Ένας χάρτης μας δείχνει τη διαδρομή για το πιο απομακρυσμένο μέρος του κόσμου: Είναι ένα νησί του νότιου Ατλαντικού, το Τristan da Cunha, 7-10 μέρες με βάρκα από το Cape Town με δρομολόγια μονάχα 6-8 φορές το χρόνο. Το νησί ανακαλύφθηκε το 1506 και άρχισε να κατοικείται σταθερά το 1817.
Ένα πιάνο πακετάρεται και φορτώνεται προσεκτικά για το ταξίδι. Είναι ένα ταξίδι που ο Γάλλος γιατρός Loran Bonnardot κάνει 30 χρόνια τώρα. Ως μέλος των Γιατρών χωρίς Σύνορα έχει ταξιδέψει πολύ και έχει προσφέρει τη βοήθειά του στους 233 κατοίκους του νησιού. Τώρα θέλει να αφήσει πίσω του δεσμούς χαλαρούς, το Παρίσι, χωρισμένους γονείς και απόμακρα αδέρφια, και να εγκατασταθεί μόνιμα στο Tristan.
Το ταξίδι αυτό, εσωτερικό και εξωτερικό, γίνεται το docufiction «Tristan Forever» του Tobias Nölle και του ίδιου του Dr. Loran Bonnardot. Η ελβετικής παραγωγής ταινία έκανε πρόσφατα παγκόσμια πρεμιέρα στο Panorama της φετινής Berlinale και ταξιδεύει τώρα στην Ελλάδα για το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Από το Q&A στην Berlinale. Από αριστερά Michael Stütz, Tobias Nölle, Loran Bonnardot. Πηγή: Berlinale
Η ταινία έχει μια έντονα κινηματογραφική γλώσσα. Το ταραχώδες ταξίδι του Loran, η ζωή στο ηφαιστειογενές νησί, με τις μαύρες απότομες παραλίες και τα πράσινα υψίπεδα. Οι αγελάδες και τα γαϊδούρια να βόσκουν χαλαρά στο χορτάρι, οι θαλασσοδρόμοι και άλλα εξωτικά πουλιά που μοιάζουν να μας παρατηρούν και σαν κάτι να θέλουν να μας πουν.
Μια καθημερινότητα ειρηνική, που μπορεί όμως να γίνει και πολύ μοναχική, πολύ σκληρή. Οι Τριστάνοι μπορούν να ταξιδέψουν το πολύ μέχρι 3 μίλια από το χωριό ή μια ώρα μέχρι το Nightingale. Χάρη σε αρχειακό υλικό που εξασφάλισαν οι δημιουργοί της ταινίας από ιδιωτικά αρχεία, από το BBC, British Pathé ή το Getty images, βλέπουμε πώς στις 10 Οκτωβρίου 1961 οι 264 τότε κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί λόγω ηφαιστειακής έκρηξης και να εγκατασταθούν στην Αγγλία.
Ήταν γι’ αυτούς ένα ταξίδι στο χρόνο, 100 χρόνια μπροστά από τη ζωή στην οποία είχαν μάθει. Στη διάρκεια της ταινίας θα δούμε και την αντίστροφη πορεία τους, την αποχώρησή τους από την Αγγλία, στην οποία ποτέ δεν ενσωματώθηκαν και την επιστροφή τους δύο χρόνια μετά στο νησί, «σε ένα μέρος ελεύθερο, όπου έχουμε τα ψάρια μας και ό,τι χρειαζόμαστε, χωρίς χρήματα, χωρίς τιμή».

Πλάνο από την ταινία. Φωτό: Hugofilm features / Tobias Nölle
Ο Loran χάρη στο φίλο του, τον ψαρά Martin, βρίσκει ένα μικρό σπιτάκι και περιμένει την απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου για την άδεια διαμονής και εργασίας του. Είναι βλέπεις άλλο πράγμα να έρχεται κανείς ως επισκέπτης και άλλο μόνιμα, η κοινότητα πρέπει να τον δεχτεί και η απόφαση θα παρθεί έναν χρόνο μετά.
Είναι κατά κάποιον τρόπο μια δοκιμασία του πενηντάχρονου Loran, ο οποίος θα προτιμούσε καταρχήν να μην εργαστεί ως γιατρός εκεί. Βοηθά στο μοναδικό σούπερ μάρκετ, κουρεύει πρόβατα, κάνει δωρεάν μαθήματα πιάνου σε παιδιά, φροντίζει ανθρώπους και ζώα. Κατασκευάζει με τα χέρια του το ολόδικό του σπίτι του πάνω σε ένα ερείπιο που βρήκε σε μια απομονωμένη παραλία.
Ντυμένος ως Ναπολέων, μαθαίνει στα λιγοστά παιδιά του μοναδικού σχολείου του νησιού την ιστορία του τόπου τους: Οι Άγγλοι κατείχαν το νησί και είχαν τοποθετήσει φρουρά για να αποτρέψουν τους Γάλλους να το χρησιμοποιήσουν το νησί και να ελευθερώσουν τον Ναπολέοντα, ο οποίος ήταν φυλακισμένος εκεί κοντά. Μετά το θάνατό του έφυγαν και έμεινε μόνο ένα άτομο με ειδική άδεια στο νησί. Στη συνέχεια ήρθαν κι άλλοι εργάτες πλοίων από Ιταλία, Ολλανδία, Αμερική και Ιρλανδία, και ίδρυσαν την κοινότητα Τριστάν, η οποία κατά βάση ζει ακόμα από την αλιεία.
Ο ίδιος ο Loran γνώρισε τον τόπο από ένα βιβλίο του Aubert Dupetit-Thouars που βρήκε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Ο Thouars, αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού, είχε κάνει στάση στο Tristan το 1793 και είχε δηλώσει ότι θεωρεί το μέρος κατεξοχήν κατοικήσιμο.

Loran Bonnardot. Πηγή: Berlinale
Από πλάνα της νεανικής του ζωής που βλέπουμε σε αρχειακό υλικό, ο Loran φαίνεται κοινωνικός, δραστήριος. Δεν ξέρουμε αν η απόδρασή του προς έναν τόσο απομακρυσμένο τόπο οφείλεται σε τάση του για μοναχικότητα ή αντίθετα, στην ανάγκη του να δημιουργήσει πιο στενούς και ουσιαστικούς δεσμούς σε έναν τόπο που απέχει παρασάγγας από το Παρίσι, έναν τόπο που δύσκολα πιστεύεις, όπως λέει, ότι πράγματι υπάρχει. Όμως, παρότι σχετίζεται καθημερινά με τους κατοίκους, το σπίτι του το μοιράζεται μόνο με ένα εξωτικό θαλασσοπούλι. Είναι σαν οι δυο τους να μοιράζονται τη μοναξιά τους, αναγκαστικά ή από επιλογή.
Προσπαθεί να προσεγγίσει την Glenda από το σούπερ μάρκετ, χωρισμένη με παιδιά. Φαίνεται σαν μια σχέση να είναι αυτό που θα συμπληρώσει το ιδεώδες που – κάπως ρομαντικά μάλλον – έχει στο μυαλό του. Εκείνη όμως προτιμά να μείνουν φίλοι. Δεν πιστεύει ότι τελικά θα μείνει στο νησί. «Λες ότι δεν ανήκεις στο Παρίσι. Μερικές φορές είναι καλό να μην ανήκεις κάπου, μπορεί να ανήκεις σε πολλά μέρη», του λέει.

Πλάνο από την ταινία. Φωτό: Hugofilm features / Tobias Nölle
Ένα χρόνο μετά, ο Loran έχει ένα νέο λυόμενο σπίτι, φτιάχνει τον κήπο του και γίνεται δεκτός πλέον από το συμβούλιο ως κάτοικος του νησιού. Το ερώτημα όμως είναι, τελικά θα μείνει; Ένα τεράστιο κρουαζιερόπλοιο στο βάθος της θάλασσας είναι αυτό που ίσως θα τον πάρει μαζί του ή που απλά θα προσπεράσει; Θα διαψευσθεί ή θα επιβεβαιωθεί η Glenda;