MENU
Κερδίστε Προσκλήσεις
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
03
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Κώστας Μπερικόπουλος: Για μένα, οι άνθρωποι είναι πάνω απ’ όλα

Ο ηθοποιός Κώστας Μπερικόπουλος είναι περήφανος που κατάφερε να σταθεί στο πλάι των δικών του ανθρώπων όταν έδιναν μάχη για τη ζωή τους.

KEIMENO: Στέλλα Χαραμή | 03.04.2026 Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς

Στο δρόμο για το σπίτι του μας πετυχαίνει μια φίλη και γειτόνισσα του με το σκύλο της, ο οποίος δεν παραλείπει να του εκφράσει τον ενθουσιασμό του. Σε αντίστοιχο mood και μια παρέα κοριτσιών που κατεβαίνουν τον κεντρικό δρόμο. «Καλέ, εσείς δεν είστε αυτός που παίζει στο Maestro;». «Εγώ είμαι!», απαντά χαρούμενα ο Κώστας Μπερικόπουλος. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, μα ούτε και όταν συνεχίσαμε να συνομιλούμε στο σπίτι του, δεν του έλειψε το πλατύ χαμόγελο από το πρόσωπο. Όχι για λόγους ευγενείας, αλλά μάλλον εκφράζοντας την ιδιοσυγκρασία του: ένας άνθρωπος επικοινωνιακός, με χιούμορ, φιλόξενος, ευγενής και ευαίσθητος.

Δεν αραδιάζω επιθετικούς προσδιορισμούς για τον Κώστα Μπερικόπουλο· εξάλλου είναι το πιο εύκολο πράγμα που μπορείς να κάνεις σε μια διαπροσωπική επικοινωνία με θετικό ή ακόμα και αρνητικό πρόσημο. Απλώς ο Μπερικόπουλος είναι, μεταξύ πολλών άλλων, αυτός ο άνθρωπος. Κι είναι επίσης, ο ηθοποιός που μπορεί να μην διεκδίκησε, μέσα στα χρόνια, όσα του αναλογούσαν· το βέβαιο είναι πως κατάφερε να φανερώσει σε πλείστες ευκαιρίες ένα αληθινά σπάνιο ταλέντο (εγγενές ή καλλιεργημένο, ή και τα δύο, ποιος ξέρει;) που τον καθιστά ασυναγώνιστο στην κωμωδία, δίχως να του στερεί τις υψηλές δραματικές του κλίμακες.

Για καλή μου τύχη, μια κωμωδία, μια κλασική κωμωδία τροφοδοτεί τη συνάντηση μας: η θεατρική μεταφορά του «Τζένη – Τζένη» σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου. Ο Κώστας Μπερικόπουλος υποδύεται το ρόλο του εφοπλιστή Κασσανδρή, έναν ισχυρό άνδρα που οι πολιτικές του φιλοδοξίες του στερούν κάθε ηθικό φραγμό. Είναι πολύ χαρούμενος που συναντά αυτό το κείμενο, πολύ χαρούμενος που συνεργάζεται ξανά με τον Καραθάνο και που πατάει στα χνάρια ενός ηθοποιού όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Αίφνης, στο κουδούνι του σπιτιού του παρατηρώ ένα επώνυμο: Κωνσταντάρας. Τον ρωτώ αν πιστεύει στην τύχη, στις συμπτώσεις. Εννοείται πως πιστεύει, μου λέει.

Για τη νέα συνεργασία του με το Νίκο Καραθάνο: “Ο Καραθάνος είναι μια ψυχή και αυτό ζητάει από τους ανθρώπους γύρω του: την ψυχή τους”.

Είσαι ταυτισμένος με τις παραστάσεις του Νίκου Καραθάνου. Σκηνοθετικά τί εκτιμάς σε εκείνον;

Ότι εστιάζει στην ψυχή των ηθοποιών του. Ο Καραθάνος είναι μια ψυχή και αυτό ζητάει από τους ανθρώπους γύρω του: την ψυχή τους.

Παρότι παίζετε σε ένα πολύ οικείο υλικό, όπως είναι η «Τζένη – Τζένη» απομακρύνεστε από αυτό;

Στη θεατρική μεταφορά, ο Νίκος δεν μας έχει ζητήσει, ούτε μια φορά, να παίξουμε όπως στην ταινία, δεν μου έχει ζητήσει να παίξω στον Κωνσταντάρα. Δεν θα αναπαραστήσουμε την ταινία, ούτε τις ποιότητες εκείνων των ηθοποιών. Φυσικά και δεν μπορείς να ξεφύγεις από κάποια βιώματα όπως είναι οι κινηματογραφικές ταινίες, ή το δέος με το οποίο αντιμετωπίζεις κάποιους ηθοποιούς. Βλέπεις τον Κωνσταντάρα να παίζει τον εφοπλιστή Κασανδρή και έχεις όλη την πληροφορία πως είναι αυτός και κανένας άλλος.

Πόσο ισχυροί είναι οι σκηνικοί σας δεσμοί με το Νίκο Καραθάνο;

Το Νίκο τον αγαπώ, είμαστε φίλοι, είμαστε κοντά· παρόλα αυτά, δεν είμαστε κολλητοί για να ξοδεύουμε διαρκώς χρόνο μαζί και στην πρόβα είναι ο σκηνοθέτης – δεν είναι ο Νίκος, ο φίλος μου. Πρέπει να διατηρηθούν οι ρόλοι, γιατί αλλιώς δεν εξελίσσεται η δουλειά. Θέλω να πω ότι δεν ξεκινάω από τον προσωπικό δεσμό αφού και γενικότερα στη δουλειά μου δεν με έχει βοηθήσει αυτό. Οι δεσμοί μπορεί να λειτουργήσουν και ως παγίδα.

Ζούμε σε μια χώρα όπου κυριαρχεί μόνο το πολιτικό συμφέρον κι όχι η ευημερία του κόσμου

Το ρωτώ γιατί μοιάζει να επιλέγεις σχέσεις, ομάδες, συνεργάτες παρά ρόλους ή έργα. Είναι έτσι;

Τώρα πια, και είναι πλέον συνειδητό, είναι οι άνθρωποι που με ελκύουν. Πάντα, σε καλεί ένας ρόλος, ένα έργο, ένα καλό θέατρο, αλλά συνειδητά τον τελευταίο καιρό εκείνο που με ενδιαφέρει είναι ποιοι θα είναι στην εκάστοτε δουλειά: ποιος με προσκαλεί, ποιος σκηνοθετεί, ποιοι παίζουν. Αυτό πλέον με ερεθίζει ως ηθοποιό.

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα;

Θέλω συνειδητά να απολαμβάνω κάποια πράγματα. Η γνωριμία με τους ανθρώπους είναι κέρδος. Όταν συμμετέχεις σε ένα θίασο που δεν ξέρεις κανέναν, θεωρητικά τα πιάνεις όλα από την αρχή. Για παράδειγμα, πριν από δύο χρόνια, όταν συνεργάστηκα με την Άννα Μάσχα στο «Αυτή η νύχτα μένει», διαπιστώσαμε ότι έχουμε παίξει πάνω από δέκα φορές στο θέατρο· συνεπώς, μεταξύ μας, υπήρχε μια σαφή οικειότητα που εύκολα μας έβαλε ακόμα και στις ερωτικές σκηνές.  Από την άλλη, οφείλω να παραδεχτώ πως και γνωριμία να μην μεσολαβήσει είναι πολύ ελκυστικό να συναντάς με ανθρώπους που θαυμάζεις. Σε κάθε περίπτωση, για μένα οι άνθρωποι είναι πάνω απ’ όλα.

“Γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ το ελληνικό σινεμά – ήταν μια έξοδος από τη μιζέρια” λέει, σχολιάζοντας τη θεατρική μεταφορά της επιτυχημένης ελληνικής ταινίας.

Πως σου φαίνεται που ανεβάζετε ένα θεατρικό ριμέϊκ ελληνικής ταινίας; Γιατί το «Τζένη – Τζένη», κατά τη γνώμη μου, πέραν από τους πολύ αξιόλογους ηθοποιούς, έχει ένα πολύ καλό σενάριο.

Πράγματι, έχει ένα πάρα πολύ καλό σενάριο. Οι συγγραφείς, ο Σακελλάριος και ο Γιαλαμάς είναι σοβαρά παρεξηγημένοι και, ειλικρινά, πιστεύω πως είναι μεγάλοι μαέστροι του είδους. Και μόνο το πολιτικό περιεχόμενο του έργου το οποίο παρουσιάζουν με τόσο ανάλαφρο τρόπο, «με τόσο καλοκαίρι ελληνικό» που λέει και ο Νίκος, είναι επίτευγμα.

Παίζεις το ρόλο του Λάμπρου Κωνσταντάρα σε μια εμβληματική στιγμή του. Σημαίνει κάτι αυτό για σένα;

Με αυτούς τους ηθοποιούς, έχω μεγαλώσει. Τα καλοκαίρια που επισκεπτόμασταν τη γιαγιά μου στη Θεσσαλονίκη και κάθε βράδυ πηγαίναμε σινεμά στην Καλαμαριά, βλέπαμε δύο έργα, το ένα μετά το άλλο. Από την άλλη, όλες αυτές οι συμπεριφορές που έφεραν στο πανί, ήταν βιωμένες στη γειτονιά μου, από ανθρώπους καθημερινούς. Μεγάλωσα στον Άγιο Αρτέμιο, σε μια πολύ λαϊκή γειτονιά όπου όλοι αυτοί οι τύποι ανθρώπων, ζωντάνευαν στο σινεμά. Μου είναι πρόσωπα πολύ οικεία. Αλλά οι ηθοποιοί ως καθαροί ερμηνευτές όπως η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν ηθοποιοί-φαινόμενα, γιατί μέσα από μια ελαφράδα κατάφερναν να είναι πάρα πολύ αστείοι και ταυτόχρονα τραγικοί. Ήταν ηθοποιοί που δεν νομίζω ότι σκηνοθετήθηκαν από κάποιον, παρά είχαν την χαρά του παιχνιδιού μέσα τους.

Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν κάνω όνειρα για το μέλλον, αλλά ανατρέχω πολύ στο παρελθόν. Και το κοίταγμα πίσω με τροφοδοτεί

Η παράσταση σας είναι, τρόπον τινά, ένα αφιέρωμα στις ταινίες ενός ξένοιαστου παρελθόντος. Είσαι άνθρωπος που ανατρέχεις πίσω ή κοιτάζεις μπροστά;

Νομίζω πως δεν είναι ξέγνοιαστο το παρελθόν, αλλά ο κόσμος αυτό είχε ανάγκη να πιστεύει τότε, όπως και αργότερα. Και γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ το ελληνικό σινεμά, γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο η Βουγιουκλάκη – ήταν μια έξοδος από τη μιζέρια.

Μήπως και το δικό σας ανέβασμα μιλάει και για την ανάγκη να δημιουργήσουμε ψευδαισθήσεις ευτυχίας;

Θα μπορούσε να είναι και αυτό. Αλλά εκείνο που ενέπνευσε το Νίκο και μας το έχει μεταδώσει και εμάς είναι η θυσία: η θυσία της κόρης και του ανιψιού για το πολιτικό συμφέρον. Κάτι το οποίο μας είναι εξωφρενικά οικείο, καθώς ζούμε σε μια χώρα όπου κυριαρχεί μόνο το πολιτικό συμφέρον  κι όχι η ευημερία του κόσμου. Και μέσα σε δύο μέρες, χωρίς να ερωτηθούμε, μπλεχτήκαμε σε έναν πόλεμο – για ποιον λόγο; Κάτι μεγάλο θυσιάσαμε, πάντως. Δεν θέλω να γίνω πολιτικός, αλλά το «Τζένη – Τζένη» είναι ένα πολιτικό έργο, με μια επιφάνεια ελαφράδας. Και τι μας λέει; Πουλάς το παιδί σου, την επόμενη γενιά για να εξασφαλίσεις δύναμη.

“Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν κάνω όνειρα για το μέλλον, αλλά ανατρέχω πολύ στο παρελθόν. Και το κοίταγμα πίσω με τροφοδοτεί”, παραδέχεται.

Aνατρέχεις στο παρελθόν για να βρεις ανακούφιση;

Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν κάνω όνειρα για το μέλλον, αλλά ανατρέχω πολύ στο παρελθόν. Και το κοίταγμα πίσω με τροφοδοτεί για το παρόν και το μέλλον. Μπορεί να το κάνω λίγο ερασιτεχνικά, αλλά αντλώ φως από εκεί.

Σχετίζεται και με τη συνοχή της οικογένειας σου, στην οποία αναφέρεσαι συχνά;

Ήμασταν μια κλασική, μικροαστική οικογένεια: οι γονείς μου ξεκίνησαν την κοινή τους ζωή, ως πολύ φτωχοί άνθρωποι, αλλά ήταν δύο εξαιρετικοί γονείς. Ο πατέρας μου ήταν ηλεκτρολόγος, η μητέρα μου μας μεγάλωνε – ο πατέρας μου δεν την άφησε να δουλέψει. Ήταν ένας σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος, όλα τα έκανε με τα χέρια του, το σώμα του έμοιαζε με το άγαλμα του εφήβου των Αντικυθήρων. Στερηθήκαμε πολλά πράγματα, αλλά κατάφεραν να μας μεγαλώσουν σαν βασιλόπουλα. Ήταν τέτοια, η αγάπη και η φροντίδα τους που δεν μας έλειψε τίποτα. Μην φανταστείς πως ήμασταν μια οικογένεια αγγελικά πλασμένη· και παράπονα έχω από τους γονείς μου κι εκείνοι είχαν παράπονα από εμένα, αλλά εν κατακλείδι υπήρχε πολλή αγάπη.

Το γεγονός ότι φτιάχνεις πράγματα με τα χέρια σου έχει να κάνει με το βίωμα από τον πατέρα σου;

Μπορεί, το έχω σκεφτεί κι εγώ. Η μητέρα μου έλεγε ότι μεγάλωσα μόνος μου· ως δεύτερο παιδί δεν είχα μεγάλη προσοχή όσο η αδερφή μου και, μεταξύ άλλων, αυτό με γαλούχησε με μιαν αυτονομία, βυθισμένο σε ένα δικό μου κόσμο, σε δικές μου σκέψεις στις οποίες παρέμεινα για πολλά χρόνια.

Όταν άρχισα να σκέφτομαι το θέατρο σοβαρά, υπήρχε μέσα μου ένα εμπόδιο, ότι αυτή η δουλειά είναι πλασμένη για άλλους, όχι για μένα. Ίσως γιατί είχα μυθοποιήσει όλους εκείνους τους ηθοποιούς. Στα μάτια μου δεν ήταν κανονικοί άνθρωποι

Το θέατρο ήταν μια έξοδος γι’ αυτή την εσωστρέφεια;

Ναι, ήταν και το θέατρο. Από πολύ μικρός έδειχνα να αγαπάω τη θεατρική διαδικασία και το μόνο που θυμάμαι είναι παίζουμε ρόλους στη μεγάλη μας αυλή για την πιτσιρικαρία της γειτονιάς. Έκανα τον παπά, το μανάβη, τον μπακάλη: για μένα αυτά ήταν πρώιμα θεατρικά παιχνίδια. Κι όταν άρχισα να το σκέφτομαι σοβαρά, υπήρχε μέσα μου ένα εμπόδιο, ότι αυτή η δουλειά είναι πλασμένη για άλλους, όχι για μένα. Ίσως γιατί είχα μυθοποιήσει και εξιδανικεύσει όλους εκείνους τους ηθοποιούς που έβλεπα στο σινεμά και στο θέατρο. Στα μάτια μου δεν ήταν κανονικοί άνθρωποι, ήταν κάτι παραπάνω από αυτό.

Και πως ξεπέρασες αυτό το εμπόδιο;

Σε μια κοινή παρέα, δύο παιδιά θα έδιναν εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο. Κι έτσι πήγα στο βιβλιοπωλείο της Δωδώνης, αγόρασα το «Ένας ηθοποιός δημιουργείται» του Στανισλάφσκι, δεν κατάλαβα τίποτα, στο Εθνικό δεν με πήραν, μα τελικά πέρασα στη σχολή Βεάκη –  κι εκεί η ζωή μου άλλαξε. Ήρθα σε επαφή με ανθρώπους που με έκαναν να δω τη ζωή διαφορετικά, τόσο την καλλιτεχνική, όσο και την προσωπική. Ωρίμασα, άρχισα να με ανακαλύπτω και να αποκαλύπτομαι στους άλλους.

“Η μητέρα μου έλεγε ότι μεγάλωσα μόνος μου και, μεταξύ άλλων, αυτό με γαλούχησε με μιαν αυτονομία, βυθισμένο σε ένα δικό μου κόσμο”, σημειώνει.

Δουλεύεις ακριβώς 40 χρόνια. Τι σου έχει διδάξει το θέατρο, σε ανθρώπινο επίπεδο;

Σαν να κατανοώ περισσότερο τους ανθρώπους, σαν να έχω έρθει πιο κοντά στην ψυχική κατάσταση των ανθρώπων. Σε αυτό με έχει βοηθήσει και η μελέτη των έργων, όπως η αγάπη μου για τον Τσέχωφ. Αυτό το κομμάτι μου έχει ανοίξει πολύ κι εκεί κολυμπάω ακόμα. Ακόμα και στις μοναξιές μου, από εκεί παίρνω τροφή. Πιστεύω ότι σε αυτό συμβάλλει πλέον και η ηλικία μου.

Φαντάστηκες τον εαυτό σου μέσα σε κάτι άλλο;

Κάποτε ένιωσα πίεση μεγάλη. Ήθελα να στραφώ στο θέατρο, αλλά δεν το είχα αποκαλύψει σε κανένα· και καθώς αγαπούσα τα παιδιά σκέφτηκα να σπουδάσω παιδαγωγικά. Φυσικά, δεν πέρασα στις Πανελλήνιες γιατί στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφερε καθόλου. Κι όταν συλλαμβάνω τον εαυτό μου να φαντάζεται ότι βρίσκεται σε ένα σχολείο και διδάσκει, ασφυκτιώ. Θεωρώ σπουδαίο επάγγελμα αυτό του δασκάλου, αλλά όχι για την δική μου ιδιοσυγκρασία. Εντούτοις, πρέπει να πω ότι έχω νιώσει απόλυτη ελευθερία διδάσκοντας σε δραματική σχολή, όπου απόκτησα πολύ καλή σχέση με τους μαθητές μου.

Κάποιες φορές, ακόμα αναρωτιέμαι αν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά

Αναγνώρισες τον εαυτό σου καθώς ξεκινούσες σε αυτά τα παιδιά;

Μα ναι, μόνο έτσι μπορούσα να τα βοηθήσω. Έβαζα τον εαυτό μου στη θέση τους και μέσα από αυτό προσπαθούσα να τους εμπνεύσω. Για να κάνουν τελικά το δικό τους, αυτό που είχαν να δώσουν.

Και το… δικό σου ποιο είναι;

Δεν ξέρω. Έρχεται ένας σκηνοθέτης, κάτι ζητάει από μένα ή κάτι μου προτείνει κι εκεί κάνω κάποιες αναγωγές, όπου το δικό μου κάθε φορά μετασχηματίζεται, είναι διαφορετικό. Σαν να είναι διαφορετική η αφετηρία μου κάθε φορά.

Μιλώντας για την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία: “Έρχεται ένας σκηνοθέτης, κάτι ζητάει από μένα ή κάτι μου προτείνει κι εκεί κάνω κάποιες αναγωγές, όπου το δικό μου κάθε φορά μετασχηματίζεται, είναι διαφορετικό. Σαν να είναι διαφορετική η αφετηρία μου κάθε φορά”.

Τι σε ενέπνευσε στο ξεκίνημα σου;

Ο χώρος, οι δάσκαλοι – κάποιοι από τους οποίους στα μάτια μου ήταν ‘θεοί’ – το μαθητικό περιβάλλον, οι συμφοιτητές μου, αλλά κυρίως όταν άρχισα να καταλαβαίνω τι σημαίνει θέατρο και να το γονιμοποιώ. Κι αυτό που κατάφερνα με ευχαριστούσε.

Πότε σιγουρεύτηκες ότι ανήκεις σε αυτό το χώρο;

Ακόμα δεν έχω σιγουρευτεί – και το λέω ειλικρινά. Το θέατρο είναι ένα επάγγελμα, αλλά είναι ένα δύσκολο επάγγελμα. Κάποιες φορές, ακόμα αναρωτιέμαι αν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά. Κι από την άλλη, υπήρχαν στιγμές, που η ίδια η δουλειά με επιβεβαίωνε. Πολλές παραστάσεις με συγκίνησαν, αλλά εκεί που κατάλαβα ότι κάτι πολύ σημαντικό μου συνέβη και μπόρεσε να επικοινωνήσει και με τους θεατές ήταν στη «Ζωή είναι ένα όνειρο» του Καλντερόν ντε λα Μπάρκα στο Αμόρε.

Θυμάμαι, μας έδινε ο πατέρας μου το χαρτζιλίκι για το σχολείο: προοριζόταν για να πάρω μια τυρόπιτα. Και μου έλεγε «αν είσαι με ένα φίλο σου ή με ένα άλλο παιδί, θα τη μοιραστείς στα δύο. Αν πεινάς πολύ και δεν θέλεις να τη μοιραστείς, θα πας σε μια γωνία και θα τη φας μόνος σου»

΄Οταν ανεβαίνεις στη σκηνή αισθάνεσαι ότι ανήκεις;

Ναι. Και προσπαθώ όσο το επιτρέπει ο ρόλος, η παράσταση να κρατώ ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τους συμπαίκτες μου και με τον κόσμο. Αυτό με ερεθίζει πάρα πολύ: να μοιραζόμαστε μια εμπειρία με το κοινό. Πέρυσι, στην «Κληρονομιά μας» στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου υποδυόμουν τον ήρωα που προσέφερε καταφύγιο, λειτουργούσε το σπίτι του σαν κέντρο περίθαλψης σε ασθενείς του Aids κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής τους. Μέσα σε αυτό το ρόλο είχα ένα μονόλογο τον οποίο έλεγα μετωπικά στο κοινό. Κι ο μόνος τρόπος που βρήκα, με την οδηγία του Γιάννη να μοιραστώ κάτι πολύ προσωπικό, ήταν να βγω μπροστά και να πω κάτι που «μου συμβαίνει». Στις πρόβες πετύχαινε, στις παραστάσεις φοβόμουν. Δεν σου κρύβω πως κάθε μέρα είχα αυτή τη γλυκιά αγωνία αν θα τα καταφέρω κι απόψε. Κι όταν συνέβαινε – ευτυχώς συχνά – ήταν κάτι το καταπληκτικό.

Κουβαλάς βιώματα ερμηνειών;

Ναι, πολλά – μην σου πω και όλα· ακόμα και λόγια ηρώων, ματιές, ανθρώπους που συνάντησα στη σκηνή. Πρέπει να σου πω ότι έχω μοιραστεί τη σκηνή με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, την Αλέκα Παϊζη, τον Τίτο Βανδή, τον Σταύρο Παράβα.

“Οι γονείς μου, μου έμαθαν την ευγένεια. Μάλλον, υπήρχε κάτι και στο dna μου, αλλά οι δικοί μου ήταν φτωχοί μεν, μα αλληλέγγυοι άνθρωποι. Αν τους χτυπούσες την πόρτα ζητώντας ένα μπουκάλι λάδι, θα στο έδιναν”, θυμάται.

Κώστα, εκπέμπεις μιαν ευγένεια σπάνια, περίπου εκτός εποχής.

Αν σου πω ότι ακόμα μιλάω στον πληθυντικό σε μεγαλύτερους συγγενείς; Έτσι έμαθα από μικρός κι έτσι συνεχίζω. Μου αρέσει.

Η ευγένεια για μένα είναι μια συνάντηση πολλών ποιοτήτων: καλοσύνης, ενσυναίσθησης, ευαισθησίας. Τα αναγνωρίζεις αυτά σε ‘σένα;

Έτσι με έμαθαν οι γονείς μου. Μάλλον, υπήρχε κάτι και στο dna μου, αλλά οι δικοί μου ήταν φτωχοί μεν, μα αλληλέγγυοι άνθρωποι. Αν τους χτυπούσες την πόρτα ζητώντας ένα μπουκάλι λάδι, θα στο έδιναν. Θυμάμαι, μας έδινε ο πατέρας μου το χαρτζιλίκι για το σχολείο: προοριζόταν για να πάρω μια τυρόπιτα. Και μου έλεγε «αν είσαι με ένα φίλο σου ή με ένα άλλο παιδί, θα τη μοιραστείς στα δύο. Αν πεινάς πολύ και δεν θέλεις να τη μοιραστείς, θα πας σε μια γωνία και θα τη φας μόνος σου». Με πολλά τέτοια παραδείγματα μεγάλωσα που με οδήγησαν σε αυτή την αγάπη για τον άνθρωπο. Για να καταλάβεις, τις πιο πολλές φορές, ο πατέρας μου δεν πληρωνόταν από τους πελάτες γιατί έλεγε πως ο ένας έχει τρία παιδιά, η άλλη είναι χήρα, η άλλη είναι ηλικιωμένη.

Υπήρξαν στιγμές που λογικά το επόμενο σκαλοπάτι θα ήταν πιο ψηλό αλλά δεν το διεκδίκησα. Κι αυτό γιατί μέσα μου δεν ήταν πολύ καθαρό τι σημαίνει «είμαι επαγγελματίας»

Είσαι άνθρωπος χαμηλών τόνων;

Ναι, από παιδί, εντελώς ασυνείδητα κρατούσα πράγματα για το δικό μου κόσμο. Κι άλλοτε απελευθερωνόταν ομαλά αυτή η ενέργεια, άλλοτε με εκρήξεις. Φυσικά, αυτό έκρυβε μια σειρά πραγμάτων πίσω του. Πράγματα που είχαν να κάνουν με την κοινωνικότητα μου, την σεξουαλικότητα μου.

Τα οποία λειτούργησαν ως εμπόδια;

Ναι.

Η συστολή αυτή εκφράστηκε και στη χαμηλή διεκδίκηση – επαγγελματικά μιλώντας.

Ναι.

Για τη σχέση με τους ρόλους: “Δεν σνομπάρω το ρόλο αν έχει λίγα λόγια. Ποτέ δεν τον σνόμπαρα. Έχω παίξει πρωταγωνιστικούς ρόλους και έχω ευχαριστηθεί πολύ τη δουλειά μου”.

Σου έχουν λείψει οι μεγάλοι, πρωταγωνιστικοί ρόλοι;

Δεν σνομπάρω το ρόλο αν έχει λίγα λόγια. Ποτέ δεν τον σνόμπαρα. Έχω παίξει πρωταγωνιστικούς ρόλους και έχω ευχαριστηθεί πολύ τη δουλειά μου. Εκεί που πραγματικά δεν διεκδίκησα πράγματα ήταν μέσα σε συνεργασίες – όπου ενυπήρχαν και φιλίες. Υπήρξαν στιγμές που λογικά το επόμενο σκαλοπάτι θα ήταν πιο ψηλό αλλά δεν το διεκδίκησα. Κι αυτό γιατί μέσα μου δεν ήταν πολύ καθαρό τι σημαίνει «είμαι επαγγελματίας και διεκδικώ». Δεν άρθρωνα συχνά το συμφέρον μου – ούτε οικονομικά, ούτε σε επίπεδο ρόλων – και κατ’ επέκταση αδικούσα τον εαυτό μου.

Το μετανιώνεις;

Βέβαια, αλλά ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Τώρα, προσπαθώ να μην με αδικώ. Πλέον, έχω βρεθεί να με υπερεκτιμώ. Ρόλους πάντως, δεν διεκδικώ. Γιατί μου έρχονται προτάσεις από σκηνοθέτες για συγκεκριμένους χαρακτήρες.

Τώρα, προσπαθώ να μην με αδικώ. Πλέον, έχω βρεθεί να με υπερεκτιμώ. Ρόλους πάντως, δεν διεκδικώ

Έχεις διανύσει την αντίστροφη διαδρομή, να ξέρεις τι θέλεις και να το προτείνεις;

Όχι. Γιατί, αυτή η κίνηση, έχει κάτι το επιχειρηματικό και δεν μπορώ να χειριστώ, μα ούτε και να καταλάβω τέτοια πράγματα. Δεν είχα πίστη ότι είμαι ικανός να πάρω τέτοιο ρίσκο, ακόμα δεν ξέρω αν έχω. Από την άλλη, ρίσκα έχω πάρει στην προσωπική μου ζωή. Δεν μου έχουν λείψει τα ρίσκα. Είμαι χαμηλών τόνων, αλλά ήσυχος δεν είμαι.

“Δεν άρθρωνα συχνά το συμφέρον μου – ούτε οικονομικά, ούτε σε επίπεδο ρόλων – και κατ’ επέκταση αδικούσα τον εαυτό μου”, παραδέχεται.

Το «Maestro» και πιο πριν το «Αυτή η νύχτα μένει» σαν να έφερε στο φως αυτό που ξέρουμε για σένα χρόνια τώρα. Είχες ανάγκη μια χειρονομία μεγάλης εξωστρέφειας;

Ναι, αμέ. Καταρχάς, πήρα χαρά γιατί στο «Αυτή η νύχτα μένει» ξεκίνησα με έναν ρόλο περιορισμένων εμφανίσεων, αλλά επειδή το ειδύλλιο με την Άννα Μάσχα αγαπήθηκε, παρατάθηκε η παρουσία μου. Και με τη σημερινή εμπειρία, μετανιώνω πολύ που δεν έκανα πιο νωρίς τηλεόραση. Είχα κάνει μόνο το «Δέκα» και κάποια guest. Tότε, ομολογώ, με είχαν εντυπωσιάσει οι αμοιβές: σε ένα guest πήρα τα χρήματα που έβγαζα σε δύο μήνες στο θέατρο. Θα είχα, σίγουρα, ωφεληθεί και ως προς την αναγνωρισιμότητα και οικονομικά.  Δυστυχώς, υπήρχε αυτή η γραμμή για τους «ηθοποιούς του θεάτρου». Αλλά με το σταυρό του θεάτρου στο χέρι δεν είναι εύκολο να επιβιώσει κανείς. Όμως, πλέον ξέρω πως η ποιότητα δεν έχει να κάνει με το μέσο που την επικοινωνείς.

Πάντως, πήγες με το σταυρό στο χέρι;

Μα ναι, αφού ήμουν από την πρόβα στην παράσταση. Ποια πόρτα μπορούσα να χτυπήσω; Γι’ αυτό και οι τηλεοπτικοί παραγωγοί και σκηνοθέτες δουλεύουν με ηθοποιούς που έχουν συνεργαστεί και γνωρίζουν.

Δεν μου έχουν λείψει τα ρίσκα. Είμαι χαμηλών τόνων, αλλά ήσυχος δεν είμαι

Από την άλλη, σε ανακουφίζει το γεγονός πως είσαι καταχωρημένος ως ηθοποιός του θεάτρου;

Και ναι και όχι. Ξέρεις τι κρατάω από όλο αυτό; Την καλή σχέση με τους ανθρώπους του επαγγέλματος μου. Έχω πολύ καλές σχέσεις – εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού – και χαίρομαι γιατί εισπράττω και την εκτίμηση τους. Αυτό μου δημιουργεί μια πληρότητα, την οποία απολαμβάνω και στο νέο πεδίο για μένα, το τηλεοπτικό.

Για την σχέση με τους συναδέλφους του: “Έχω πολύ καλές σχέσεις – εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού – και χαίρομαι γιατί εισπράττω και την εκτίμηση τους. Αυτό μου δημιουργεί μια πληρότητα”.

Και μετά από 40 χρόνια εμπειρίας σε αναγνωρίζουν στο δρόμο. Πως αισθάνεσαι;

Και τυριά στο σούπερ μάρκετ να πάρω, θα με αναγνωρίσουν. Αλλά εκείνο που με εντυπωσίασε πολύ, ήταν το καλοκαίρι όπου βρέθηκα στη Μύκονο και χρειάστηκε να κατέβω στην πόλη για να εκδώσω το εισιτήριο μου. Εκεί με σταμάτησαν ξένοι, μια παρέα από τη Νέα Υόρκη που με αναγνώρισαν. Κι ένας πιτσιρικάς 18 χρονών που με κοιτούσε, με ξανακοιτούσε μέχρι που με ρώτησε «συγνώμη, είστε ηθοποιός;». «Ναι», του λέω. «Μήπως παίζετε στο Maestro; Είστε ο αγαπημένος μου χαρακτήρας!». Χάρηκα πάρα πολύ, δεν το κρύβω!

Σε γλυκαίνει αυτό το πλησίασμα; Τρέφει κάτι μέσα σου;

Μα είναι πολύ ωραίο. Ήμουν πάντα πολύ κοινωνικός με τους ανθρώπους και αυτό το αντιμετωπίζω ως ένα μέσο επικοινωνίας. Και είναι ειλικρινές. Δεν έχει να κάνει με το αν τους αρέσω ως ηθοποιός, αλλά κυρίως πως βλέποντας με στη σειρά πέρασαν καλά. Απολαμβάνω κι εγώ τη διαδικασία.

Η ζωή, παρά τις ελλείψεις, μου έχει φερθεί πολύ ωραία

Δεν είναι και λίγο να παίζεις σε σειρά με το κοινό του Netflix.

Είναι και γραμμή του Χριστόφορου (Παπακαλιάτη) να συμπεριφέρονται άψογα στους ηθοποιούς – έχοντας φυσικά, την υποστήριξη μιας πολύ καλής παραγωγής. Θυμάμαι ένα γύρισμα, όπου έπρεπε να βγω από το καραβάκι και να περπατήσω δέκα μέτρα στο λιμανάκι με μια βαλίτσα. Χρειάστηκαν δύο διορθώσεις, κάναμε το γύρισμα δύο-τρεις φορές και κάθε φορά ερχόταν ένας συνεργάτης και μου έπαιρνε τη βαλίτσα. Κάποια στιγμή, του λέω «δεν πειράζει» και μου λέει «αυτή είναι η δουλειά μου». Στο ίδιο γύρισμα, κάναμε ένα διάλειμμα για να ελεγχθεί μια τεχνική λεπτομέρεια και μου έφεραν καρέκλα, ομπρέλα και νερό. Στην ελληνική τηλεόραση αυτά δεν είναι αυτονόητα.

Να υποθέσω πως καλοδέχεσαι τον τέταρτο κύκλο της σειράς.

Ναι, πολύ! Αν και ο τρίτος κύκλος ήταν «γραμμένος» πάνω μου, ως επιθεωρητής που ήρθε στο νησί να εξιχνιάσει το έγκλημα.

Για την αναγνωρισιμότητα που του προσέφερε το “Μaestro”: “Και τυριά στο σούπερ μάρκετ να πάρω, θα με αναγνωρίσουν. Αλλά εκείνο που με εντυπωσίασε πολύ, ήταν το καλοκαίρι όπου βρέθηκα στη Μύκονο και χρειάστηκε να κατέβω στην πόλη για να εκδώσω το εισιτήριο μου. Εκεί με σταμάτησαν ξένοι, μια παρέα από τη Νέα Υόρκη που με αναγνώρισαν”.

Μιλώντας νωρίτερα για το ποιος είσαι, στα μάτια μου, ανήκεις στους ελάχιστους ηθοποιούς που με μια κίνηση ή ένα βλέμμα παίρνουν το κοινό μαζί τους. Έχεις αναγνωρίσει αυτή σου τη δυναμική;

Σε 40 χρόνια δουλειάς έχω αποκωδικοποιήσει πως λειτουργώ υποκριτικά.

Το χιούμορ για σένα είναι κώδικας επικοινωνίας;

Βέβαια. Το χιούμορ με εξιλεώνει.

Τι άλλο έχεις ανάγκη για την καθημερινή σου επιβίωση;

Την επαφή με τη φύση. Έχω κλειστεί πολύ στην πόλη, αλλά η φύση με τροφοδοτεί ιδιαίτερα. Κάποια καλοκαίρια οπότε δούλευα λίγο ή καθόλου πήγαινα για μεγάλα διαστήματα διακοπές και δεν έκανα τίποτε άλλο από το να κοιτάζω τη θάλασσα. Το είχε ανάγκη το σώμα και η ψυχή μου. Κι ενώ δεν είμαι άνθρωπος του βουνού με τα δέντρα, με το δάσος, ξαναγεννιέμαι. Στους Παξούς για τα γυρίσματα του «Maestro» ένιωθα βασιλιάς: στα κενά των γυρισμάτων πήγαινα σε παραλίες, σε γκρεμούς και σπηλιές.

Είμαι άνθρωπος της προσφοράς, αλλά όχι για να πάρω κάτι πίσω

Η ζωή σου έχει φερθεί καλά;

Πάρα πολύ. Με πολλές ελλείψεις, αλλά μου έχει φερθεί ωραία. Και είναι φορές που σκέφτομαι ότι επιθυμώ κάτι και υλοποιείται: συναντώ ανθρώπους που  θέλω να συναντήσω, έρχονται συνεργασίες που θέλω να κάνω.

Πέρα από το καλό ένστικτο, τι σε οδήγησε στην καλή ποιότητα ζωής; Ήταν συγκεκριμένες επιλογές;

Είμαι 64 χρονών, δεν πολυπροσέχω τον εαυτό μου και ευτυχώς είμαι υγιής. Προς το παρόν, η ζωή μου έχει δώσει αντοχές, που έχει προσφέρει ευλογημένες συνεργασίες – στάθηκα και τυχερός, όντως με πήγαινε ένα ένστικτο προς τα εκεί.

Η τύχη είναι ένας σοβαρός παράγοντας, ναι. Τίποτα καλό δεν κατάφερες μόνος σου;

Μια εξομολόγηση: είμαι περήφανος που κατάφερα και στάθηκα στο πλάι δικών μου ανθρώπων όταν έδιναν μάχη για τη ζωή τους. Μιλάω για τους γονείς μου, για την αδερφή μου κι ένα φιλικό μου πρόσωπο. Και αναφέρω ιδιαίτερα την οικογένεια μου,  καθώς ήμουν ιδιαίτερα μοναχικός ως παιδί, δεν ήμουν πολύ ανοιχτός μαζί τους. Με τον πατέρα μου ειδικά, ήρθαμε πολύ κοντά στο κρεβάτι του πόνου. Το ίδιο συνέβη και με την αδερφή μου: ενώ αγαπιόμασταν πάρα πολύ, ήταν υπερπροστατευτική και με εκνεύριζε. Αλλά το γεγονός ότι κατάφερα να βρεθώ δίπλα της για να απαλύνω ότι μπορούσα να απαλύνω είναι για μένα ένα πολύ μεγάλο επίτευγμα. Συν το ότι όταν έμεινα μόνος με τη μητέρα μου, εγώ την φρόντιζα. Δεν νομίζω ότι τι έχω καταφέρει κάτι σημαντικότερο από αυτήν την ανακούφιση σε αγαπημένους μου.

Επιλέγω κάποιες στιγμές να είναι μόνος γιατί μου αρέσει, αλλά δεν βιώνω αρνητικά τη μοναξιά. Έχω φίλους, πολλούς και καλούς

Είσαι άνθρωπος της προσφοράς;

Πολύ. Αλλά δεν βοηθάω για να πάρω κάτι πίσω. Μάλλον, λόγω οικογενειακής αγωγής συνέβη αυτό. Στη φτωχογειτονιά, οι άνθρωποι είναι πολύ δεμένοι. Ακόμα και μετά από καβγάδες γειτόνων, μέσα σε λίγα λεπτά ήταν πάλι αγκαλιασμένοι. Τους ένωνε μια ανάγκη στην οποία έτρεχαν όλοι, όλοι μοιράζονταν. Αυτό φέρω μάλλον: το να μοιράζομαι.

Σχετικά με την απώλεια: “Όταν ήμουν μικρός φοβόμουν πολύ το θάνατο με τη σκέψη ότι φοβόμουν το άγνωστο που θα ακολουθήσει. Όσο μεγάλωνα, αυτό που απασχολούσε και με απασχολεί είναι να αποφύγω την ταλαιπωρία”.

Η ζωή σου έχει σημαδευτεί από την απώλεια. Πόσο σε διαμόρφωσε αυτό;

Όταν ήμουν μικρός φοβόμουν πολύ το θάνατο με τη σκέψη ότι φοβόμουν το άγνωστο που θα ακολουθήσει. Όσο μεγάλωνα, αυτό που απασχολούσε και με απασχολεί είναι να αποφύγω την ταλαιπωρία. Τουλάχιστον δεν θέλω να ταλαιπωρηθώ με τον τρόπο που έφυγαν οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν μπορεί να συλλάβει ο νους μου, γιατί ένας άνθρωπος, φεύγοντας από τη ζωή, πρέπει να περάσει αυτό το απίστευτο βάσανο.

Το πέρασμα του χρόνου σε δυσκολεύει;

Κυρίως όπως αποτυπώνεται στο σώμα μου, όχι τόσο στο πρόσωπο. Παραδέχομαι, πως όταν βλέπω το σώμα μου, λέω «αχ, δεν ήταν έτσι πριν από πέντε χρόνια»!

Μοναξιά βιώνεις στη ζωή σου;

Όχι. Επιλέγω κάποιες στιγμές να είναι μόνος γιατί μου αρέσει, αλλά δεν βιώνω αρνητικά τη μοναξιά. Έχω φίλους, πολλούς και καλούς. Φίλους παιδικούς και φίλους από τη δουλειά – δεν νιώθω καθόλου μόνος από αυτήν την άποψη.

Αυτό που βιώνω τώρα – και μου αρέσει – είναι πως νιώθω ελεύθερος μέσα σε μια ερωτική σχέση

Με την συντροφικότητα τα πας καλά;

Ναι. Αλλά αυτό που βιώνω τώρα – και μου αρέσει – είναι πως νιώθω ελεύθερος μέσα σε μια ερωτική σχέση. Ξεκινήσαμε να συγκατοικούμε και στην πορεία δώσαμε χώρο ο ένας στον άλλο.

Θα έλεγες πως έχεις ζήσει ελεύθερος, χωρίς δεσμεύσεις;

Γευόμουν την ελευθερία μέσα σε μια ατομικότητα. Δεν είχα καταφέρει να γεύομαι την ελευθερία μέσα στην συντροφικότητα. Ακόμα και τις σκέψεις μου, τις κρατούσα για τον εαυτό μου.

Για τη δύναμη της φιλίας: “Έχω φίλους, πολλούς και καλούς. Φίλους παιδικούς και φίλους από τη δουλειά – δεν νιώθω καθόλου μόνος από αυτήν την άποψη”.

Η απόφαση να γίνεις ηθοποιός ήρθε μέσα από ελευθερία;

Ο πατέρας μου δεν ήθελε με τίποτα να μπω στο θέατρο. Πέρασα στη σχολή Βεάκη κρυφά από τους δικούς μου, αλλά καθώς πλησίαζε η εποχή των εγγραφών, με πίεζαν από τη σχολή να πάρω μιαν απόφαση. Αναγκάστηκα, το είπα στους γονείς μου, μα την ίδια περίοδο μου ήρθε το χαρτί για το στρατό. Κι έτσι η κ. Βεάκη με παρότρυνε να τελειώσω με τη θητεία μου και να φοιτήσω μετά. Ο πατέρας μου θεώρησε πως, μετά το στρατιωτικό, θα αλλάξω γνώμη κι έτσι συμφώνησε πως, αφού απολυθώ, το επιθυμώ ακόμη, τότε ας το κάνω. Έτσι κι έγινε. Μόλις με είδε στο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου εξαφανίστηκαν όλες οι αντιστάσεις του.

Να πως κατακτώνται οι ελευθερίες.

Πράγματι, με πίστη.

Διαπραγματεύομαι πάντα την πίστη στον εαυτό μου. Γιατί είμαι φοβερά ανασφαλής

Πιστεύεις σε σένα;

Ναι. Γενικά ναι.

Ειδικά, τι συμβαίνει; Την διαπραγματεύεσαι;

Νομίζω, την διαπραγματεύομαι πάντα. Γιατί είμαι φοβερά ανασφαλής και κάποια στιγμή την επικαλούμαι για να βγει μπροστά.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ο Κώστας Μπερικόπουλος πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Τζένη – Τζένη” που ανεβαίνει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στις 23 Απριλίου.

Πρωτότυπο κείμενο: Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς
Σκηνοθεσία – σύλληψη: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή – δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Αποσκίτης
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δημήτρης Σταυρόπουλος & Ορέστης Σταυρόπουλος

Παίζουν: Χάρις Αλεξίου, Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Κότσιφας, Χρήστος Λούλης, Ζέτα Μακρυπούλια, Ιωάννα Μαυρέα, Κώστας Μπερικόπουλος, Ιωάννα Μπιτούνη, Άγγελος Παπαδημητρίου, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη & Κυριακή: 19.00, Πέμπτη & Παρασκευή: 20:30
Σάββατο 17.30 & 21.00

Τιμές εισιτηρίων: Διακεκριμένη Ζώνη: 40 Ευρώ, Α Ζώνη: 35 Ευρώ, Β Ζώνη: 30 Ευρώ, Κανονικό, 25 Ευρώ, Μειωμένο (Φοιτητικό, Ανεργίας, ΑΜΕΑ, +65), Γ Εξώστης (Χωρίς Αρίθμηση): 15 Ευρώ

Link προπώλησης https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/tzeni-tzeni/

Περισσότερα από Πρόσωπα
Σχετικά Θέματα
Πρόσωπα
H Ερασμία μάς πάει πίσω στα καλοκαίρια της παιδικής μας ηλικίας
Πρόσωπα
Γιάννη Διονυσίου, τι είναι για εσένα το «λαϊκό» τραγούδι σήμερα;
Πρόσωπα
Όταν η Ισμήνη ζητά να ακουστεί: Η Ηλέκτρα Φραγκιαδάκη μιλά για την διάσημη ηρωίδα
Πρόσωπα
Billie Kark & Ody icons: Η μουσική πρέπει να είναι προσβάσιμη – όχι κλειστός χώρος
Θεατρικά Νέα
Ο Γιώργος Βάλαρης και η Κατερίνα Διδασκάλου μιλούν για τον «Γλάρο» – και τις ματαιώσεις της εποχής μας
Πρόσωπα
Ορφέας Αυγουστίδης: Ξέρω πως πρέπει να ανατρέπω τον εαυτό μου
Art & Culture
Η ομάδα Contratiempo ωριμάζει ανεβάζοντας τον «Έμπορο της Βενετίας»
Πρόσωπα
Στέλιος Τσουκιάς: Η αλλαγή είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσεις να προχωράς
Πρόσωπα
Χριστίνα Πουλίτση: Στη σκηνή πρέπει να είμαστε ευαίσθητοι, στη ζωή σκληρόπετσοι
Art & Culture
Ο Γιώργος Λάνθιμος, αν άντεχε, θα φωτογράφιζε στη Γάζα
Πρόσωπα
Πολυξένη Καράκογλου: Ποντάρω πολύ στον άνθρωπο και τη δύναμή του
Πρόσωπα
Ο Francesco Moretti επιστρέφει στην εικαστική σκηνή της Αθήνας με την έκθεση Absence of gravity