MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΑΘΗΝΑ
ΤΡΙΤΗ
23
ΙΟΥΛΙΟΥ
  • ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ
    ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
    Μια βόλτα στην Αθήνα με τον Αντίνοο Αλμπάνη
    Μια βόλτα σε μερικά από τα αγαπημένα του μέρη στην Αθήνα στάθηκε ιδανική αφορμή για τον ηθοποιό να μας μιλήσει για όλα όσα αγαπά και μισεί στην πόλη, για τα στέκια που απολαμβάνει να πίνει τον καφέ του και για την «πετριά που έχει φάει» με την υποκριτική, εδώ και 14 χρόνια…
    Ευδοκία Βαζούκη | 08.05.2019 Φωτογραφίες: Χρήστος Αντωνίου

    Με τον Αντίνοο Αλμπάνη βρεθήκαμε μεσημεράκι στη γειτονιά του, τον Λυκαβηττό, «ένα από τα αγαπημένα του σημεία στην Αθήνα», όπως θα μου εκμυστηρευτεί ο ίδιος αργότερα.

    Περπατήσαμε μαζί στη γειτονιά του, κάναμε βόλτα το σκυλάκι του, την Μπλου, στο δασάκι κοντά στο σπίτι του, συζητώντας για την παράσταση «Το Φινιστρίνι» που παρουσιάζει αυτή την περίοδο στο Από Μηχανής θέατρο.

    Για πρώτη φορά βρίσκεται μόνος του πάνω στη σκηνή και παραδέχεται ότι ο μονόλογος είναι από τα πιο δύσκολα που έχει επιχειρήσει, ενώ δεν παίρνει τα μάτια του από την Μπλού που δείχνει ν’ απολαμβάνει εξίσου τη βόλτα μας.

    Μετά από αρκετή περιπλάνηση στο λόφο του Λυκαβηττού αφήσαμε τη Μπλου στο σπίτι και κατηφορήσαμε προς το κέντρο της Αθήνας. Ημέρα Τρίτη και ο Αντίνοος το βράδυ έχει παράσταση. Αναρωτιόμουν πόση ώρα του παίρνει να μπει σε μια κατάσταση πλήρους ηρεμίας και συγκέντρωσης για να «φορέσει» το ρόλο ενός νέου που βιώνει σοβαρή υπαρξιακή κρίση λίγο μετά τα 30 του. «Μισή ώρα μου παίρνει συνήθως» μου απαντά εκείνος.

    Είχε πάει ήδη απόγευμα και ο Αντίνοος μας πρότεινε μια στάση για καφέ στο αγαπημένο του στέκι, τον Μπλε Παπαγάλο στο Μεταξουργείο. Είναι παιδί του κέντρου, το αντιλαμβάνεσαι από τις πρώτες κουβέντες του. Παρατηρώντας τον καταλαβαίνεις ότι είναι ιδιαίτερα εξωστρεφής, έχει ωραίο λόγο, κάνει πλάκα με τους ανθρώπους γύρω του, ακόμα κι αν δεν τους γνωρίζει. Στο μαγαζί οι σερβιτόροι τον γνωρίζουν, του φέρνουν τα «κλασικά» του, αυτά που παραγγέλνει πάντα όταν χαλαρώνει εκεί πριν την παράσταση στο Από Μηχανής Θέατρο, που είναι λίγο πιο δίπλα.

    Εκεί είναι που μιλήσαμε για όλα: για την καθημερινότητά του στην Αθήνα, για όλα όσα αγαπά και αγαπά να… μισεί σ’ αυτή την πόλη, για τη σχέση του με τα social media και για το τι θα έκανε αν εκλεγόταν δήμαρχος!

    Πού μεγάλωσες και τι είναι αυτό που θα σου θυμίζει πάντα την πρώτη σου γειτονιά;

    Μεγάλωσα στη Χαλκίδα, σ’ ένα προάστιο που ονομάζεται Κάνηθος. Νομίζω πως αυτό που θα θυμάμαι για πάντα είναι η αίσθηση ελευθερίας που είχα σαν παιδί χωρίς το φόβο ότι κινδυνεύω από κάτι. Ήταν η περίοδος που υπήρχε ανοικοδόμηση οπότε για εμάς οποιοδήποτε γιαπί αποτελούσε τεράστιο πεδίο εξερεύνησης. Θυμάμαι τους γονείς μου, που δεν είχαν καμία έγνοια, καμία αγωνία για το πού βρισκόμασταν, παρόλο που δεν είχαμε κινητά για να μας εντοπίζουν. Οπότε αυτό μας έδινε την ευκαιρία να εξερευνούμε το περιβάλλον, τη φύση, το χώρο γύρω μας, τους ίδιους μας τους εαυτούς και να μεγαλώνουμε λίγο πιο ανθρώπινα και με μια υγεία που νομίζω ότι ένα παιδί στην πόλη δύσκολα θα μπορέσει να κατακτήσει. 

    Πότε μετακόμισες στην Αθήνα;

    Στην Αθήνα, μόνιμα πλέον, ήρθα στα 18. Με το που τελείωσα το Λύκειο έδωσα εξετάσεις στο Υπουργείο Πολιτισμού και στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης όπου τελικά πέρασα.

    Οι πόλεις μας είμαστε εμείς. Μια πόλη από μόνη της δεν έχει ούτε καλά να σου προσφέρει ούτε κακά. Οι ίδιοι οι άνθρωποι φτιάχνουμε τις περιοχές που ζούμε.

    Έκτοτε ποια είναι η σχέση σου με την πρωτεύουσα;

    Ξέρεις, επειδή η Χαλκίδα εκ των πραγμάτων είναι πολύ κοντά στην Αθήνα, κάναμε πολύ συχνά εξορμήσεις εδώ. Οπότε για μένα το να έρθω στην Αθήνα δεν ήταν κάτι καινούριο ή πολύ εντυπωσιακό γιατί είχα πολύ νωπές εικόνες, μνήμες και συναισθήματα σ’ αυτή, από την διαδρομή μου πριν την ενηλικίωση. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που ήταν εξαιρετικά καινούριο για εμένα ήταν το ότι πλέον ήμουν υπεύθυνος για τον εαυτό μου, χωρίς να έχω τους γονείς μου πάνω από το κεφάλι μου να με ελέγχουν, να δίνω λογαριασμό πού είμαι και τι κάνω.

    Μοιράσου μαζί μας μερικά πράγματα που αγαπάς και μισείς σ’ αυτή την πόλη.

    Οι πόλεις μας είμαστε εμείς. Μια πόλη από μόνη της δεν έχει να σου προσφέρει ούτε καλά ούτε κακά. Οι ίδιοι οι άνθρωποι φτιάχνουμε τις περιοχές που ζούμε. Οπότε θα σου πω ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι της πόλης είναι αυτοί που μου αρέσουν, που με ευχαριστούν και από την άλλη οι ίδιοι άνθρωποι είναι αυτοί που με εκνευρίζουν και με πληγώνουν. Το να παρατηρώ τους Αθηναίους να ζουν την πόλη τους, να εξορμούν, να την ανακαλύπτουν, να είναι στους δρόμους και να βρίσκουν διαρκώς καινούρια σημεία, καινούρια στέκια, καινούρια πράγματα που να τους ενδιαφέρουν και να τους εξελίσσουν είναι πάρα πολύ όμορφο και αισιόδοξο για εμένα. Από την άλλη το να βλέπω άλλους Αθηναίους να μισούν την πόλη, να κλείνονται στα σπίτια τους, να μη νοιάζονται για την περιοχή τους, είναι από αυτά που με κάνουν να αναρωτιέμαι «γιατί;». Αφού ζούμε ο ένας τόσο δίπλα στον άλλον, τόσο κοντά, δεν πρέπει να αγαπήσουμε το περιβάλλον μας, το χώρο μας;

    Οι επερχόμενες εκλογές σε αναδεικνύουν δήμαρχο στην Αθήνα. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που αλλάζεις στην πόλη;

    Εγώ δήμαρχος; (γέλιο). Αυτό που μου περιγράφεις τώρα είναι επιστημονική φαντασία. Δεν θα ασχολούμουν ποτέ με τα κοινά. Παρ’ όλα αυτά θα σου πω. Είναι η εικόνα που έχω πάντοτε όταν ταξιδεύω με αεροπλάνο και τυχαίνει να προσγειωθώ στην Αθήνα πρωινές ώρες, που βρίσκομαι πάνω από το λεκανοπέδιο και προσπαθώ με πολύ μεγάλη αγωνία να εντοπίσω το παραμικρό τετραγωνικό πρασίνου. Αυτό είναι κάτι που με θλίβει. Και αυτό είναι και κάτι με το οποίο θα ασχολούμουν στα σίγουρα. Να βρω έναν τρόπο να πρασινίσω αυτή τη ρημάδα την πόλη! Να την κάνω να γίνει λίγο πιο ανθρώπινη, να έρθει λιγάκι πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα και να δίνει στους πολίτες την ευκαιρία να έχουν έναν λόγο να βγουν έξω. Αυτό θα έκανα.

    Πού φαντάζεσαι τον εαυτό σου να μένει ιδανικά, σε 20 χρόνια από τώρα;

    Δεν το έχω καθόλου στο μυαλό μου να σου πω την αλήθεια. Φαντάζομαι στην Αθήνα. Δεδομένου ότι θα ήθελα σε 20 χρόνια από τώρα να κάνω την ίδια δουλειά, δεν έχω και πολλές επιλογές. Ο πυρήνας του θεάτρου είναι το κέντρο της Αθήνας, οπότε το να μενω μακριά θα ήταν ζόρικο και κουραστικό.

    Όταν έχω ελεύθερο χρόνο και διάθεση, αυτό που θέλω είναι να ξεχυθώ έξω, να περπατήσω την πόλη μου.

    Περίγραψέ μας μια μέρα που έχεις ελεύθερο χρόνο να κάνεις ότι σε ευχαριστεί.

    Αν υπάρξει ποτέ αυτή η μαγική μέρα που δεν θα έχω τίποτα να κάνω, το πρώτο πράγμα που θα έκανα θα ήταν να καλέσω τους φίλους μου, να δω ποιος είναι διαθέσιμος, για να καταλάβω προς τα πού θα κινηθώ. Μου αρέσει πολύ να πηγαίνω στο Κουκάκι και να περπατάω στην Αεροπαγίτου μέχρι την Ακρόπολη, μαζί με τον σκύλο μου, μου αρέσει να ανακαλύπτω μικρά, όμορφα μαγαζάκια για φαγητό, να βρίσκω καινούρια μπαράκια, πλατείες… απλά πράγματα. Δεν κάνω δηλαδή κάτι εξεζητημένο ή πρωτότυπο. Όταν έχω ελεύθερο χρόνο και διάθεση, αυτό που θέλω είναι να ξεχυθώ έξω, να περπατήσω την πόλη μου.

    Ο πιο αγαπημένος περίπατος στην πόλη;

    Πέρα από τον Λυκαβηττό που είναι η γειτονιά μου και τον γνωρίζω σπιθαμή προς σπιθαμή, νομίζω ότι το Κουκάκι και η Ακρόπολη είναι οι περιοχές που μ’ αρέσει πολύ να κινούμαι με τα πόδια.

    Η καλύτερη θέα στην Αθήνα;

    Μα φυσικά ο λόφος του Λυκαβηττού. Είναι το πιο υπέροχο σημείο και είναι εξίσου μαγικό και το πρωί αλλά και τη νύχτα. Έχεις τη δυνατότητα να δεις όλη την Αθήνα περιφερειακά, από τον Πειραιά μέχρι και την Κηφισιά, να δεις το Αιγάλεω, την Ακρόπολη, να δεις τον Υμηττό, να δεις τα πάντα. Είναι ένα πολύ όμορφο και ιδιαίτερο – ενεργειακά – σημείο που μ’ αρέσει πολύ.

    Με τα social media έχουμε καταντήσει λίγο «ανάπηροι» στην επικοινωνία.

    Ποιο μέρος στην Αθήνα επιλέγεις όταν θέλεις να απομονωθείς;

    Το σπίτι μου. Η απομόνωση είναι κάτι το οποίο – για εμένα τουλάχιστον – συνιστά εγκλεισμό. Δηλαδή αν θέλω να απομονωθώ σημαίνει ότι δεν θέλω να δω άνθρωπο και το κυριότερο, δεν θέλω να με δει άνθρωπος! Οπότε δεν θα πάω κάπου, σε κάποια περιοχή, θα φροντίσω να κλειστώ στο σπίτι μου μέχρι να ηρεμήσει το μέσα μου, να βρω τις ισορροπίες μου, να συνέλθω και να νιώσω ξανά έτοιμος να βγω στον κόσμο.

    Πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν οι φίλοι στη ζωή σου;

    Είναι το Άλφα και το Ωμέγα. Είναι αυτό που λένε πως οι φίλοι μας είναι σαν μια δεύτερη οικογένεια και όσο μεγαλώνω τείνω να πιστέψω πως μπορεί να γίνει και πρώτη οικογένεια.

    Είμαι κι εγώ ένα «πρεζάκι» της τεχνολογίας έχω πολύ μεγάλη εξάρτηση με το τηλέφωνό μου

    Για ποιο πράγμα θα έλεγαν όλοι όσοι σε γνωρίζουν καλά «κλασικός Αντίνοος»;

    Για πολλά! (γέλιο). Οι φίλοι μου ξέρουν πολύ καλά πως είμαι άνθρωπος της βολής. Δεν θα αποφασίσω εύκολα να κάνω πράγματα που θα με ξεβολέψουν και θα με βγάλουν από το πρόγραμμά μου. Οπότε όταν θέλουν να κάνουμε κάτι, το οποίο θα είναι έξω από τα συνηθισμένα, πρέπει να στήσουν ολόκληρη πλεκτάνη για να με ξεγελάσουν και να το καταφέρουν.

    Τι είναι αυτό που δεν μπορείς να αποχωριστείς με τίποτα μέσα στην ημέρα σου;

    Θα έλεγα ο σκύλος μου, αλλά δυστυχώς επειδή είμαι κι εγώ ένα «πρεζάκι» της τεχνολογίας έχω πολύ μεγάλη εξάρτηση με το τηλέφωνό μου, με αυτή τη συσκευή του διαβόλου.

    Ποια είναι η σχέση σου με τα social media και η άποψή σου για τον τρόπο με τον οποίο τα χειριζόμαστε;

    Ο κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί τα social media τελείως διαφορετικά, δεν υπάρχει μια νόρμα. Η δική μου σχέση είναι λίγο «αποστειρωμένη». Δεν μου αρέσει να μοιράζομαι τα πάντα από την καθημερινότητά μου. Δεν μου αρέσει να ποστάρω διαρκώς άχρηστες πληροφορίες, οι οποίες στο τέλος της ημέρας δεν αφορούν και δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Προσπαθώ να έχω μια επαφή με αυτά, τόσο όσο. Να υπάρχει ένα μέτρο και να έχω κι έναν λόγο να το κάνω. Δεν σου κρύβω πως ο λόγος πολλές φορές είναι εμπορικές συνεργασίες και τίποτα παραπάνω.

    Tι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει στη ζωή μας με τα social media;

    Με λυπεί το γεγονός πως έχουν αντικατασταθεί πολλά πράγματα από τη ζωή μας από τα social media. Με ενοχλεί το ότι ένα τεράστιο κομμάτι του φλερτ των ανθρώπων έχει περάσει εκεί. Κι έχουμε καταντήσει λίγο «ανάπηροι» στην επικοινωνία, βρισκόμαστε έξω στα μαγαζιά, στα κλαμπ, στα εστιατόρια, στις καφετέριες, στις πλατείες και συμπεριφερόμαστε σα να μην ξέρουμε ποιος είναι ο τρόπος που πρέπει να εκφραστούμε, να μιλήσουμε, να δείξουμε το ενδιαφέρον μας. Μας έχει καταστήσει «ανάπηρους» η ασφάλεια της οθόνης, το ότι κρυβόμαστε πίσω από ένα account, από ένα προφίλ. Κι όταν έρχεται η ώρα να δείξουμε το πραγματικό μας πρόσωπο τα πράγματα καταρρέουν και γινόμαστε σαν «παραπληγικοί» που πρέπει κάπως να κινηθούν σε μια πόλη χωρίς προδιαγραφές. Και δεν ξέρω και που θα πάει αυτό το πράγμα. Ήδη μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων μεγάλωσε, εκπαιδεύτηκε και γαλουχήθηκε σε αυτόν τον τρόπο. Τους είναι παντελώς ξένο όλο το υπόλοιπο, το οποίο για εμένα ήταν η πραγματικότητα. Δεν ξέρω πώς θα διαμορφωθεί στη συνέχεια και πώς θα γίνει όλο αυτό. Από την άλλη δεν μπορώ και να το κατακρίνω. Προφανώς κάποια ανάγκη έχει στρέψει τους ανθρώπους προς αυτό το μέσο. Για εμένα, ωστόσο, θα είναι πάντοτε ξένο γιατί έχω ζήσει και το άλλο.

    Πού σε πετυχαίνει κανείς να πίνεις καφέ ή ποτό;

    Εδώ που είμαστε τώρα! (Μπλε Παπαγάλος στο Μεταξουργείο). Τον τελευταίο χρόνο αυτή η πλατεία και αυτό το μαγαζί είναι από τα αγαπημένα μου σημεία στην πόλη. Έχει αυτή την ανοιχτωσιά, βλέπεις κόσμο διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων, συνήθως βλέπεις χαρούμενα πρόσωπα, ξέγνοιαστα, δε βλέπεις θυμωμένους ανθρώπους, με νεύρα, με άγχη. Κι αυτό είναι πολύ όμορφο και ξεκούραστο.

    Σου αρέσει να δημιουργείς στέκια;

    Ναι, βέβαια. Είναι σπουδαίο να πηγαίνεις σε ένα μαγαζί και να ξέρουν τα χούγια σου, ότι πίνεις αυτόν τον συγκεκριμένο καφέ, αυτόν τον χυμό. Είναι ωραίο γιατί δημιουργείται μια οικειότητα, σε κάνει να νιώθεις λίγο σαν στο σπίτι σου και τι πιο ωραίο να πηγαίνεις σε ένα μαγαζί και να σου θυμίζει το σπίτι σου;

    Έχουμε αναγάγει τη δουλειά μας σε κάτι πολύ σημαντικό, ενώ στην ουσία είμαστε απλά διασκεδαστές, «καραγκιόζηδες» πολυτελείας.

    Τι «πετριά» πρέπει να έχει φάει κανείς για να θέλει να γίνει ηθοποιός;

    Ξέρεις, είναι ένα απίστευτα ναρκισσιστικό επάγγελμα, τα κίνητρα όλων των ανθρώπων που ασχολούνται με την Τέχνη ή με κάτι τέλος πάντων που συνιστά αυτοπροβολή, κρύβει από πίσω κάτι πολύ παράδοξο. Το γεγονός ότι εγώ ας πούμε έχω την ψευδαίσθηση ότι κάποιος αξίζει να δώσει τα χρήματα του για να έρθει να με δει στο θέατρο, δείχνει ότι πρέπει να νιώθω ο ίδιος πάρα πολύ σημαντικός και σπουδαίος για να απαιτώ από τον άλλον να το κάνει αυτό.

    Εσύ αυτό ανακάλυψες για σένα;

    Η αλήθεια είναι ότι μεγαλώνοντας συνειδητοποιείς ότι υπάρχει μια βαθύτερη ανάγκη που σε ωθεί να κάνεις αυτό το πράγμα, να εκτίθεσαι τόσο πολύ, να γίνεσαι μονίμως αντικείμενο κρίσης και επίκρισης, θαυμασμού αλλά και κακών σχολίων. Είναι αυτή η ανάγκη που σε κάνει να πιστεύεις ότι ίσως αυτή να είναι η μοναδική δουλειά που μπορεί να σε κάνει να νιώσεις τόσο βαθιά και ουσιαστικά ευτυχισμένος. Να πεις ότι χωρίς αυτή τη δουλειά η ζωή δεν είναι τόσο ωραία, δεν είναι τόσο εύκολη, πρέπει να έχεις πολύ μεγάλη ανάγκη να εκφράζεσαι με αυτόν τον τρόπο για να πεις ότι αντέχεις όλα τα γύρω, γύρω, τα οποία ο μέσος θεατής δεν τα γνωρίζει και δεν τα αντιλαμβάνεται. Γιατί είναι μια δουλειά πολύ σκληρή και δύσκολη, δεν σου χαρίζεται τίποτα, δίνεις μονίμως εξετάσεις, είσαι μονίμως μαθητής, ποτέ δεν φτάνεις στο σημείο να πεις τα έχω μάθει όλα, είμαι πια επαγγελματίας, υπάρχει μια διαρκής εξέλιξη. Και αυτή είναι και η μαγεία της δουλειάς. Δεν τη βαριέσαι. Διαρκώς κάτι ανακαλύπτεις, έρχεσαι σε επαφή με άλλους ταλαντούχους ανθρώπους από τους οποίους κοιτάς να «κλεψεις» ό,τι μπορείς για να πας παρακάτω και να εξελιχθείς κι εσύ ο ίδιος. Είναι όμως και αυτό που είπες, μια τεράστια «πετριά»! Έχουμε αναγάγει τη δουλειά μας σε κάτι πολύ σημαντικό, ενώ στην ουσία είμαστε απλά διασκεδαστές, «καραγκιόζηδες» πολυτελείας.

    Επαγγελματικά αυτή την περίοδο που σε πετυχαίνουμε;

    Σε παραστάσεις για «Το Φινιστρίνι» μέχρι και τις 28 Μαΐου, θα την κλείσουμε δηλαδή τη σεζόν για τα καλά.

    Ο ήρωας που υποδύεσαι κάνει μια ενδοσκοπική βουτιά στο παρελθόν προσπαθώντας να προσεγγίσει το μέλλον. Εντοπίζεις κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα σε εσένα και τον ήρωα;

    Σαφώς και εντοπίζω κοινά χαρακτηριστικά, αλλιώς δεν θα είχα κανέναν λόγο να ασχοληθώ και με το κείμενο αλλά και με τον ήρωα. Υπάρχουν πράγματα που τον βασανίζουν και τον απασχολούν, που είναι πολύ κοινά με πράγματα που κι εγώ κουβαλάω μέσα μου. Ως προς τη διαδικασία που ανέφερες, νομίζω πως είναι μια πολύ φυσιολογική και υγιής. Το να θέλουμε δηλαδή να κοιτάξουμε προς τα πού θα πάμε είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το από πού ξεκινήσαμε. Οφείλουμε να κοιτάζουμε στο παρελθόν μας, να κάνουμε την ενδοσκόπησή μας, να κάνουμε την αυτοκριτική μας, να ψάχνουμε λίγο το μέσα μας, να κοιτάζουμε τι κάναμε, τι δεν κάναμε, πού ήμασταν σωστοί, πού ήμασταν λάθος και να ξεκαθαρίσουμε λίγο όλα όσα έχουν «βρωμίσει» το κεφάλι μας για να μπορέσουμε να βρούμε έναν πιο σωστό, σοβαρό και σημαντικό στόχο στη ζωή. Ο ήρωας που υποδύομαι, καλείται να πάρει μια πολύ μεγάλη απόφαση και η απόφαση αυτή δεν είναι αν θα ζήσει ή θα πεθάνει, αλλά το πώς θέλει να ζήσει. Κι αυτό είναι κάτι που αν δε βουτήξεις στα σκοτάδια της ψυχής σου, να δεις πώς έφτασες στο σημείο που είσαι, τη δεδομένη στιγμή, δε θα μπορέσεις να το καταφέρεις και να το δεις καθαρά μπροστά σου.

    Αν δεν ήμουν ηθοποιός πιθανότατα να είχα ασχοληθεί με τη διαφήμιση.

    Αγαπημένο σημείο – ατάκα μέσα από το έργο;

    Υπάρχουν πράγματα τα οποία με αγγίζουν πολύ αλλά δεν μπορώ να τα χαρακτηρίσω ως αγαπημένα, γιατί παράλληλα είναι και πολύ σκληρά και στενάχωρα. Για παράδειγμα, τα κομμάτια που αναφέρονται στις αυτοκτονίες που έχει βιώσει στη ζωή του ο ήρωας, είναι πράγματα που με πονάνε ειλικρινά, πολύ βαθιά. Και με πονάνε γιατί, καλώς ή κακώς, επειδή το να πηδάνε άνθρωποι από μπαλκόνια είναι πλέον μια πραγματικότητα και στην Ελλάδα. Αυτά κάποτε τ’ ακούγαμε για χώρες όπως η Σουηδία, η Ισλανδία κλπ και ήταν κάτι ξένο για εμάς έχει γίνει πλέον ρουτίνα. Δε μπορώ να διανοηθώ δηλαδή σε τι κατάσταση μπορεί να έχει μπει ένας άνθρωπος για να αποφασίσει να κάνει μια τέτοια πράξη. Μου φαίνεται το πιο σκληρό πράγμα που μπορεί να επιλέξει ένας άνθρωπος στη ζωή του, το να κόψει το νήμα. Οπότε όλες αυτές οι στιγμές που ο ήρωας αναφέρεται στις αυτοκτονίες που βιώνει, είναι από αυτά τα πράγματα που εμένα με στοιχειώνουν.

     Αν δεν ήσουν ηθοποιός, τι θα ήσουν;

    Αν δεν ήμουν ηθοποιός πιθανότατα να είχα ασχοληθεί με τη διαφήμιση. Γιατί ήταν και το πράγμα για το οποίο είχα αρχίσει να ψάχνω πριν δώσω πανελλήνιες, με ενδιέφερε δηλαδή πολύ ο χώρος της διαφήμισης, ως προς το δημιουργικό κομμάτι δηλαδή, όχι το τεχνοκρατικό. Είχα πει πως αν δεν τα καταφέρω στη δραματική σχολή, να περάσω δηλαδή τις εξετάσεις, πιθανότατα θα στρεφόμουν προς τα εκεί.

    Υπάρχει ακόμα αυτό το ενδεχόμενο στο μυαλό σου;

    Τώρα πια όχι, δεν υπάρχει. Γιατί με έναν τρόπο λειτούργησε σαν υποκατάστατο. Θα σου εξηγήσω πώς. Επειδή υπήρχε ήδη μέσα μου από τα 19 μου, το «μικρόβιο» και ήθελα να εμπλακώ με κάποιο τρόπο στη διαφήμιση, ξεκίνησα να δουλεύω ως εκφωνητής σε διαφημιστικά σποτ. Οπότε εδώ και δεκαεφτά χρόνια είμαι με το ένα πόδι στη διαφήμιση και με το άλλο στο θέατρο. Με έναν τρόπο δηλαδή, την αγάπη μου και τον ενθουσιασμό μου γι’ αυτό το πεδίο, τα έχω καλύψει.

    Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

    Έχω ήδη ξεκινήσει πρόβες για το καλοκαίρι, που θα κάνουμε μια μεγάλη περιοδεία με τον Πέτρο Φιλιππίδη και την παράσταση «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου, με έναν πολύ ωραίο θίασο. Θα γυρίσουμε όλη την Ελλάδα μέχρι και τον Σεπτέμβριο, ενώ δειλά δειλά ξεκινώ πρόβες και για τον επόμενο χειμώνα, που θα είμαι σε μια παραγωγή του Γρηγόρη Βαλτινού, τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» του Ίψεν, που θα ανέβει στο Θέατρο Ιλίσια. Έχω ένα βαριά φορτωμένο πρόγραμμα μέχρι και το Πάσχα του 2020, ευτυχώς!

    ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

    Ο Αντίνοος Αλμπάνης πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Το Φινιστρίνι» έως τις 28/5.
    Συγγραφέας: Βασίλης Ρίσβας
    Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης
    Παραστάσεις: Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00

    Περισσότερα από Πρόσωπα