Σε κείμενο και ερμηνεία της Μαργαρίτας Παπαγιάννη και σκηνοθεσία του Θανάση Ζερίτη, ο μονόλογος «Πόσα τσιγάρα έχω καπνίσει από τότε που έφυγες» ανεβαίνει στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και εστιάζει σε εκείνη τη σιωπή που αφήνει πίσω της μια ξαφνική φυγή χωρίς εξηγήσεις. Μια γυναίκα μετρά τα τσιγάρα που άναψε από τότε που εκείνος έφυγε, προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει στο σώμα της, στη μνήμη της, στο «τώρα» της.
Η παράσταση δεν μιλά μόνο για έναν έρωτα που τελείωσε χωρίς τέλος, αλλά για το αποτύπωμα της απουσίας, για την ψυχολογική βία του ghosting και για τον τρόπο που η μνήμη άλλοτε παρηγορεί κι άλλοτε παγιδεύει. Με αφετηρία μια προσωπική εμπειρία και με εργαλεία το χιούμορ, τη σωματικότητα και την ενσυναίσθηση, το έργο ανοίγει έναν διάλογο βαθιά προσωπικό αλλά και συλλογικό ταυτόχρονα.
Με αφορμή την παράσταση, συνομιλήσαμε με τη Μαργαρίτα Παπαγιάννη και τον Θανάση Ζερίτη για τη διαδικασία της γραφής, τη σκηνική διαχείριση της απουσίας, το σώμα ως φορέα μνήμης και τον φόβο (ή την ανάγκη) να μιλήσουμε σήμερα.
Πώς ξεκίνησε το ταξίδι αυτό της γραφής του μονολόγου «Πόσα τσιγάρα έχω καπνίσει από τότε που έφυγες»;Μ. Παπαγιάννη: Όλη αυτή η διαδικασία ξεκίνησε από προσωπική αφετηρία. Έχοντας ζήσει το ghosting σε ερωτική μου σχέση, και ούσα σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου, δεν μου έφτανε να μιλάω στους φίλους μου ή να ενοχλώ τον ψυχολόγο μου ακόμα και όταν κάνει μπάνιο ή να μιλάω στους τοίχους του σπιτιού μου και στην καφετιέρα. Πήρα ένα χαρτί και άρχισα να γράφω μια ιστορία για μια γυναίκα που περιμένει.
Μ. Παπαγιάννη: Προφανώς και το έχω ζήσει ως προσωπική πληγή. Το ghosting είναι μια ακραία μορφή ψυχολογικής βίας για τον λόγο του ότι δεν μπαίνει τέλος. Χρειάζεται να ορίζεται το τέλος. Διάβαζα ένα άρθρο προχθές που κάποιος έλεγε ότι στις κηδείες η στιγμή που πετάμε χώμα είναι πολύ σημαντική γιατί σηματοδοτείται με έναν τρόπο -δεν θα σχολιάσω αν είναι καλός η κακός- το τέλος. Σαφέστατα το ghosting δεν αφορά μόνο τις ερωτικές σχέσεις. Είναι κάτι ευρύτερο. Το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό. Κάτι σημαίνει το να μην αναλαμβάνει κάποιος την προσωπική ευθύνη των πράξεων του. Κάτι σημαίνει η ψυχολογική βία. Κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ίσως φανταζόμαστε.
Θ. Ζερίτης: Η εποχή μας δεν ευνοεί την ανθρώπινη επαφή και κατ’ επέκταση, και την σύγκρουση που προκύπτει απ’ την διάλυση μιας σχέσης. Αν μπορούμε να αποφύγουμε τις «ζωντανές» (live) συγκρούσεις, τις αποφεύγουμε. Δεν διαθέτουμε τον χρόνο μας σε μια ωραία, δημιουργική και ουσιαστική σύγκρουση. Τα πάντα έχουν γίνει πολύ γρήγορα, η ζωή μας έχει αποκτήσει ασύλληπτους ρυθμούς. Κάπως έτσι νομίζω ότι αναπτύσσονται αυτά τα φαινόμενα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Σίγουρα και παλιότερα κάποιοι πήγαν για τσιγάρα και δεν ξαναγύρισαν ποτέ, αλλά τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο έχει μορφή επιδημίας.

Θανάσης Ζερίτης
«Δεν το αντέχω αυτό που συμβαίνει στο σώμα μου τώρα που λείπεις», διαβάζουμε στο κείμενο του ΔΤ. Πώς δουλέψατε πάνω στο σώμα ως φορέα απώλειας και μνήμης;Θ. Ζερίτης: Ακόμη κι αν δεν έχουμε περάσει ghosting, σίγουρα όλοι αναγνωρίζουμε τον πόνο και την απόγνωση που προκαλείται όταν ένας έρωτας πεθαίνει.
Μ. Παπαγιάννη: Δούλεψα και δουλεύω ακόμα με έναν πολύ ευφυή σκηνοθέτη, ο οποίος προσέγγισε το θέμα με πολύ μεγάλο σεβασμό και ενσυναίσθηση. Χρειάστηκε να βουτήξουμε πολύ βαθιά όλη η ομάδα -η οποία παρεμπιπτόντως είναι φανταστική-, όχι πάντα με εύκολο τρόπο αλλά σίγουρα με απόλυτη εμπιστοσύνη και φροντίδα μεταξύ μας. Και φυσικά πάντα μα πάντα με χιούμορ. Δεν γίνεται αλλιώς. Αλλιώς είναι κάτι άλλο που δεν είναι θέατρο.
Θ. Ζερίτης: Το σώμα θυμάται καλύτερα και θέλει χρόνο. Συστέλλεται και διαστέλλεται σε άλλο ρυθμό. Προσπαθήσαμε μέσα από το σώμα της ηρωίδας να δούμε μια παράλληλη αφήγηση. Η απουσία σωματοποιείται και συμπαρασύρει τον λόγο της.
Σε έναν τόσο προσωπικό και εσωτερικό μονόλογο, ποιο ήταν το πιο σημαντικό για εσάς να αναδειχθεί σκηνοθετικά;Θ. Ζερίτης: Ένα τέτοιο θέμα μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται αρκετά προσωπικό, αλλά πολύ γρήγορα ανάγεται σε συλλογικό. Ακόμη κι αν δεν έχουμε περάσει ghosting, ακόμη κι αν δεν έχουμε βιώσει μια τέτοια κακοποιητική συμπεριφορά, σίγουρα όλοι αναγνωρίζουμε τον πόνο και την απόγνωση που προκαλείται όταν ένας έρωτας πεθαίνει. Η ταύτιση με την συναισθηματική κατάσταση της ηρωίδας, να μπούμε για λίγο στη θέση της, είναι ο βασικός μας στόχος.
Θ. Ζερίτης: Από την πρώτη στιγμή που διάβασα το κείμενο της Μαργαρίτας διέκρινα αυτήν ακριβώς την πρόκληση. Η ηρωίδα μιλά συχνά σε αυτόν που λείπει, σε αυτόν που έφυγε. Ζητάει εξηγήσεις, τον προκαλεί να της απαντήσει. Δοκιμάσαμε τα πάντα, ταλαιπωρηθήκαμε αρκετά και καταλήξαμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε , στην ίδια την σύμβαση του θεάτρου. Και αντί να κρύψουμε το ζήτημα της απουσίας, προσπαθήσαμε να την αναδείξουμε μέσα από την ηχηρή σκηνική παρουσία του ατόμου που αγωνίζεται να επικοινωνήσει με τον απόντα «άλλον».
Η μνήμη στο έργο μοιάζει να θολώνει το παρόν αντί να το γιατρεύει. Είναι τελικά παρηγοριά ή παγίδα;Μ. Παπαγιάννη: Με προβληματίζει και εμένα αυτό πολύ. Τελικά καταλήγω στο ότι αν δεν υπήρχε η μνήμη δεν θα ήμουν ούτε πολύ ευτυχισμένη ούτε πολύ δυστυχισμένη. Δεν γίνεται χωρίς τη μνήμη. Είναι σαν ένα πίνακας που ζωγραφίζεις. Δεν γίνεται να ξυπνάς κάθε πρωί και να είναι λευκός. Πάντα υπάρχει κάτι, πάντα προσθέτεις κάτι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως είναι να μην θυμάμαι όλα τα υπέροχα πράγματα που έχω ζήσει ή όλα τα φρικτά πράγματα αντίστοιχα. Φαντάσου να ξυπνάς το πρωί και να μην θυμάσαι ότι κάποιος σε φίλησε χθες βράδυ πρώτη φορά ή την πίτσα που έφαγες. Δηλαδή η μνήμη των αισθήσεων είναι φανταστικό πράγμα και ταυτόχρονα πολύ βασανιστικό. Ανάλογα την ανάμνηση και το βίωμα. Από τη φύση μου όμως έχω μια τεράστια πίστη στη ζωή.
Θ. Ζερίτης: Το θέμα αφορά στο αποτύπωμα που μάς αφήνει ο άλλος, στη ζωή. Πως βγαίνεις από μια ολιστική σχέση και τι εγγράφεται στο σώμα και την ψυχή σου, ως μνήμη μια ερωτικής επαφής που κάποτε υπήρξε και σε συντάραξε. Ποια είναι η μνήμη που διαμορφώνεται και διατηρείται και πώς λειτουργεί σε σχέση με μελλοντικές επαφές; Η μνήμη άλλωστε είναι επιλεκτική. Μπορεί να είναι και τα δύο ταυτόχρονα. Να σε βοηθά να ξυπνήσεις το πρωί και ταυτόχρονα, να σε κάνει να ξεσπάς σε λυγμούς.
Μ. Παπαγιάννη: Δεν ξέρω αν θα απαντήσω ακριβώς στην ερώτηση. Ως ηθοποιός δουλεύω χρόνια. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα επειδή έγραψα έναν μονόλογο. Ως μια ηθοποιός λοιπόν που έγραψε αυτό τον μονόλογο, είδα ότι επειδή ακριβώς το κάνω δεύτερη φορά -έχω γράψει και ένα σενάριο για σινεμά-, ότι είμαι πολύ περίεργη να ανακαλύπτω το κείμενο που έγραψα μέσα απ’ τα μάτια των άλλων. Ανοίγει ένας εντελώς άλλος κόσμος όταν το μοιράζεσαι και βλέπεις πώς νιώθουν ή τι σκέφτονται οι άνθρωποι για αυτό, που είναι πραγματικά πάρα πολύ ενδιαφέρον. Σαν να ταξιδεύεις σε μια πόλη που δεν έχεις ξαναπάει ποτέ και όλα είναι καινούργια.

Μαργαρίτα Παπαγιάννη
Κρατάτε μια απόσταση ασφαλείας από το υλικό ώστε να μην σας καταπιεί συναισθηματικά;Μ. Παπαγιάννη: Το προσωπικό είναι πάντα πολιτικό. Κάτι σημαίνει το να μην αναλαμβάνει κάποιος την προσωπική ευθύνη των πράξεων του.
Μ. Παπαγιάννη: Ήταν πολύ διαφορετικά στην αρχή και πολύ διαφορετικά τώρα. Είναι μια μεγάλη διαδικασία. Ας πούμε ότι το πρωτογενές υλικό ήταν ένα ώμο κομμάτι κρέας με αίμα. Τώρα αυτό έχει γίνει ένα πιάτο που σερβίρεται σε ένα εστιατόριο. Οπότε λοιπόν για να απαντήσω στην ερώτηση, θες δεν θες υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση από αυτό που έγραψες και έζησες με αυτό που τελικά είναι μια παράσταση. Είναι κάτι εντελώς άλλο. Και ευτυχώς.
Μ. Παπαγιάννη: Θα ήθελα απλά να έρθουν και να ακούσουν μια ιστορία. Να συνδεθούν και να αφεθούν. Δεν ξέρω τι θα ήθελα να πάρουν. Επειδή γνωρίζω το καθεστώς τρόμου που βρίσκεται κάποιος όταν τον κακοποιούν ψυχολογικά ή σωματικά, μακάρι, αν είχα μια υπερδύναμη, αυτή να ήταν να σταματήσει ο κόσμος που έχει υποστεί ψυχολογική ή σωματική κακοποίηση να φοβάται. Μακάρι να μπορούσαν όλοι να μιλήσουν χωρίς να φοβούνται. Η άλλη πλευρά πρέπει να φοβάται.
Θ. Ζερίτης: Να δουν κάτι από τον εαυτό τους, ίσως να βρουν λίγη παρηγοριά, να ξορκίσουν κάτι δυσάρεστο ή να αποκτήσουν λίγη περισσότερη ενσυναίσθηση. Και να μιλάμε, όσο πιο πολύ μπορούμε.
Ο μονόλογος «Πόσα τσιγάρα έχω καπνίσει από τότε που έφυγες», σε κείμενο και ερμηνεία της Μαργαρίτας Παπαγιάννη και σκηνοθεσία του Θανάση Ζερίτη, ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κάτω Χώρο.
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00
Προπώληση εισιτηρίων εδώ.