MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΔΕΥΤΕΡΑ
09
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Υβόννη Μαλτέζου: Αν με τον όρο «νέα» εννοούμε ανοιχτή στην εμπειρία, τότε ναι, είμαι νέα

Η σπουδαία ηθοποιός Υβόννη Μαλτέζου εκτιμά πως το θέατρο δεν φτιάχνεται με τον ίδιο σεβασμό που γινόταν παλαιότερα. Πιστεύει πως τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί η γρήγορη αντιμετώπιση στη θεατρική διαδικασία κι αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει, αρκετές φορές, στην προχειρότητα.

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 09.02.2026 Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς

Πριν κάτσει στο διπλανό τραπέζι, μια κυρία, θαμώνας του «Golden Cup» της απευθύνεται με χαμόγελο λέγοντας της το απλούστερο και το ουσιαστικότερο: «πολύ μας αρέσετε». Μοιραία και ακαριαία το πρόσωπο της Υβόννης Μαλτέζου χάνει για λίγο από τη συστολή του, φωτίζεται και ανταποδίδει το χαμόγελο.

Ναι, η ηθοποιός με την 60ετή πείρα – μπήκε στο θέατρο ανήλικο κορίτσι – με το προνόμιο να ανήκει στον πυρήνα του Ελεύθερου Θεάτρου, μιας από τις πλέον ιστορικές και μαχητικές θεατρικές ομάδες της χώρας, δεν έχει παραιτηθεί από τη συστολή. Δεν είναι μεγαλόστομη, προσέχει την κάθε λέξη που θα μεταχειριστεί, μιλάει διαρκώς για τον σύντροφο της ζωής της (και πρόσφατα εκλιπόντα) Λάκη Παπαστάθη, δεν εργαλειοποιεί το μαχητικό παρελθόν της, ούτε καν την ερευνητική της περιέργεια που τη συνοδεύει μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Αυτήν που την φέρνει στην πρωταγωνιστική ομάδα του «Βυσσινόκηπου», τον οποίο και σκηνοθετεί ο Έκτορας Λυγίζος για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου. Και πάλι, η Υβόννη Μαλτέζου που κουβαλάει το χιλιοσημειωμένο κείμενο του τσεχωφικού αριστουργήματος στην τσάντα της –  κι ας μην έχει σήμερα πρόβα – παρατηρεί πως έχει ένα «μικρό ρόλο» στην παράσταση. Τι κι αν μέσα της έχει πάρει άλλες διαστάσεις, αφού την κρατά παρούσα στην σύγχρονη θεατρική διαδικασία και μάλιστα σε έργο του αγαπημένου της Τσέχωφ.

Φαίνεται πως δεν άλλαξαν πολλά από το 15χρονο κορίτσι που, διστακτικά κι ονειροπόλα, παρακολουθούσε από την κουΐντα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά «Έγκλημα και τιμωρία», συμμετέχοντας τότε στο θίασο Αλεξανδράκη – Γεωργούλη. Εκείνα τα βράδια που αποφάσισε πως θα γίνει ηθοποιός και ποτέ δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.

“Αναζητώ τις συναντήσεις με σκηνοθέτες που εκτιμώ και σέβομαι τη δουλειά τους. Επιδιώκω να συμμετέχω σε δουλειές που θα ήθελα πραγματικά να είμαι μέρος τους” σχολιάζοντας τη συμμετοχή της στη διανομή του “Βυσσινόκηπου”.

Γνωρίζω πολύ λίγες ηθοποιούς της γενιάς και της εμπειρίας σας που συμμετέχουν σταθερά σε παραστάσεις, οι οποίες συνομιλούν με το ερευνητικό θέατρο.

Και ο «Βυσσινόκηπος» είναι μια απαιτητική παράσταση, αφού είναι έργο συνόλου. Αν και έχω μικρό ρόλο, βρίσκομαι συνέχεια επί σκηνής. Ο Έκτορας (Λυγίζος) θέλει να το παρουσιάσει σαν ένα πολυφωνικό έργο που στηρίζεται στη μουσική, στο ρυθμό, στο λόγο και στη σιωπή. Δέκα ηθοποιοί παραμένουμε στη σκηνή καθ’όλη τη διάρκεια της παράστασης: πολύ γοητευτική ως συνθήκη, μα και με απαιτήσεις.

Σας καλούν να παίξετε σε τέτοιες παραστάσεις ή το επιδιώκετε κιόλας;

Συμβαίνουν και τα δύο: Και, από τη μεριά μου, προσπαθώ να πηγαίνω προς τα εκεί και μου προτείνουν αντίστοιχα πράγματα. Θέλω να συνεργάζομαι με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν το θέατρο με διαφορετικό τρόπο, με πιο αντισυμβατική, ασυνήθιστη ματιά, όπου ενυπάρχει το στοιχείο της αναζήτησης – και όχι τόσο της ανάγκης να αναδειχθεί μια εμπορική παράσταση. Γενικά, κι εγώ η ίδια αναζητώ τις συναντήσεις με σκηνοθέτες που εκτιμώ και σέβομαι τη δουλειά τους. Επιδιώκω να συμμετέχω σε δουλειές που θα ήθελα πραγματικά να είμαι μέρος τους.

Θέλω να συνεργάζομαι με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν το θέατρο με διαφορετικό τρόπο, με πιο αντισυμβατική, ασυνήθιστη ματιά, όπου ενυπάρχει το στοιχείο της αναζήτησης – και όχι τόσο της ανάγκης να αναδειχθεί μια εμπορική παράσταση

Ήταν πάντα έτσι τα πράγματα;

Ναι, από την αρχή της πορείας μου. Ίσως όταν ήμουν νέα να με παρέσυραν και τα γεγονότα της ζωής, της ιστορίας, της εποχής προς τα εκεί· αλλά στη διαδρομή αυτό έγινε τρόπος δουλειάς. Το Ελεύθερο Θέατρο δηλαδή, ήταν γέννημα της εποχής του. Ήμασταν μια ομάδα παιδιών που αποφοιτήσαμε από το Εθνικό Θέατρο και είτε έπρεπε να ενταχθούμε στις εμπορικές σκηνές, είτε να μείνουμε στο Εθνικό Θέατρο – όπου εν μέσω Δικτατορίας ήταν ελεγχόμενο και ήμασταν υποχρεωμένοι να υπογράψουμε ένα κείμενο πως συναινούμε με το καθεστώς. Τότε, λοιπόν, ήταν η ανάγκη που μας ώθησε να συνασπιστούμε και να δημιουργήσουμε ένα θέατρο ποιότητας. Όσο ασαφές κι ήταν αυτό στο μυαλό μας αρχικά, πολύ γρήγορα διαμορφώθηκε σε ένα πολιτικό θέατρο.

Θα λέγατε πως η ομάδα του Ελεύθερου Θεάτρου ήταν περισσότερο καλλιτεχνικός ή πολιτικός χώρος;

Η αντιπαράθεση μας με την Δικτατορία μας οδήγησε προς τα εκεί, ήταν μονόδρομος. Ευτυχώς, δεν ήμασταν μόνοι σε αυτήν την αντιπαράθεση: υπήρξε ένας κόσμος που μας αγκάλιασε, μας στήριξε, παρακολουθούσε τη δουλειά μας – κυρίως φοιτητές, άνθρωποι της νέας γενιάς, πιο ενεργοί, πιο σκεπτόμενοι. Αλλά το πολιτικό διακύβευμα ήταν αυτό που μας έσπρωξε να αναζητήσουμε καινούργιες φόρμες, στιβαρό λόγο και συνάμα σατιρικό και υπαινικτικό για να μπορούν να περάσουν τα κείμενα από τη λογοκρισία. Λειτουργούσαμε ως εστία αντίστασης τόσο για τους εαυτούς μας αλλά και, πιστεύω, για τον κόσμο που μας παρακολουθούσε. Ήμουν τυχερή που βγαίνοντας από τη σχολή βρήκα ανθρώπους με κοινό όραμα και επιδιώξεις, ανθρώπους με τους οποίους μπορούσα να συνεννοηθώ για τα αυτονόητα. Γίναμε η επαλήθευση της σύμπλευσης.

Μιλώντας για το ξεκίνημα της στο θέατρο: “Ήμουν τυχερή που βγαίνοντας από τη σχολή βρήκα ανθρώπους με κοινό όραμα και επιδιώξεις, ανθρώπους με τους οποίους μπορούσα να συνεννοηθώ για τα αυτονόητα. Γίναμε η επαλήθευση της σύμπλευσης”.

Νωρίτερα, στην εφηβεία σας, είχατε προλάβει να πάρετε μια γεύση από το σινεμά. Τι ανακαλείτε από αυτή την άγουρη εμπειρία;

Ξεκίνησα πράγματι πολύ νέα, με κάποιες ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, όπου είχα μικρές συμμετοχές και συνάμα έπαιζα σε παραστάσεις παιδικού θεάτρου. Ήταν επιλογές που έκανα κυρίως για λόγους επιβίωσης, μια εμπειρία που είχα πριν καν μπω στη δραματική σχολή του Εθνικού. Αν και η μητέρα μου με βοηθούσε σε αυτό: ήθελε να γίνω ηθοποιός.

Μήπως είχε ‘διαβάσει’ κάτι στις δυνατότητες σας;

Ίσως, αλλά την γοήτευε η τέχνη. Και είχε την πίστη πως μέσα από τη δουλειά αυτή θα κέρδιζα τη ζωή μου πιο εύκολα. Φυσικά, όταν μπήκα στο Ελεύθερο Θέατρο την απογοήτευσα – εκεί οι όροι του βιοπορισμού μας ήταν δύσκολοι.

Tο πολιτικό διακύβευμα ήταν αυτό που μας έσπρωξε ως ομάδα του Ελεύθερου Θεάτρου να αναζητήσουμε καινούργιες φόρμες, στιβαρό λόγο και συνάμα σατιρικό και υπαινικτικό. Λειτουργούσαμε ως εστία αντίστασης

Σας επηρέασε η μητέρα σας ή το θέατρο ήταν δική σας απόφαση;

Όχι, ήταν ολότελα δική μου. Κι εγώ, σαν τη Νίνα στο «Γλάρο» του Τσέχωφ, είπα «ο κύβος ερρίφθη, θα βγω στο θέατρο». Στα 16 μου χρόνια έδωσα εξετάσεις στη δραματική του Εθνικού και παράλληλα φοιτούσα στο Γυμνάσιο. Θυμάμαι το πρωί να πηγαίνω στο σχολείο και στις 16.00 να ξεκινάω για τη δραματική σχολή απ’ όπου έφευγα στις 22.00 το βράδυ. Αλλά ήμουν νέα και άντεχα – εξάλλου το ήθελα τόσο πολύ.

Υπήρξε κάποια καθοριστική στιγμή μέσα σας ως προς την απόφαση;

Είχα την τύχη να παίξω σε μια παράσταση με το θίασο του Αλέκου Αλεξανδράκη και της Αλίκης Γεωργούλη, στα 15 μου χρόνια – ακόμα πιο νέα. Ήταν το «΄Εγκλημα και τιμωρία» όπου τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει ο Γιώργος Σεβαστίκογλου. Εγώ υποδυόμουν την κόρη του Μαρμελάντοφ. Θυμάμαι, πως κάθε βράδυ, δεν πήγαινα στα καμαρίνια όπου έπρεπε να διαβάσω τα μαθήματα μου για το σχολείο· αντίθετα, έμενα στα παρασκήνια και παρακολουθούσα ολόκληρη την παράσταση. Αυτή η εμπειρία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση μου να γίνω ηθοποιός. Εκεί μαγεύτηκα.

Μελετώντας Τσέχωφ στα διαλείμματα της φωτογράφισης.

Μετανιώσατε ποτέ για το δρόμο που επιλέξατε τόσο νωρίς;

Ποτέ. Δεν μπήκα ποτέ στο δίλημμα θέατρο ή κάτι άλλο. Δεν μπήκα καν στο δίλημμα τί επάγγελμα θ’ ακολουθήσω. Κι αυτό ήταν λυτρωτικό για μένα.

Χαρές ή δυσκολίες; Τι υπερέχει μέσα σε 50 χρόνια καριέρας;

Δεν θα ισχυριστώ ότι συνάντησα ιδιαίτερες δυσκολίες· είναι οι δυσκολίες και οι τριβές που συναντάει κάθε εργαζόμενος. Και σε εμάς υπερίσχυε η επιθυμία, η πίστη και η αγάπη για την τέχνη που εξουδετέρωνε τα προβλήματα. Δεν αισθάνθηκα ποτέ υποχρέωση δουλεύοντας ως ηθοποιός, ούτε καν βίωσα την αίσθηση της ρουτίνας. Αναζητώντας καινούργια πράγματα, ανανεωνόμουν διαρκώς.

Η μητέρα μου με βοηθούσε σε αυτό: ήθελε να γίνω ηθοποιός

Έχει σημασία για εσάς να παραμένετε νέα μέσα στην αναζήτηση;

Αν με τον όρο «νέα» εννοούμε το να είμαι ανοιχτή στην εμπειρία, στην περιέργεια, στην αμφιβολία και στη μάθηση, τότε ναι, υπό αυτή την έννοια είμαι νέα. Η αναζήτηση είναι κινητήριος δύναμη για μένα.

Μια αναζήτηση που δεν έχει στερέψει μέχρι σήμερα;

Όχι, σε καμία περίπτωση.

“Όπως έχει πει και ο Κλιντ ΄Ιστγουντ, δεν θέλω να αφήσω τα γηρατειά να μπουν στο σπίτι μου. Θέλω να είμαι πάντα δραστήρια, κοινωνική, χαρούμενη – πράγματα που, απλόχερα, μου προσφέρει η δουλειά μου”, ξεκαθαρίζει.

Είναι κλισέ αν σας ρωτήσω γιατί παίζετε ακόμα;

Γιατί όπως έχει πει και ο Κλιντ ΄Ιστγουντ, δεν θέλω να αφήσω τα γηρατειά να μπουν στο σπίτι μου. Θέλω να είμαι πάντα δραστήρια, κοινωνική, χαρούμενη – πράγματα που, απλόχερα, μου προσφέρει η δουλειά μου.

Σας απασχολεί το πέρασμα του χρόνου;

Είναι μια φυσική εξέλιξη που προσπαθώ να αποδεχθώ και να καταπολεμήσω την αγωνία της. Και ο Λάκης (Παπαστάθης) έλεγε ότι πρέπει να ζεις με αξιοπρέπεια και με αξιοπρέπεια να τελειώνεις τη ζωή σου.

Δεν αισθάνθηκα ποτέ υποχρέωση δουλεύοντας ως ηθοποιός, ούτε καν βίωσα την αίσθηση της ρουτίνας

Στο θέατρο κάνατε αυτά που θέλατε, σε επίπεδο ρόλων; Η΄ δεν σας απασχόλησε αυτό το κομμάτι;

Πριν από χρόνια, με ξαναρώτησαν το ίδιο πράγμα. Και είχα πει ότι θα ήθελα να παίξω ρόλους σε έργα του Άντον Τσέχωφ και της Λούλας Αναγνωστάκη. Το πρώτο έχει αρχίσει να υλοποιείται – έχω ήδη συμμετάσχει στις «Τρεις αδερφές» του Δημήτρη Καραντζά και τώρα έρχεται ο «Βυσσινόκηπος», για τον οποίο ομολογώ πως ανυπομονώ. Αλλά και η Αναγνωστάκη νομίζω θα μου συμβεί. Βλέπετε, πιστεύω στη δύναμη της επιθυμίας.

Πως βιώνετε την εμπειρία στον Τσέχωφ, παρότι – όπως είπατε – κρατάτε ένα μικρό ρόλο.

Δεν με απασχολεί η έκταση του ρόλου, όσο το συμβάν του θεάτρου και η καθαυτή συμμετοχή μου σε ένα από τα πιο ώριμα έργα του Τσέχωφ. Είναι ένα έργο που θέτει σπουδαία ερωτήματα, βρισκόμαστε πάνω στην αλλαγή του αιώνα όπου η Ρωσία δονείται από ιστορικές ανατροπές: ξεπέφτει η αριστοκρατία, η φεουδαρχία και ανέρχονται οι αστοί, τα παιδιά των χωρικών που δουλεύουν και αποκτούν χρήματα, δύναμη. Επίσης, με συγκινεί πως ο Τσέχωφ, 130 χρόνια πριν, εκφράζει μια βαθιά ανησυχία για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή. Πάντα αντλούσε έμπνευση μέσα από τις εικόνες της υπαίθρου κι αυτό έχει αποτυπωθεί και στο «Βυσσινόκηπο» και στο «Θείο Βάνια»: και στα δύο έργα εκθέτει την αποστροφή του για την καταστροφή της φύσης. Ο ήχος από το τσεκούρι που κατακρεουργεί το «Βυσσινόκηπο» για να χτιστούν πολυτελείς εξοχικές κατοικίες κρύβει κάτι δυσοίωνο για το μέλλον.

“Πιστεύω στη δύναμη της επιθυμίας” δηλώνει, εκφράζοντας την επιιθυμία της να δοκιμαστεί σε έργα Τσέχωφ και Αναγνωστάκη.

Έχετε ζήσει κι εσείς εποχές μεγάλων μεταβάσεων. Η τρέχουσα χρονική περίοδος είναι είναι μια τέτοια, αλλά ήδη αναφερθήκατε στην Επταετία, σε μια εποχή κατάλυσης της Δημοκρατίας.

Νομίζω πως, στις μέρες μας, δοκιμάζεται και πάλι, η παγκόσμια σταθερότητα. Έχω μεγάλη ανησυχία και αγωνία και προσωπικά προσεύχομαι να νικήσει η λογική. Φοβάμαι για το πως θα κρατηθούν οι ισορροπίες, αν θα υπάρξει σεβασμός στο διεθνές δίκαιο και όχι στο νόμο του ισχυρού. Φοβάμαι για την επιβολή αυτής της νοοτροπίας, της ιδεολογίας Τραμπισμού που πάει να επιβληθεί σε όλα. Ξεπηδούν διαρκώς καινούργια τέρατα, στην Αμερική βλέπουμε έναν παρακρατικό μηχανισμό μασκοφόρων να δολοφονούν άοπλους πολίτες εν ψυχρώ, να αρπάζουν ανθρώπους μέσα από τα σπίτια τους και ν’ αφήνουν ορφανά τα παιδιά τους. Δεν μπορώ να κρύψω ότι φοβάμαι για το τι έπεται. Αγωνιώ για το αν θα επιβιώσει ο ανθρωπισμός.

Ανήκετε στη γενιά που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο.

Και ακολούθησε η γενιά που θέλησε να σώσει τον κόσμο.

Δεν με απασχολεί η έκταση του ρόλου, όσο το συμβάν του θεάτρου και η καθαυτή συμμετοχή μου σε ένα από τα πιο ώριμα έργα του Τσέχωφ

Ματαιώθηκαν και οι δύο. Πως νιώθετε γι’ αυτό;

Ασφυξία, λύπη, δυσαρέσκεια και αγωνία για το δυσοίωνο μέλλον. Ο Σαββόπουλος έχει πει κάτι πολύ ωραίο «πέρασαν τα ωραία χρόνια. Θα ξανάρθουν; Για τώρα δεν το βλέπω. Ίσα – ίσα που καινούργια τέρατα ξεφυτρβασίλ

Μιλώντας για την τρέχουσα κατάσταση στο πολιτικό μέτωπο της Αριστεράς λέει: “Η Αριστερά είναι κατακερματισμένη, διασπασμένη εδώ κι εκεί. Μακάρι, να βρει τη δύναμη και να ανασυσταθεί για το καλό της χώρας”.

Σας έχει απογοητεύσει ο άνθρωπος;

Ασφαλώς! Και ποιος δεν έχει νιώσει απογοήτευση από ανθρώπινες πράξεις; Αλλά δεν έχουν χαθεί, πιστεύω, και οι πυρήνες ανθρωπινότητας και αντίστασης ενάντια στη βία και στην καταπίεση. Ας είναι μικρές – είναι μια ελπίδα.

Η Αριστερά, στην οποία ανήκατε, έχει πάψει να αποτελεί έναν τέτοιο πόλο, παγκοσμίως.

Η Αριστερά είναι κατακερματισμένη, διασπασμένη εδώ κι εκεί. Μακάρι, να βρει τη δύναμη και να ανασυσταθεί για το καλό της χώρας. Αλλά κι έξω από τα κόμματα, πρέπει να βρούμε τρόπο να υπερασπιζόμαστε τις αξίες μας. Για τις εγκληματικές παραλείψεις που έγιναν εργοστάσιο της «Βιολάντα», για τις γυναίκες που χάθηκαν εν ώρα δουλειάς, για τους νεκρούς στα Τέμπη. Έκλαιγα μέρες, αλλά δεν φτάνει η θλίψη. Πρέπει να δραστηριοποιηθούμε, κάτι να κάνουμε.

Φοβάμαι για την επιβολή αυτής της νοοτροπίας, της ιδεολογίας Τραμπισμού που πάει να επιβληθεί σε όλα. Ξεπηδούν διαρκώς καινούργια τέρατα. Αγωνιώ για το αν θα επιβιώσει ο ανθρωπισμός

Αυτή η συναισθηματική κινητικότητα εκπορεύεται από την προσωπικότητα σας ή τις πολιτικές ιδέες σας;

Από πολύ νέα μπήκα στην Αριστερά. Και το ένα συνδέεται με το άλλο.

Βέβαια, τότε είχε μεγάλο κόστος να είναι κανείς Αριστερός. Ωστόσο, εσείς δεν επιδιώξατε ποτέ να επενδύσετε στο πολιτικό σας προφίλ.

Δεν θέλησα να το εξαργυρώσω. Είναι μια επιλογή που έκανα στη ζωή μου, ανήκει στις αποσκευές μου, αλλά δεν θέλησα να κερδίσω κάτι από αυτό – αλίμονο.

Δεν πάψατε να είστε ένα πολιτικό ον. Από τα νεανικά σας χρόνια – όταν συλληφθήκατε επί Χούντας – μέχρι σήμερα. Θα λέγατε πως έχετε υπάρξει αγωνίστρια;

Δεν μπορώ να ενστερνιστώ τέτοιες ταμπέλες. Έχω μέσα μου βαθιά ριζωμένο το αίσθημα του δικαίου. Κι αν έχω αγωνιστεί για το δίκαιο, την ελευθερία, τη Δημοκρατία, την ισότητα δεν το έχω κάνει μέσα από κόμματα ή άλλα πολιτικά σχήματα. Ούσα ηθοποιός κατάλαβα το πόσο μπορεί να αλλάξει τις ζωές μας και τις σκέψεις μας, η τέχνη και η δημιουργία.

Άρα το θέατρο σας έχει τροφοδοτήσει με ελπίδα.

Προσωπικά, το θέατρο με έχει βοηθήσει πολύ να καταλαβαίνω και να υπερασπίζομαι τον άνθρωπο. Αλλά και γενικότερα, ο ποιητικός λόγος του θεάτρου απευθύνεται στις συνειδήσεις των θεατών κι αυτό απαιτεί χρόνο προκειμένου να μετασχηματιστεί σε γνώση και βεβαιότητα. Όπως έλεγε και ο Βασίλης Παπαβασιλείου «η τέχνη δεν είναι διακόσμηση της πραγματικότητας, ούτε παρηγοριά, αλλά τρόπος γνώσης. Το θέατρο είναι εκ φύσεως πολιτικό, όχι επειδή υπηρετεί κόμματα και συνθήματα, αλλά επειδή φωτίζει την ανθρώπινη κατάσταση μέσα στην Ιστορία».

Η ιδεολογική τοποθέτηση μου είναι μια επιλογή που έκανα στη ζωή μου, ανήκει στις αποσκευές μου, αλλά δεν θέλησα να κερδίσω κάτι από αυτό – αλίμονο

Αναρωτιέμαι αν το θέατρο σας έχει απογοητεύσει – όχι ως πρακτική αλλά ως τρόπος.

Νομίζω ότι το θέατρο δεν φτιάχνεται με τον ίδιο σεβασμό που γινόταν παλαιότερα. Τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί η γρήγορη αντιμετώπιση στη θεατρική διαδικασία κι αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει αρκετές φορές στην προχειρότητα. Αυτή η διαπίστωση δεν αφορά μόνο στο θέατρο, αλλά σε όλες τις τέχνες. Έχει στερέψει το βάσανο, με την έννοια της ζύμωσης. Προφανώς και η εποχή είναι διαφορετική, αλλά στο Ελεύθερο Θέατρο υπήρχε παιδεμός. Μπαίναμε στην πρόβα στις 14.00 το μεσημέρι και βγαίναμε μετά τα μεσάνυχτα.

Παρατηρώντας τον τρόπο που γίνεται θέατρο σήμερα, επισημαίνει: “θα ήθελα να λείπει η ευκολία, η βιασύνη. Και ο φόβος του ταμείου που επηρεάζει τις καλλιτεχνικές επιλογές”.

Πιστεύετε πως λείπουν από την σύγχρονη ελληνική τέχνη κοιτίδες αμφισβήτησης;

Υπάρχουν κοιτίδες αμφισβήτησης, αλλά δεν στηρίζονται όσο θα έπρεπε από την Πολιτεία. Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ενισχυθεί η θεατρική έρευνα.

Άλλαξε και η εποχή: από τη συνθήκη της ομάδας, περάσαμε στην παντοκρατορία του σκηνοθέτη.

Κι εμείς οι ίδιοι βιώσαμε την αλλαγή στο Ελεύθερο Θέατρο: από τη συλλογικότητα περάσαμε στην παρουσία του σκηνοθέτη· ένα πρόσωπο χωρίς το οποίο δεν ξέρω αν, σήμερα, μπορεί να γίνει θέατρο. Φοβάμαι πως οι δυσκολίες του να υπηρετείται ένα συλλογικό σχήμα, δεν μπορούν να ξεπεραστούν στις μέρες μας. Με την έννοια, ότι η συλλογικότητα έχει ανάγκη κι από έναν άλλο τρόπο ζωής, όχι τον σημερινό ατομικό τρόπο, αλλά τον κοινοβιακό. Από την άλλη, νομίζω πως ένας καλός σκηνοθέτης μπορεί να μεθοδεύσει την ομόνοια μέσα στην πρωταγωνιστική ομάδα και η ομάδα, με τη σειρά της, να τον τροφοδοτεί. Παρόλα αυτά, αισθάνομαι πως σε όλους μας λείπει ο χρόνος· δεν μπορεί να ανεβαίνει μια παράσταση με ένα μήνα προβών.

Δεν μπορώ να ενστερνιστώ την ταμπέλα της αγωνίστριας. Έχω μέσα μου βαθιά ριζωμένο το αίσθημα του δικαίου. Κι αν έχω αγωνιστεί για το δίκαιο, την ελευθερία, τη Δημοκρατία, την ισότητα δεν το έχω κάνει μέσα από κόμματα ή άλλα πολιτικά σχήματα

Τι άλλο σας λείπει στο θέατρο σήμερα;

Θα σας απαντήσω ανάποδα: θα ήθελα να λείπει η ευκολία, η βιασύνη. Και ο φόβος του ταμείου που επηρεάζει τις καλλιτεχνικές επιλογές.

Εκπαιδευτήκατε να αποφεύγετε τις κακοτοπιές αυτές;

Ναι, αλλά είχε κόστος. Έπρεπε να πω πολλά «όχι».

Από την άλλη, συμπληρώνατε την παρουσία σας μέσα από το σινεμά.

Έχω μεγάλη αγάπη για τον κινηματογράφο κι όχι τόσο για την τηλεόραση – αν και ομολογουμένως έχω σταθεί τυχερή δουλεύοντας, πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση, σε μια σειρά όπως το «Είσαι το ταίρι μου». Θυμάμαι πως είχαμε στη διάθεση μας 8-9 ημέρες για να γυρίσουμε ένα επεισόδιο κι αυτό έκανε μεγάλη διαφορά στο ποιοτικό αποτέλεσμα.

Για τον άνδρα της, τον κινηματογραφικό σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη: “την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε μας ένωσε το ίδιο αίτημα για ελευθερία έκφρασης και ανεξαρτησίας”.

Ο άνδρας σας, ο κινηματογραφιστής Λάκης Παπαστάθης υπήρξε και σκηνοθέτης σας. Πόσο σας καθόρισε το όραμα του;

Από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε με τον Λάκη μας ένωσε το ίδιο αίτημα για ελευθερία έκφρασης και ανεξαρτησίας. Ήταν ένας παθιασμένος, ενθουσιώδης, πείσμων άνθρωπος για την Τέχνη του και αυτό το έβλεπα να συμβαίνει, καταγραφόταν μέσα μου. Ο Λάκης Παπαστάθης ήταν πάντα για μένα ένα πρόσωπο αναφοράς στην Τέχνη για τον τρόπο που λειτουργούσε δημιουργικά και κατ’ επέκταση για τον τρόπο που εξέφραζε την αγάπη του προς τον άνθρωπο. Θυμάμαι να λέει κάθε φορά που πήγαινε σε γύρισμα για μια ταινία του ή για κάποιο επεισόδιο του «Παρασκηνίου» πως «είχε το αίσθημα της αποστολής – και μάλιστα μιας επικίνδυνης αποστολής». Κι αυτό το υπηρετούσε φανατικά κι ανένδοτα.

΄Ηταν κάτι που ενστερνιστήκατε κι εσείς στην πορεία των πραγμάτων;

Οπωσδήποτε με οδήγησε. Ακόμα το προσπαθώ. Ο Λάκης υπερασπιζόταν την τέχνη ως κάτι το υψηλό· έτσι θέλω να την υπερασπίζομαι κι εγώ.

Ο Λάκης ήταν πάντα για μένα ένα πρόσωπο αναφοράς στην Τέχνη για τον τρόπο που λειτουργούσε δημιουργικά. Θυμάμαι να λέει κάθε φορά που πήγαινε σε γύρισμα πως «είχε το αίσθημα της επικίνδυνης αποστολής»

Πως θυμάστε τις ταινίες μαζί του;

Έπαιξα σε όλες του τις ταινίες. Αλλά ήθελα πάντα να είμαι παρούσα στα γυρίσματα, να κάθομαι πίσω από τη μηχανή. Και είχα εξαιρετικές εμπειρίες. Θυμάμαι στην πρώτη του ταινία, «Τον καιρό των Ελλήνων» που γυριζόταν στις βουνοκορφές της Πάρνηθας, είχα αναλάβει την τροφοδοσία των ηθοποιών. Εκεί έμαθα πως κάθε κομμάτι στη διαδικασία μιας δημιουργίας είναι σημαντικό – πόσο μάλλον όταν οι ταινίες εκείνης της εποχής γίνονταν με αυτοθυσία του δημιουργού τους.

Ως ηθοποιός του Λάκη Παπαστάθη τι ανακαλείτε;

Ο Λάκης δεν σου εξηγούσε τι πρέπει να κάνεις για να προσεγγίσεις την ηρωίδα και την ερμηνεία σου, αλλά φρόντιζε να σε βάζει μέσα στο κλίμα του σεναρίου, της αισθητικής. Σου μετέδιδε την πίστη του γι’ αυτό που πήγαινε να κάνει. Τον έχω πάντα στο μυαλό μου να σκηνοθετεί με τα τεράστια χέρια του ανοιχτά σαν αγκαλιά, σαν να διευθύνει μια ορχήστρα – κι όχι σαν να φτιάχνει μια ταινία.

Αποφασίσατε, παρόλα αυτά, να ζήσετε χωριστά μετά από 50 χρόνια γάμου.

Κι όμως, τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή μας. Η σχέση μας παρέμεινε αγαπητική και δημιουργική· δεν περνούσε μέρα που δεν θα με έπαιρνε τηλέφωνο για να δει τι κάνω και να με ρωτήσει «αν ζω». Και ήμασταν πάντα μαζί: βγαίναμε έξω, κάναμε μαζί διακοπές, η ζωή μας παρέμεινε κοινή, μοιρασμένη. Η απώλεια του μου στοίχισε αφάνταστα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑΗ Αργυρώ Χιώτη με τόλμη από το Εθνικό Θέατρο12.09.2018

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

” Ο Βυσσινόκηπος” του Αντόν Τσέχωφ κάνει πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή | Κτήριο Τσίλλερ, Αγίου Κωνσταντίνου 22 -24, Ομόνοια) στις 26 Φεβρουαρίου.

Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έκτορας Λυγίζος
Σκηνικά: Μυρτώ Λάμπρου
Κοστούμια: Άλκηστη Μάμαλη
Μουσική προσαρμογή – Μουσική διδασκαλία: Λίνα Ζάχαρη
Συνεργασία στην κίνηση – Χορογραφία: Δημήτρης Μυτιληναίος
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης
Σχεδιασμός ήχου: Brian Coon
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Βοηθός σκηνοθέτη: Εύα Βλασσοπούλου
Σχεδιασμός μακιγιάζ – κομμώσεων: Ιωάννα Λυγίζου

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος ΖιάκαςΓιάννης Κλίνης, Σοφία ΚόκκαληΈκτορας ΛυγίζοςΥβόννη Μαλτέζου*Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου*Γιάννης ΠαπαδόπουλοςΚατερίνα ΠατσιάνηΦοίβος Συμεωνίδης

*Σε διπλή διανομή

Ευχαριστούμε θερμά το “Golden Cup” (25ης Μαρτίου, Νέο Ψυχικό) για τη φιλοξενία της φωτογράφισης.

Περισσότερα από Πρόσωπα
Σχετικά Θέματα
Εικαστικά
Ένα βροχερό απόγευμα στο λονδρέζικο στούντιο της εικαστικού Κωνσταντίνας Κρικζώνη
Art & Culture
Γιώργο Παπαγεωργίου, τι σου αποκάλυψε το δυστοπικό 1984;
Art & Culture
Ο Γιώργος Παπαπαύλου στον «Αρχιτέκτονα» γκρεμίζει τις βεβαιότητες του
Πρόσωπα
Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους: Είμαι ένας άνθρωπος που έμαθα να υπομένω
Art & Culture
Μια παράσταση για εκείνους που πήγαν για τσιγάρα και δεν ξαναγύρισαν ποτέ
Πρόσωπα
Σε πρώτο πρόσωπο: Γιώργος Παύλου, σκηνοθέτης – ηθοποιός
Πρόσωπα
Εμίλιο Παπαευαγγελίου: Ανάμεσα στον πάγκο του φαρμακείου και τον καμβά της ζωγραφικής
Πρόσωπα
Μαρία Διακοπαναγιώτου: Θέλω να ξαναγεννηθεί ο τρόπος που συναναστρέφομαι με τους άλλους
Πρόσωπα
Σε πρώτο πρόσωπο: Γιάννης Σύριος, ηθοποιός
Πρόσωπα
Μίμη Καπέρδο, πόσο εύκολο είναι να σπάσεις μια λούπα;
Πρόσωπα
Loud Silence, πώς είναι να κυκλοφορείς πρωτότυπη, rock μουσική στην Ελλάδα;
Πρόσωπα
Για την εικαστικό Λυδία Δαμπασίνα, ο πλανήτης πλησιάζει σε μια «κόκκινη γραμμή»