Συναίνεση. Λέξη φορτισμένη, λέξη χιλιοειπωμένη, συχνά κουρελιασμένη, παρερμηνευμένη, δηλητηριασμένη. Λέξη που μπορεί να σώσει, αλλά μπορεί και να καταστρέψει. Λέξη που μπήκε μόλις λίγα χρόνια πριν και στον δικό μας Ποινικό Κώδικα για να προστατεύσει, αλλά που ορθώνεται συχνά ως τείχος στις δικαστικές αίθουσες: «Τα ήθελε, τι φόραγε, πού βρισκόταν, γιατί δεν πάλεψε, γιατί δεν φώναξε, γιατί το είπε τώρα». Και τι γίνεται με τους ανηλίκους, ειδικά τους εφήβους; Μπορεί ένας ενήλικας «εμπιστοσύνης», με γνώσεις, αίγλη και εξουσία, να τους γοητεύσει και να αποσπάσει τη συναίνεσή τους; Φυσικά, αλλά πλέον δεν γίνεται δεκτό το επιχείρημα της συναίνεσης, όπως μέχρι πρόσφατα. Σε αυτό χρωστάμε πολλά στο #metoo. Στην Γαλλία ίσως χρωστάνε αρκετά και στην Vanessa Springora.

Vanessa Springora
Το βιβλίο της, Συναίνεση, (Le Consentement) που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μετρονόμος, τάραξε το 2020 τα νερά στην πατρίδα της, της Γαλλίας. Έχει μεταφραστεί σε 32 χώρες, ενώ θερμή ήταν η υποδοχή του και στην Ελλάδα. Από τον Ιανουάριο έχει γίνει η θεατρική μεταφορά του από τις Βένια Σταματιάδη (μετάφραση) και Ειρήνη Λαμπρινοπούλου (σκηνοθεσία), με τον τίτλο «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας», στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Η Springora ήρθε για πρώτη φορά στην Αθήνα καλεσμένη του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος στο πλαίσιο του κύκλου Ραντεβού στη Σίνα, όπου είχαμε την ευκαιρία να την ακούσουμε με συντονίστρια τη συγγραφέα και δημοσιογράφο Μία Κόλλια.
Το βιβλίο της αφηγείται με πολύ καθαρή ματιά, τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη στα 14 της από τον τότε 50χρονο διάσημο Γάλλο συγγραφέα Gabriel Matzneff. Διαβάζουμε όλο το χρονικό, τα παιδικά χρόνια της συγγραφέα, τον απόντα πατέρα, τη μάνα που έζησε μια αργοπορημένη εφηβεία, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και την ανάγκη για ορατότητα. Όπως γράφει δίνοντας όλο το πλαίσιο σε λίγες μόνο λέξεις: «Ένας πατέρας που υπήρχε μόνο στην απουσία του που άφησε στη ζωή μου ένα απύθμενο κενό. Ένα έντονο πάθος για τις λέξεις. Μια κάπως πρώιμη σεξουαλικότητα. Και, πάνω απ’ όλα, η τεράστια ανάγκη να με δουν. Όλα τα απαραίτητα στοιχεία ήταν, πια, στη θέση τους».

Το βιβλίο από τις εκδόσεις Μετρονόμος
Σε αυτήν λοιπόν τη συγκυρία εμφανίζεται ο G.M. που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην γαλλική διανόηση τότε, γνωστός παιδόφιλος που μάλιστα μετέφερε στα βιβλία του τα ημερολόγια με τις εμπειρίες του με ανήλικα κορίτσια, αλλά και μικρά αγόρια από φτωχές χώρες, όπως οι Φιλιππίνες. Φυσικά, με το περιτύλιγμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης που ήταν απολύτως δεκτό κυρίως από την ιντελιγκέντσια της μποέμικης δεκαετίας ’70 και ‘80 και όποιος δεν το καταλάβαινε ήταν τρομακτικά συντηρητικός. Έτσι και η μητέρα της Vanessa, με σύνθημά της το «Απαγορεύονται οι απαγορεύσεις» και παρότι ήξερε ότι ο GM είναι παιδόφιλος, συνέβαλε στην γνωριμία του με την κόρη της και αποδέχθηκε τη «σχέση», ίσως ως μια έκφραση αντίστασης στο κατεστημένο. Και ναι, η Vanessa δήλωνε γοητευμένη και ερωτευμένη με τον GM, ο οποίος την έπαιρνε από το σχολείο και την πήγαινε στο διαμέρισμά του ή στο ξενοδοχείο, αλλά πώς μπορεί να είναι αυτό αποδεκτό για μια 14χρονη που πολιορκείται στενά από έναν διάσημο, πετυχημένο 50χρονο παιδόφιλο συγγραφέα;

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
Όπως λέει η συγγραφέας: «Η δεκαετία του ‘70 στη Γαλλία ήταν, ηθικά μιλώντας, διαστροφική». Το 1977 είχαν δημοσιευθεί στην Le Monde ανοικτές επιστολές υπέρ της αποποινικοποίησης των σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων που συγκέντρωσαν τις υπογραφές της τότε διανόησης, όπως οι Ρολάν Μπαρτ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Λουί Αραγκόν, Ζαν-Πολ Σαρτρ ή η παιδοψυχίατρος Φρανσουάζ Ντολτό. Τις υπέγραφε και ο GM, αλλά μόλις το 2013 αποκαλύφθηκε ότι ήταν και ο συντάκτης τους.
«Κάποιοι ζήτησαν βέβαια αργότερα συγγνώμη, γιατί υπέγραφαν χωρίς να προσέξουν. Ο Μπαρτ κατάλαβε λάθος το κείμενο γιατί εκείνος αγωνιζόταν για αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας (το έκανε τελικά ο Μιτεράν τη δεκαετία του ’80). Η Ντολτό ήθελε να αναγνωριστεί το γεγονός ότι τα παιδιά έχουν λίμπιντο, σεξουαλικές ενορμήσεις. Η Μποβουάρ πίστευε ότι η συνάντηση με μεγαλύτερο άνδρα θα μπορούσε να είναι ευκαιρία απελευθέρωσης από μια καταπιεστική οικογένεια ή θρησκεία. Υπερασπίζονταν λοιπόν τις δικές τους ιδέες, έριξαν όμως έτσι νερό στο μύλο του παιδόφιλου GΜ που ήθελε να κάνει την παιδοφιλία να ακουστεί ως κάτι το φυσιολογικό. Είχε άλλωστε ήδη γράψει το παιδοφιλικό βιβλίο ‘Κάτω των 16’ με τρόπους αποπλάνησης των εφήβων, που όμως πέρασε κάτω από το ραντάρ της δικαιοσύνης».

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
Ως προς τους γονείς της, η συγγραφέας περιγράφει: «Μεγάλωσα σε ένα εκδοτικό περιβάλλον, η μητέρα μου ήταν ευάλωτη, από μικροαστική τάξη και θαύμαζε τους ανθρώπους του εκδοτικού χώρου – άλλωστε η δουλειά της ήταν να αναδεικνύει συγγραφείς. Σίγουρα ήταν αφελής. Ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε τη λέξη παιδόφιλος, μου είπε ‘Πρόσεξε, είναι παιδόφιλος!’. Αλλά το περιβάλλον της έβρισκε τη σχέση ροκ, γοητευτική και η μητέρα μου γρήγορα αποδέχτηκε την κατάσταση. Δεν της το συγχώρεσα για πολλά χρόνια, είχαμε συγκρουσιακή σχέση. Αφότου έγινα η ίδια μητέρα και έγραψα το βιβλίο, κάναμε μια μεγάλη συζήτηση για να δει πως δεν με προστάτευσε. Ο δε πατέρας μου ήταν ελλειμματικός, αδυνατούσε να αναλάβει πατρικές υποχρεώσεις, είχε βγει από τη ζωή μου πριν συναντήσω τον GΜ. Το δεύτερο βιβλίο μου, Πατρώνυμο (θα κυκλοφορήσει αργότερα στα ελληνικά πάλι από τις εκδόσεις Μετρονόμος) είναι αφιερωμένο σε εκείνον, που πέθανε δυο χρόνια μετά τη δημοσίευση της ‘Συναίνεσης’».

Η Vanessa Springora με τη μορφωτική ακόλουθο, Anouk Rigeade και τη σκηνοθέτιδα του έργου, Ειρήνη Λαμπρινοπούλου. Φωτό Vangelis Patsialos
«Τα παιδιά που δείχνουν πιο ώριμα, προσελκύουν το προφίλ των παιδόφιλων, οι οποίοι επιδιώκουν την απομόνωσή τους από τους συνομήλικους τους», λέει. «Σου κλέβουν κάτι που δεν ανακτάται ποτέ. Τι ισορροπία μπορεί να υπάρξει μεταξύ ενός 50χρονου ευφυή, καλλιεργημένου, διανοούμενου, με δύναμη και μιας 14χρονης μαθήτριας; Οι δε άντρες ακόμα και σήμερα δεν σοκάρονται εάν δεκατετράχρονες έχουν σχέση με πενηντάρηδες – εκτός κι αν πρόκειται για τις κόρες τους!.. Εγώ περίμενα μάταια να με σώσει κάποιος, αλλά εκτός από μια καλή μου φίλη που με βοήθησε, οι υπόλοιποι έφηβοι επαναλάμβαναν ό,τι άκουγαν στο σπίτι τους και που ήταν ενοχοποιητικό για το θύμα. Επιπλέον υπήρχε και φθόνος, σαν να ζούσα κάτι που με έκανε ξεχωριστή. Κάποιες συμμαθήτριές μου ζητούσαν μάλιστα να τον συναντήσουν. Όλα λοιπόν ήταν μετατοπισμένα σε λάθος θέση. Τον είχα ερωτευτεί τον Metzneff, πίστευα ότι είμαι συνένοχός του και μου πήρε χρόνια να καταλάβω ότι υπήρξα θύμα. Δεν στοιχειοθετούνταν τότε το έγκλημα του βιασμού στην περίπτωσή μου, λόγω συναίνεσης. Όμως υπήρχε ο,τιδήποτε άλλο εκτός από συναίνεση. Και δεν μιλάω μόνο για τη δική μου συναίνεση, αλλά και εκείνη της μητέρας μου και της κοινωνίας ολόκληρης. Είναι μια ολόκληρη αλυσίδα συναινέσεων που έπρεπε να διαλευκάνω».

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
Όπως γράφει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του βιβλίου της: «Η Σταχτοπούτα θα όφειλε να κάνει ό,τι μπορεί για να φύγει από τον χορό πριν τα μεσάνυχτα. Η Κοκκινοσκουφίτσα θα όφειλε να είναι καχύποπτη απέναντι στον λύκο και στη γοητευτική, παραπλανητική φωνή του. Η ωραία Κοιμωμένη θα έπρεπε να κρατάει το δάχτυλό της μακριά από τον ακαταμάχητο πειρασμό της ατράκτου. Η Χιονάτη θα όφειλε να αποφύγει τους κυνηγούς και επ’ ουδενί δεν θα έπρεπε να δαγκώσει εκείνο το κατακόκκινο μήλο. Τόσες πολλές προειδοποιήσεις, τις οποίες κάθε παιδί θα ήταν σοφό να ακολουθήσει κατά γράμμα».
Προφανώς ήταν συναισθηματικά δύσκολη η δημοσίευση του βιβλίου, πόσω μάλλον που η συγγραφέας ήταν η ίδια πια μητέρα. Θες συγκυρία, θες υποσυνείδητα, το βιβλίο της βγήκε όταν ο γιος της ήταν 14, όσο δηλαδή ήταν κι εκείνη στη σχέση της με τον GM. Του μίλησε για πρώτη φορά δύο μήνες πριν την έκδοση του βιβλίου της και του ζήτησε να το διαβάσει αφού γίνει 15, οπότε και το βρήκε «φανταστικό». «Κατάλαβε πολλά για μένα και για την ανωριμότητά μου. Για τους συχνά υπερβολικούς φόβους και νευρώσεις μου, να μην κοιμάται σε φιλικά σπίτια μικρός, τι θα γίνει στην κατασκήνωση κλπ. Είχα μείνει ισοβίως 14 ετών, όχι μόνο λόγω των ψυχικών τραυμάτων, αλλά κι επειδή βρέθηκα καταγεγραμμένη στο ημερολόγιο και στο βιβλίο του GΜ ως 14χρονη. Παρουσίαζε την ιστορία μας ως ερωτική και αγάπης, ενώ λειτουργούσε ως κυνηγός κι εγώ ως θήραμα. Βρέθηκα να επαναλαμβάνω το μοτίβο αυτό και στις μετέπειτα ερωτικές μου σχέσεις, με άντρες τέτοιου προφίλ, όπου η σεξουαλικότητα σήμαινε ηδονή του άλλου, όχι δική μου. Έκανα μακριά πορεία για να ανακτήσω τη σεξουαλικότητά μου, να αποκτήσω δικαίωμα στην ευχαρίστηση και ο σύντροφός μου με βοήθησε πολύ να ξαναβρώ την εμπιστοσύνη μου στην ανθρωπότητα».

Η Vanessa Springora με τη Μία Κόλλια στην εκδήλωση του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος. Φωτό Vangelis Patsialos
Η συγγραφή ήταν μια μακρά και δύσκολη διαδικασία για την Vanessa, που όμως δεν τη μετανιώνει. «Είχα αρχίσει να γράφω χαλαρά με σημειώσεις, σαν μυθιστόρημα, σαν να κρύβομαι πίσω από ένα τρίτο πρόσωπο. Δύο χρόνια αφότου το είχα στο συρτάρι, αποδέχθηκα το πρώτο πρόσωπο. Μου φάνηκε πιο δίκαιο. Ήταν σημαντικό για μένα να διηγηθώ την ιστορία από την πλευρά του θύματος, όχι του θύτη όπως στη Λολίτα του Ναμπόκοφ. Δεν σκεφτόμουν να το δημοσιεύσω, αλλά ο σύντροφός μου που το διάβασε πρώτος, με παρακίνησε. Τήρησα μια χρονικότητα, ήθελα να δώσω μια κάπως πιο ψυχρή εικόνα, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης τα πράγματα, χωρίς να τον κατακλύζω με τα δικά μου συναισθήματα. Δεν είναι απλά μια μαρτυρία, αλλά μια συλλογιστική που αναπτύσσω και μοιράζομαι. Ένιωσα απελευθερωμένη γράφοντάς το, αλλά φυσικά σκεφτόμουν τις συνέπειες σε επαγγελματικό επίπεδο, κυρίως από άντρες που υποστήριζαν τον GM».

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
«Το βιβλίο επιδιόρθωσε πολλά, ήταν σημαντικό να μπορέσω να αποκαλύψω την ιστορία στο περιβάλλον μου, αλλά και να αποδώσω ευθύνη σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο GΜ έβγαζε βιβλία στον οίκο Gallimard, δημοσίευε επιστολές, αποπλανούσε παιδιά στη Γαλλία και σε υπανάπτυκτες χώρες, και μετά δημοσίευε τα κατορθώματά του, τα εγκλήματα του δηλαδή, όπως τα κατέγραφε στα προσωπικά του ημερολόγια, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόβλημα. Το 2013 πήρε μάλιστα το περίφημο λογοτεχνικό βραβείο Renaudot και αυτό πια πυροδότησε το βιβλίο μου».

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
Στη θεατρική παράσταση, την οποία παρακολούθησε και η συγγραφέας, μεταφέρθηκε πιστά η ιστορία της, με το ενδιαφέρον μάλιστα εύρημα του σκηνικού διαλόγου μεταξύ της ανήλικης και της ανήλικης ηρωίδας. Μάλιστα, προς μεγάλη χαρά της Springora, προβλήθηκαν αποσπάσματα από μια θρυλική εκπομπή το 1990, την ‘Apostrophes’, με καλεσμένο τον Matzneff. Άνετος ο παρουσιαστής διάβαζε απόσπασμα από το ημερολόγιο του GΜ μιλώντας για το «χαρέμι των νεαρών ερωμένων του», λέγοντας του ότι είναι ειδήμων στις έφηβες κοπέλες, οι δε καλεσμένοι γελούσαν. Μόνο μια Καναδή καλεσμένη συγγραφέας, η Ντενίζ Μπομπαρντιέ, τρέμοντας από οργή δήλωσε σκανδαλισμένη που ένας τέτοιος άνθρωπος, ‘γνωστός υπερασπιστής της παιδεραστίας’, φιλοξενείται σε γαλλικό κανάλι, για να πάρει την απάντηση από τον GΜ, ότι «ποτέ καμία από τις νεαρές δεν είχε παραπονεθεί για τη σχέση μαζί του»…
Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, έγινε δικαστική έρευνα με επιστολές που βρίσκονταν στην Αστυνομία Ανηλίκων, χωρίς να συμβεί κάτι. Ο GΜ, 88 ετών σήμερα, έμεινε ανέγγιχτος – εκτός του ότι έχασε το επίδομα ισόβιας σύνταξης που λάμβανε, το διαμέρισμα που του είχε εξασφαλίσει ο δήμος και βέβαια την κατακραυγή. «Το βιβλίο μου για εκείνον ήταν το μοναδικό στη Γαλλία Έλαβα πολλά μέιλ από κόσμο, είναι τρομακτικά πόσα τέτοια περιστατικά υπάρχουν. Το να μιλάς απελευθερώνει. Και ο κόσμος ακούει πλέον διαφορετικά αυτά τα αφηγήματα».

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
Η συγγραφέας μιλά για την πατριαρχία που ακόμα είναι εμφανής, αλλά και για την οικογένεια ως βασικό κύτταρό της. Για τις γυναίκες που έχουν μείνει αόρατες στην Ιστορία και στην επιστήμη, που μπορεί να γίνονται συνένοχες ανατρέφοντας διαφορετικά τ’ αγόρια από τα κορίτσια και που συχνά προτιμούν να κρατήσουν το ρόλο της ‘πλανεύτρας’ που γοητεύει τους άντρες, παρά να βοηθήσουν μια άλλη γυναίκα ή που θεωρούν τις γυναικείες διεκδικήσεις υστερικές. «Όταν χωριζόμαστε οπισθοδρομούμε. Πρέπει να είμαστε αλληλέγγυες», τόνισε.
Η Springora δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη δικαστική οδό, όταν πλέον ήταν έτοιμη να μιλήσει, γιατί τα σεξουαλικά εγκλήματα παραγράφονταν στα δέκα χρόνια. Τώρα πλέον παραγράφονται 30 χρόνια από την ενηλικίωση του θύματος. «Τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Κι όμως, τα σεξουαλικά εγκλήματα στην παιδική ηλικία είναι εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», λέει χαρακτηριστικά.

Από την παράσταση “Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας”
Η συγγραφέας, που βρήκε την ερωτική αλληλογραφία στην οποία την είχε παρασύρει ο Matzneff από τα 14 της, δημοσιευμένη σε βιβλίο χωρίς να έχει ζητηθεί και δοθεί ποτέ, ούτε κι εκεί, η συναίνεσή της, δίνει στο επίμετρο του βιβλίου της μια «προειδοποίηση» για τον αναγνώστη: «Ορισμένα από τα βιβλία του GM ανάμεσα στις γραμμές ή και απροκάλυπτα, συνιστούν απολογία για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Η λογοτεχνία μπορεί να θεωρείται υπεράνω ηθικής κρίσης, ωστόσο είναι ευθύνη των εκδοτών να θυμούνται πως μια σεξουαλική σχέση μεταξύ ενήλικου και ανήλικου είναι έγκλημα. Δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να ειπωθεί αυτό – αφού ακόμη κι εγώ μπορώ να το γράψω».
Η Vanessa Springora γεννήθηκε το 1972 στο Παρίσι και είναι Γαλλίδα συγγραφέας, εκδότρια και σκηνοθέτις. Σπούδασε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και το 2003 ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της στο Εθνικό Ινστιτούτο Οπτικοακουστικού Υλικού (Institut national de l’audiovisuel), όπου εργάστηκε ως συγγραφέας και σκηνοθέτις. Από το 2006 εντάχθηκε στον εκδοτικό οίκο Éditions Julliard, στον οποίο ανέλαβε αρχικά καθήκοντα βοηθού σύνταξης και το 2019 προήχθη σε διευθύντρια του οίκου.
Η Vanessa Springora θεωρείται σήμερα μία από τις πιο σημαντικές φωνές της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας που ανέδειξαν με θάρρος ζητήματα εξουσίας, σιωπής και γυναικείας αυτοδιάθεσης μέσα από την προσωπική τους μαρτυρία.