Πέντε έργα παρουσιάστηκαν σε αυτή τη μορφή στην Κεντρική Σκηνή του κτιρίου Τσίλλερ, τα οποία κάλυπταν ολόκληρο τον 19ο αιώνα, έως και τις απαρχές του 20ού, εκτός από το πρώτο, που ανάγεται στην πρώιμη Κρητική Αναγέννηση.
Αποκαλούνται συχνά αυτού του είδους οι παραστάσεις «ημισκηνοθετημένες», όμως τα αναλόγια που παρακολουθήσαμε στο Εθνικό Θέατρο αποτελούσαν μάλλον πλήρως σκηνοθετημένες παραστάσεις, με ελάχιστα σκηνικά ή σκηνικά αντικείμενα, και τους ηθοποιούς να διαβάζουν το κείμενο το οποίο, ταυτόχρονα, ερμήνευαν.
Ο Απόκοπος
Σίμος Κακάλας @Ελλη Πουπουλίδου
Οι «Αναδρομές» έκαναν πρεμιέρα με τον «Απόκοπο» του Μπεργαδή, που ερμήνευσε, μόνος πάνω στη σκηνή, ο Σίμος Κακάλας. Γραμμένο στα τέλη του 15ου αιώνα, το ομοιοκατάληκτο ποίημα περιγράφει μια αβούλητη κάθοδο στον Άδη, μια ανεστραμμένη νέκυια, όπου δεν είναι αυτός όπου κατεβαίνει που αναζητά πληροφορίες από τους νεκρούς, αλλά εκείνοι ρωτάνε για τη μνήμη τους ανάμεσα στους ζωντανούς. Έχοντας ενδυθεί τον ρόλο του ραψωδού, καθισμένος στο χείλος του προσκηνίου, σχεδόν ακίνητος, ο Κακάλας ζωντάνευε μπροστά στα μάτια του θεατή τις εξαιρετικά δυνατές εικόνες του κειμένου, σε μια γλώσσα αυτόχρημα ποιητική, που, μολονότι προέρχεται από τα πρώτα σκιρτήματα της Κρητικής Αναγέννησης, γίνεται σε μεγάλο βαθμό κατανοητή από τον σημερινό ακροατή.

Κορακιστικά @Ελλη Πουπουλίδου
Στη συνέχεια παρουσιάστηκαν τα «Κορακιστικά» του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, έργο του 1813, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Δημόπουλου, που αφορά τη γλωσσική διαμάχη μεταξύ αρχαϊσμού, δημώδους γλώσσας και της κοραϊκής «μέσης οδού».
Ο Βασιλικός
Ο Βασιλικός
Στον «Βασιλικό» του Αντωνίου Μάτεση, η Έφη Θεοδώρου κατάφερε με μια δεμένη ομάδα νέων και νεότερων ηθοποιών (Μπάμπης Γαλιατσάτος, Αντώνης Γκρίτσης, Θανάσης Δήμου, Τρύφων Ζάχαρης, Νίκος Μάνεσης, Νικόλας Ντούρος, Μαρίνα Παπούλια, Νάνσυ Σιδέρη, Γιώργος Σκαρλάτος, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ανδριάννα Χαλκίδη), δύο μουσικούς επί σκηνής (Γιαν Βαν Αγγελόπουλος, Φώτης Σιώτας), ένα τραπέζι που έπιανε όλο το μήκος της σκηνής, πίσω από το οποίο κάθονταν οι ηθοποιοί, δηλώνοντας έτσι τη συνθήκη του «αναλογίου», και ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, να αναστήσει ένα κείμενο που αναμφίβολα κατέχει σημαντική θέση στη νεοελληνική γραμματεία, αλλ’ όχι πλέον στη σκηνή. Αναδεικνύοντας τις ευφρόσυνες πλευρές του έργου (που δεν είναι παρά ένα δράμα με χάπυ εντ) και οδηγώντας το κάποτε μέχρι το γκροτέσκο, σκηνοθέτιδα και ηθοποιοί όχι μονάχα πρότειναν έναν τρόπο ώστε το κείμενο να ακουστεί σήμερα αλλά και υπογράμμισαν τις κοινωνικές διαστάσεις αυτού του έργουτου 1829, που βάλλει κατά της αριστοκρατικής εξουσίας στα νησιά του Ιονίου.
Οι Κούρδοι
Οι Κούρδοι
Σειρά πήραν, την επόμενη μέρα, Οι Κούρδοι του Γιάννη Καμπύση, έργο του 1897, που θεωρείται το πρώτο που μεταφέρει στην ελληνική δραματουργία τις σοσιαλιστικές ιδέες. Με το κείμενο αυτό, το οποίο σπανίως έχει δει το φως της σκηνής μέσα στα χρόνια που μας χωρίζουν από τη συγγραφή του, αναμετρήθηκε η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη. Έχοντας στη διάθεσή της μια μεγάλη ομάδα ηθοποιών (Μαρία Γεωργιάδου, Γιώργος Δερμεντζίδης, Αγνή Καρβουντζή, Νάντια Κατσούρα, Νικόλαος Ντούρος, Αναστασία Σλαυκίδου, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη και οι σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Αντώνιος Δερμιντζάκης, Αστέριος Πέτρος Ρήγας Ριμαγμός, Κατερίνα Σωτηρίου), επέλεξε να δημιουργήσει μια συνθήκη οιονεί παράστασης επί σκηνής και αναλογίου κάτω από αυτήν.
Χρησιμοποιώντας όγκους βιβλίων αντί για έπιπλα οι ηθοποιοί στη σκηνή εναλλάσσονταν με τα «διπλότυπά» τους κάτω από αυτήν, που επαναλάμβαναν φράσεις του ρόλου από μικρόφωνα στημένα μπροστά τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μη διευκολύνεται πάντα η κατανόηση του κειμένου. Όμως αυτό μάλλον δεν ήταν το σοβαρότερο πρόβλημά του· η πραγμάτευσή του ανέδειξε και τα σημάδια που ο χρόνος άφησε πάνω του και τα δραματουργικά προβληματικά στοιχεία του. Παρόλα αυτά, η γνωριμία με ένα κείμενο ουσιαστικά άγνωστο εγγράφεται στα θετικά, και της επιλογής και της διοργάνωσης.

Η νέα γυναίκα
Το Φεστιβάλ «Αναδρομές» ολοκληρώθηκε με το έργο Η νέα γυναίκα, της Καλλιρρόης Παρρέν, ένα φεμινιστικό κείμενο του 1907, που παρουσίασε υπό τη μορφή μουσικού αναλογίου η Τώνια Ράλλη.
Η διοργάνωση του φεστιβάλ, καθώς και η επιλογή των έργων και των σκηνοθετριών και σκηνοθετών που τα ανέλαβαν, ήταν μια εξαιρετική ιδέα, που κατά τεκμήριο προσέλκυσε θεατές και ανέδειξε πτυχές της νεοελληνικής δραματουργίας που έχουν σήμερα ξεχαστεί. Όθεν, η επανάληψή του του χρόνου θα ήταν μια θαυμάσια ιδέα!