Θυμάμαι ανακάλυψα τη Βillie Kark, πριν από μερικά χρόνια, εντελώς τυχαία. Έπεσα πάνω στο «Θαλασσάκι» στο Spotify, το πρώτο κομμάτι που κυκλοφόρησε ποτέ. Εκείνο το απρόσμενο μπλέξιμο της παραδοσιακής μελωδίας με τον ηλεκτρονικό ήχο μου τράβηξε αμέσως την προσοχή. Ήταν σαν κάτι παλιό να ζητούσε επίμονα να ξαναειπωθεί με καινούργια γλώσσα.
Λίγο αργότερα ήρθε το «Νερό», η πρώτη της καθαρά προσωπική παραγωγή. Σε μια συζήτησή μας πριν καιρό, μου είχε εκμυστηρευτεί πως το έφτιαξε πάνω σε μια απλή μελωδία, το ηχογράφησε με handsfree μέσα σε δέκα λεπτά και αυτοσχεδίαζε μέχρι να καταλάβει πώς μπορεί να “γεννηθεί” ένα τραγούδι. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το «Νερό», ένα κομμάτι που παραμένει μέχρι σήμερα ιδιαίτερα φορτισμένο συναισθηματικά για την ίδια.
Η ουσιαστική μου βουτιά, όμως, στη μουσική της Billie Kark ήρθε με το πρώτο της ολοκληρωμένο άλμπουμ, το «Τζίντα». Ένα ταξίδι στα Ζαγοροχώρια και μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία στον Βοϊδομάτη στάθηκαν η αφορμή για έναν δίσκο που πήρε το όνομά του από τη βλάχικη λέξη για τη «νεράιδα», το αερικό. Ένα άλμπουμ που συνοδεύτηκε από ένα βίντεο σχεδόν 30 λεπτών, γυρισμένο εξ ολοκλήρου στα βουνά της Ηπείρου. Κάτι που η Hπειρώτισσα καρδιά μου δεν θα μπορούσε ποτέ να προσπεράσει έτσι απλά.
Ακολούθησαν EPs, singles, συνεργασίες, διασκευές. Κι εγώ συνέχισα να παρακολουθώ σταθερά τα βήματα αυτής της νεαρής μουσικού που κάποτε μου είχε πει πως θέλει η μουσική της να γίνει το νέο mainstream. Και κάπως έτσι, σήμερα, μοιάζει να το καταφέρνει.

Το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ της Billie Kark, με τίτλο «Έρεβος», κυκλοφόρησε στις 4/2 και περιλαμβάνει συνολικά 7 κομμάτια.
Το δεύτερο προσωπικό της άλμπουμ, με τίτλο «Έρεβος», κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες ημέρες (4/2) από τη Minos EMI, A Universal Music Company. Και είχα την τύχη να πάρω μια πρώτη γεύση του σε ένα ατμοσφαιρικό listening party στο Μπάγκειον, έναν χώρο που ταίριαζε απόλυτα αισθητικά και κουβάλησε όλο το βάρος και τη σιωπή που αποζητά αυτός ο δίσκος.

Παίρνοντας μια πρώτη γεύση από το «Έρεβος» στο ατμοσφαιρικό listening party στο νεοκλασικό κτίριο του Μπάγκειον.
Επτά τραγούδια συνθέτουν το «Έρεβος». Η αρχή είχε γίνει με την «Προσευχή», που κυκλοφόρησε λίγο νωρίτερα και λειτούργησε ως προμήνυμα. Το «Έρεβος» είναι ένας δίσκος που μοιάζει να μιλά για το σκοτάδι, αλλά στην πραγματικότητα εστιάζει στο φως που μπορεί (και επιμένει) να υπάρξει μέσα σε αυτό.
Στο επίκεντρο εδώ μπαίνει και η στάση απέναντι στον θάνατο. Έχουμε μάθει να τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι απειλητικό, οριακά και ταμπού. Η Billie, όμως, τον προσεγγίζει ως επιστροφή στην αλήθεια, στην ενότητα, στο σύνολο. Όχι ως τέλος, αλλά ως μετάβαση. Κάτι που δεν χρειάζεται να φοβόμαστε, γιατί μπορεί να μας απελευθερώσει από τον ίδιο τον φόβο της ζωής.
Θυμάμαι να μου λέει κάποτε πόσο τη στεναχωρεί το γεγονός ότι έχουμε αποκοπεί από οτιδήποτε φυσικό. Αυτή η σκέψη δεν σταματά να διαπερνά και το «Έρεβος». Τα επτά νέα κομμάτια κινούνται γύρω από την έννοια της λήθης. Τη σταδιακή απομάκρυνση του ανθρώπου από την ουσία του. Καθώς προχωράμε στη ζωή, εγκλωβιζόμαστε στα επίγεια, στους φόβους, στα πάθη και στις ανασφάλειές μας, χάνοντας την επαφή με το εσωτερικό μας φως. Η λήθη εδώ δεν αφορά απλώς την απώλεια μνήμης ή νοήματος, αλλά μια βαθύτερη πνευματική στασιμότητα. Τη μη εξέλιξη. Η Billie αντιμετωπίζει τη ζωή ως δώρο, κάτι που αξίζει να βιώνεται με συνείδηση, παρουσία και τόλμη, μακριά από τον φόβο που συχνά παραλύει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Μέσα από το «Έρεβος», δεν προσπαθεί να δώσει απαντήσεις. Μοιράζεται, όμως, ένα αίσθημα ελπίδας και θάρρους. Υπενθυμίζει ότι μπορούμε να ζούμε τις μέρες μας στο μέγιστο, με επίγνωση και αλήθεια, περιμένοντας με αποδοχή την επιστροφή στο σύνολο. Εκεί απ’ όπου όλα ξεκίνησαν.
Ηχητικά, το «Έρεβος» κινείται στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, με επιρροές από organic house, techno και την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Ο ήχος του είναι ταυτόχρονα γήινος και αιθέριος. Ένας κόσμος που αιωρείται ανάμεσα στο σωματικό και το πνευματικό.
Το άλμπουμ συνοδεύεται και από ένα short movie υπέροχης αισθητικής, όπου η Billie εμφανίζεται άλλοτε ως αερικό σε φαράγγια, καθισμένη πάνω σε βράχους, κι άλλοτε περιπλανιέται φορώντας παραδοσιακή στολή. Προσωπικά νιώθω σαν να επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, σχεδιάζοντας κύκλους που κάθε φορά τη φέρνουν πιο κοντά στον ώριμο, μουσικά, εαυτό της.
Το «Έρεβος» είναι ένας δίσκος που αξίζει να βιωθεί και όχι απλώς να ακουστεί. Είτε μόνος με ακουστικά, σε μια προσωπική και εσωτερική ακρόαση, είτε συλλογικά, μέσα από την κίνηση και τον χορό, σε έναν ανοιχτό χώρο, ζητά την πλήρη σου παρουσία. Και σε ανταμείβει, αν του τη δώσεις, υπενθυμίζοντάς σου κάτι απλό και ίσως ξεχασμένο: πως ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι, υπάρχει δρόμος προς το φως.