Όλα λειτουργούν σε κύκλους. Αυτό με βοηθά να ζω δίχως να φοβάμαι.
Η σκηνή μπορεί να σε κάνει να νιώσεις είτε σαν ένας μικρός θεός είτε σαν ένα τόσο δα μυρμηγκάκι. Δούλεψε με τον εαυτό σου, τους φόβους σου, τις ανασφάλειές σου, την υπέρμετρη φιλοδοξία σου, τον ανταγωνισμό σου. Πάτα γερά στο πάτωμα, αλλά μη χάνεις τα μάτια σου από τα αστέρια. Εσύ είσαι ο μαθητής, εσύ και ο δάσκαλος. Χαμήλωσε τον θόρυβο που ακούς απέξω και ανέβασε την ένταση της εσωτερικής σου φωνής. Πολλοί θα σου πουν τι είσαι και τι δεν είσαι, τι μπορείς και τι δεν μπορείς να κάνεις. Μόνο εσύ το ξέρεις αυτό και κάνεις άλλος.
Τέλος, η αγάπη είναι το πιο σημαντικό πράγμα που υπάρχει. Την αγάπη δεν μπορείς να την πεις, ούτε να την αντιγράψεις, παρά να τη νιώσεις. Θα πετύχεις μόνο όταν τραγουδάς με τόση αγάπη που η προσοχή σου εστιάζει σε αυτό και μόνο και όχι στο τι σκέφτονται οι άλλοι για σένα ή ο εσωτερικός σου κριτής. Μην ξεχνάς, δεν υπάρχει τίποτα πιο καλλιτεχνικό στη ζωή από το να ξέρεις να αγαπάς. Πρώτα είσαι άνθρωπος και μετά καλλιτέχνης.
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης
Παρασκευή 13 Μαρτίου, 20.00
Τιμές εισιτηρίων: 25€, 20€, 15€, 8€ (μειωμένο)