Η πρώτη φορά που είπα ότι “αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου” ήταν σε μια παιδική παράσταση της Κάρμεν Ρουγγέρη. Εκεί υπήρχε μια σκηνή, όπου ένας ηθοποιός έβγαινε στη σκηνή με μια κιθάρα “φορεμένη” στο λαιμό του, έπειτα από μια διαφωνία με έναν άλλον χαρακτήρα του έργου. Όλοι στο θέατρο πεθάναμε στο γέλιο με τον τρόπο που συνέβη.
Υπάρχει ένα πρόσωπο, στο οποίο χρωστάω πολλά.Κι αυτή είναι η Κατερίνα Γαβαλά. Τη γνώρισα έφηβος, στα εργαστήρια του Εθνικού Θεάτρου: είναι η γυναίκα που μου έδειξε την αγνότητα, το ρομαντισμό και την άφθαρτη ομορφιά του θεάτρου (κι όχι μόνο). Μαζί της ανακάλυψα, ή καλύτερα, συνειδητοποίησα, αυτό το “πρώτο ένστικτο”, που σε γαργαλάει, σε σηκώνει απότομα από την καρέκλα σου και σε κάνει να θες να παίξεις σα μικρό παιδί. Σε μια σκηνή, σε μια πλατεία – δε ξέρω, δεν έχει και πολλή σημασία. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, με τους οποίους μπορείς να μοιραστείς αυτή την αίσθηση και να τους δώσεις μια καλή αφορμή να σηκωθούν κι αυτοί από τις καρέκλες τους και τελικά να “συν-κινηθουν” (όπως λέει και η Κατερίνα) με την ιστορία που τους αφηγείσαι. Η Κατερίνα, είναι ο άνθρωπος που με βοήθησε να ανέβω “το πρώτο σκαλί” του θεάτρου. Και είναι ακόμα και σήμερα εκεί, οπότε πέφτω, οπότε ματαιώνομαι, οπότε απογοητεύομαι ή, και άσκοπα, γκρινιάζω να μου θυμίζει αυτό το “πρώτο ένστικτο”.
Άλλωστε στα 12 σου, δύσκολα σκέφτεσαι τέτοια πράγματα. Μπορώ να πω με σιγουριά, όμως, πως εκεί το συνειδητοποίησα. Και σε αυτό δεν ευθύνονται μόνο τα μαθήματα θεάτρου που κάναμε εκεί. Για να καταλάβει κανείς το περιβάλλον του Καλλιτεχνικού Σχολείου αρκεί να πω ότι στην Α’ Γυμνασίου, η καθηγήτρια Κινηματογράφου μας έβαλε να δούμε και να αναλύσουμε τον «Πολίτη Κέιν» και στη Γ’ Λυκείου ανυπομονούσαμε για το μάθημα της λογοτεχνίας, όπου μιλούσαμε με τη καθηγήτρια μας για τον «Κρητικό» του Σολωμού (πράγμα εντελώς αδιανόητο για μια χρονιά που κάθε παιδί ενδιαφέρεται μόνο για τα μαθήματα των Πανελληνίων). Κι αυτό το πλαίσιο ίσχυε, με κάποιον τρόπο, σε όλα τα μαθήματα: από την Υποκριτική έως τα Μαθηματικά. Θυμάμαι, ακόμα, μια μέρα όπου τα παιδιά των εικαστικών μαζί με τους καθηγητές ζωγράφισαν πάνω στους τοίχους του σχολείου κι εμείς χαζεύαμε. Και μη φανταστείτε ότι ήμασταν παιδιά βγαλμένα από τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών». Εφηβάκια ήμασταν, μέσα στην τρέλα, την υπερένταση και τα σκοτάδια μας. Κι όμως, οι άνθρωποι εκεί έβρισκαν τον τρόπο να δίνουν χώρο σε όλα αυτά. Δεν υπήρχε το στείρο εκπαιδευτικό πλαίσιο που επιβάλλει να είσαι μαθητής του «20», γιατί αλλιώς δεν έχεις αξία. Μας έδειξαν ότι η “αξία” του καθενός είναι κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο “ακριβό” από απλούς αριθμούς. Εξαιτίας όλων αυτών των πράγματων, νομίζω κατάφερα να συνειδητοποιήσω τι είναι αυτό που θέλω πραγματικά να κάνω στη ζωή μου.
Και ίσως από τις πιο όμορφες, μέχρι στιγμής, της ζωής μου. Πέρασα από όλα τα συναισθήματα. Ενθουσιάστηκα, τρόμαξα, συγκινήθηκα… Μου φαίνονταν όλα τεράστια τότε. Θυμάμαι τη φορά που μπήκαμε για πρόβα στο Βασιλικό Θέατρο και είδα τη σκηνή. Σκέφτηκα «Χριστέ μου, πως θα πάω από τη μια άκρη στην άλλη»! Ο σκηνοθέτης μας Γιάννης Κακλεας με περιέβαλλε με πολλή φροντίδα, ζεστασιά και αγάπη και δεν μπορώ να το ξεχάσω αυτό. Ήταν η πρώτη μου “σπρωξιά” στη σκηνή. Και έγινε με τον πιο όμορφο τρόπο.
Δουλεύοντας δύο χρόνια επαγγελματικά έχω καταλάβει πως το θέατρο είναι μια τέχνη, που απαιτεί πειθαρχία, αφοσίωση και σκληρή δουλειά.Τότε και μόνο, με κάποιο μαγικό τρόπο, σου επιστρέφει τη προσπάθεια σου στο διπλάσιο. Εκτός αυτού είναι μια ομαδική δουλειά. Κι αυτό αφορά την ίδια τη ουσία της. Χρειάζεται πραγματικά να συναντηθείς με ανθρώπους, που, υπό άλλες συνθήκες, μπορεί να μη το έκανες. Να τους εμπιστευτείς και να “ταξιδέψεις” μαζί τους.
Σκληρή δουλειά.Αυτό είναι το μεγαλύτερο ταλέντο. Τουλάχιστον, έως τώρα, αυτό καταλαβαίνω.

Ο Γιάννης Σύριος με την Εύα Σιμάτου στην “Ντάμα Πίκα”. @Ελίνα Γιουνανλή
Στην αρχή δεν μπορούσα να το πιστέψω. Είναι μεγάλη ευλογία να συναντιέσαι με έναν τέτοιον άνθρωπο στα πρώτα σου βήματα. Και σίγουρα καθόλου αυτονόητο. Ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει είναι τεράστιο μάθημα για έναν νέο ηθοποιό. Η πίστη του, η ενέργεια του, η ματιά του στα πράγματα. Είναι από εκείνες τις συναντήσεις που σε μετακινούν βαθιά και σε πηγαίνουν πολλά βήματα παραπέρα.
Δεν σου επιτρέπουν να τα φέρεις “στα μέτρα σου”. Τα θέματα τους είναι πιο “μεγάλα”. Η ευκαιρία να συνομιλήσεις μαζί τους, λοιπόν, είναι μοναδική. Και τελικά μετατοπίζουν κι εσένα τον ίδιο – ως άνθρωπο πρώτα απ’ όλα.
Σε αυτή τη φάση, των πρώτων βημάτων, με ενδιαφέρει να έχω χώρο να ψάχνω και να “σκαλίζω” θέματα και ιστορίεςπου με κάποιο τρόπο ξεβολεύουν. Και κυρίως με ωραίους ανθρώπους· αυτό είναι το πιο σημαντικό. Δεν υπάρχει ένα θέατρο ή ένα είδος που το κάνει αυτό. Ευτυχώς!
Θεωρεί ότι μπορεί να κερδίσει την ίδια την τύχη. Κι όλα αυτά χωρίς καν, να παλέψει ιδιαίτερα και να ιδρώσει για κάτι. Θέλει να “πιάσει τη καλή” γρήγορα κι ανώδυνα. Από τη πίσω πόρτα. Και φυσικά, πληρώνει το τίμημα της επιλογής του. Το ζήτημα στη πραγματικότητα, για μένα, είναι ότι ο Χέρμαν αποτελεί δημιούργημα μιας ολόκληρης κατάστασης. Μιας κοινωνίας άκρατης αδικίας, με έντονες ταξικές διακρίσεις και χωρίς ιδιαίτερο χώρο για να ανθίσει ένας νέος άνθρωπος. Σε έναν τέτοιο κόσμο δεν είναι (δυστυχώς) και πολύ δύσκολο, να τυφλωθεί κάνεις από το “σκοτάδι” και τις “δυνάμεις” που αυτό προσφέρει. Το έργο είναι γραμμένο το 1833 – αλλά αν κοιτάξει κανείς γύρω του στην Ελλάδα του 2026 μπορεί να διακρίνει πολλούς “Χέρμαν”. Κάποιοι από αυτούς μας κυβερνούν κιόλας.

Με τους Νίκο Αλεξίου και Παναγιώτη Καμμένο. @Ελίνα Γιουνανλή
Είναι κάτι που με τρομάζει και που δύσκολα χωράει στο μυαλό μου. Αυτό που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι να βρω ποιο είναι εκείνο το λεπτό όριο, το οποίο περνάει κάποιος και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Τι αισθάνεται ή τι μπορεί να σκέφτεται ( αν σκέφτεται) τη στιγμή που επιλέγει το δρόμο προς το έγκλημα. Και φυσικά, τι τον οδήγησε μέχρι εκεί. Ποιοι παράγοντες τον επηρέασαν και με ποιον τρόπο; Όλο το “πριν” στην πραγματικότητα. “Πριν” πιάσει κανείς ένα όπλο, “πριν” σκοτώσει, “πριν” καν το φανταστεί. Σε αυτό το “πριν” νομίζω κρύβεται ίσως και η λύση για να αποφευχθούν τέτοιες πράξεις.
Αντιμέτωπος με τα δημόσια πρόσωπα ή τους καθημερινούς ανθρώπους που – εμφανίζουν συμπτώματα άκρατου τυχοδιωκτισμού και οπορτουνισμού όπως ο Χέρμαν, δεν μπορώ παρά να τα κρίνω.Μετά κάνω ένα βήμα πίσω και σκέφτομαι μάλλον αναγνωρίζω και κάποια δικά μου στοιχεία σε αυτούς τους ανθρώπους. Είμαι παιδί του καιρού μου. Ο οπορτουνισμός και το να “να πιάσω τη καλή” αποτελεί τη νέα μας θρησκεία. Θέλοντας και μη επηρεάζομαι. Οπότε, μετά προσπαθώ να κατανοήσω το λόγο που συμβαίνει αυτό. Τουλάχιστον, για να μη παρασυρθώ περισσότερο. Δεν αλλάζεις τον κόσμο σε μια μέρα, οπότε καλό είναι να ξεκινάς από τον εαυτό σου. Βέβαια, όταν πρόκειται για ανθρώπους του δημοσίου βίου εκεί θυμώνω περισσότερο. Όταν έχεις δημόσιο βήμα, οφείλεις να είσαι προσεκτικός.
Δεν είναι κακό να πιστεύεις σε κάτι και να το υπερασπίζεσαι. Αλλά όταν φανατίζεσαι, παύεις να ακούς και όλα παίρνουν μια διαφορετική διάσταση. Δυστυχώς, πλέον, έχουμε αρχίσει να κανονικοποιούμε αυτή τη συνθήκη. Στην καλύτερη περίπτωση την περιγελούμε, αλλά πλέον έχει γίνει επικίνδυνα μεγάλη η επίδραση της ρητορικής του φανατισμού· είτε ως εύκολη λύση, είτε ως μια πραγματική άποψη.
Νομίζω πως θα βοηθούσε αν οι άνθρωποι της γενιάς μου προσπαθήσουμε να αντισταθούμε σε αυτή την ιλιγγιώδη ταχύτηταπου μας επιβάλλουν. Γρήγορη επιτυχία, γρήγορα λεφτά, γρήγορη κοινωνική ανέλιξη: όλα γρήγορα. Δεν γίνονται όλα γρήγορα και, τέλος πάντων, δεν νομίζω ότι αυτοί οι στόχοι που μας έχουν ‘φορέσει’ φέρνουν, πράγματι, την ευτυχία.
Αν κάνω όνειρα; Δύσκολη ερώτηση.Αν με ρωτούσες πριν 3-4 χρόνια θα έλεγα κατευθείαν και, χωρίς δεύτερη σκέψη, “κάνω όνειρα”. Τώρα, υπάρχει μέσα μου μια νέα αίσθηση φόβου. Ίσως γιατί μεγαλώνω κι αρχίζω να έχω επίγνωση πραγμάτων, την οποία πριν δεν είχα. Ίσως γιατί ο κόσμος που ζούμε μετατρέπεται ταχύτατα σε μια περίεργη δυστοπία. Δεν ξέρω. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, πως σε κάθε περίπτωση, δε θα με αφήσω ποτέ να χάσω την ικανότητα μου να ονειρεύομαι.
Η “Ντάμα Πίκα” κάνει πρεμιέρα στις στις 23 Ιανουαρίου στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας.
Απόδοση – Διασκευή: Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Ηχητικός σχεδιασμός – περιβάλλον, σύνθεση – διασκευή κομματιών : Τηλέμαχος Μούσας
Μουσική επιμέλεια: Νέστορας Κοψιδάς
Επιμέλεια κίνησης: Aννα Μάγκου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηλέκτρα Μαγγίνα
Παίζουν οι: Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Αλεξίου, Παναγιώτης Καμμένος, Εύα Σιμάτου, Γιάννης Σύριος, Δήμητρα Χατούπη
Παραστάσεις: Κάθε Τετάρτη 19.00, Πέμπτη & Παρασκευή 20.30, Σάββατο 21.00 και Κυριακή 19.00
Τιμές εισιτηρίων : Διακεκριμένη 23 ευρώ, Α Ζώνη 20 ευρώ, Μειωμένο 17 ευρώ (Το μειωμένο εισιτήριο αφορά σε φοιτητές, ανέργους, ΑμεΑ)
Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας, Kεφαλληνίας 18, Κυψέλη, +30.210.8838727
Προπώληση: ticketservices.gr