Εκατόν τριάντα και πλέον χρόνια αφότου ο Άντον Τσέχωφ αποτύπωσε με το μελάνι του, στο χαρτί, τις αγωνίες του Κονσταντίν, της Νίνας, του Τριγκόριν και της Αρκάντινα, ο «Γλάρος» (1895) ένα από τα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, παραμένει, στην εποχή μας, ανοιχτό πεδίο εξερεύνησης που βρίσκει πάντα τρόπο να συνομιλεί με το σήμερα, εμπνέοντας τον εκάστοτε δημιουργό-σκηνοθέτη να αναμετρηθεί με τον βαθιά διαχρονικό πυρήνα του.
Αυτή την περίοδο είναι ο σκηνοθέτης Γιώργος Βάλαρης που παρουσιάζει, στον νέο χώρο ΦΙΑΤ, τη δική του σύγχρονη ανάγνωση του «Γλάρου», σε μια παράσταση που έρχεται να γεφυρώσει τον κλασικό λόγο με τη σύγχρονη καλλιτεχνική αναζήτηση. Με την ηθοποιό Κατερίνα Διδασκάλου να ενσαρκώνει επί σκηνής τον εμβληματικό ρόλο της Αρκάντινα, πλαισιωμένη από έναν θίασο –Παναγιώτης Μπουγιούρης, Τάκης Σακελλαρίου, Δημήτρης Τσίκλης, Νάνσυ Μπούκλη, Αναστασία Γαλερού Βλάσση, Βασίλης Αφεντούλης και Πάνος Κλάδης- που δίνει πνοή στο γνώριμο, τσεχωφικό τοπίο έρωτα, φιλοδοξίας και απογοήτευσης, όπου όλοι επιθυμούν κάτι που δεν μπορούν να αποκτήσουν.

Η Κατερίνα Διδασκάλου ερμηνεύει την Αρκαντίνα με τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιώργου Βάλαρη
Στην παράσταση, στον χώρο ΦΙΑΤ, ο Γιώργος Βάλαρης στήνει μια τη “γέφυρα” του έργου με το τώρα, φωτίζοντας εκ νέου το τσεχωφικό σύμπαν, το γεμάτο με υπαρξιακά αδιέξοδα, συγκρούσεις ανάμεσα στον έρωτα και τη ματαίωση, κοινωνική αδράνεια, την αγωνία του δημιουργού σε έναν κόσμο που φθείρει τα όνειρα.
Για τον σκηνοθέτη, άλλωστε, η “καρδιά” του «Γλάρου» χτυπά στην «βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να αγαπηθούμε και να αναγνωριστούμε». Η παράσταση του επιδιώκει να αναδείξει την οξύμωρη συνθήκη του 21ου αιώνα: «Ο Τσέχοφ γράφει για ανθρώπους που διψούν για νόημα, για καλλιτεχνική έκφραση, για αποδοχή – αλλά συχνά εγκλωβίζονται στις ίδιες τους τις αυταπάτες. Η δική μου ανάγνωση προσπαθεί να φωτίσει αυτή τη μοναξιά που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμη και μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο επικοινωνία», μάς εξηγεί.
Γ. Βάλαρης: Ο «Γλάρος» είναι μια ιστορία για το τί σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου στην τέχνη και πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η ψυχή ενός ανθρώπου μέσα σε αυτή τη διαδρομή».
Μέσα σε αυτό το γνώριμο κοινωνικό τοπίο, η ηθοποιός Κατερίνα Διδασκάλου υπογραμμίζει πως η ταύτιση των θεατών με τους ήρωες του «Γλάρου» είναι αναπόφευκτη: «Η ανάγκη να ακουστεί η φωνή μας, η ανάγκη για έρωτα, η ανάγκη να υπάρχουμε μέσα από τα βλέμματα των άλλων, η ανάγκη να δημιουργήσουμε τέχνη εις πείσμα των καιρών, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει». Παράλληλα, η ίδια, εντοπίζει ομοιότητες και στον τρόπο που εμείς, σήμερα, έχουμε συνηθίσει να βιώνουμε την πραγματικότητα: «Ο Τσέχοφ δεν γράφει ενοχή. Γράφει ανθρώπους που συνεχίζουν. Αυτό που συμβαίνει και σήμερα δηλαδή. Γίνονται τα πιο τραγικά πράγματα γύρω μας, μας απασχολούν για λίγο σαν είδηση και μετά έρχεται μια καινούργια είδηση και μια άλλη και μια άλλη… και συνεχίζουμε».

Η Κατερίνα Διδασκάλου σε σκηνή της παράστασης
Ωστόσο, ο διάλογος του «Γλάρου» με το παρόν δεν εξαντλείται στις ανθρώπινες σχέσεις και τα κοινωνικά αδιέξοδα. Αντίθετα, ριζώνει βαθιά στην ίδια την ουσία της τέχνης -όχι αυστηρά της θεατρικής, αλλά της δημιουργικής πράξης στο σύνολό της.
Στο έργο όλοι ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική από αυτή που ζουν, όμως τελικά αποτυγχάνουν, όχι θεαματικά, αλλά υπαρξιακά. Με την προσέγγιση του Γιώργου Βάλαρη να εμβαθύνει στην σκληρή αναμέτρηση του ανθρώπου με τα ίδια του τα όνειρα, επιθυμώντας, ο σκηνοθέτης, να επικοινωνήσει αυτό το καθεστώς ματαίωσης το οποίο εγκλωβίζει τη νέα γενιά: «Με ενδιαφέρει πολύ η σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα: νέοι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν την τέχνη και τη ζωή τους, αλλά συναντούν ένα σύστημα – κοινωνικό, καλλιτεχνικό, συναισθηματικό – που τους περιορίζει και τους αφαιμάζει», παρατηρεί.
Αυτή η αγωνία, η δίψα για δημιουργία, ο φόβος για αποτυχία αλλά και η σκληρότητα του κόσμου της τέχνης είναι κάτι που ένιωσε βαθιά και ο ίδιος ως άνθρωπος του θεάτρου: «Ο “Γλάρος” δεν είναι μόνο μια ιστορία έρωτα· είναι μια ιστορία για το τί σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου στην τέχνη και πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η ψυχή ενός ανθρώπου μέσα σε αυτή τη διαδρομή».
Κ. Διδασκάλου: «Η ανάγκη να ακουστεί η φωνή μας, η ανάγκη για έρωτα, η ανάγκη να υπάρχουμε μέσα από τα βλέμματα των άλλων, η ανάγκη να δημιουργήσουμε τέχνη εις πείσμα των καιρών, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει».
Η σύγκρουση αυτή κορυφώνεται μέσα από την αέναη μάχη του παλιού με το καινούργιο. Ο σκηνοθέτης εντοπίζει τον σημερινό Τρέπλιεφ στους νέους δημιουργούς που, ενώ ψάχνουν «νέες φόρμες» έκφρασης, ταυτόχρονα «παλεύουν με την ανάγκη να αναγνωριστούν από το ίδιο σύστημα που θέλουν να ανατρέψουν».
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η Κατερίνα Διδασκάλου μεταφέρει τη συζήτηση στο πιο ακανθώδες, ίσως, και παράδοξο ζήτημα της εποχής μας: την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης. «Το δημιούργημα τείνει να υπερκεράσει τον δημιουργό», επισημαίνει η πρωταγωνίστρια: «Με αυτή την έννοια το καινούργιο γίνεται εχθρός του “καθαρού παλιού”. Αλλά όταν μιλάμε για καθιερωμένο δεν μιλάμε απαραίτητα για κατεστημένο όπως χαρακτηριστικά αποκαλεί ο Κωνσταντίν Τρεπλιεφ την Αρκάντινα. Προσωπικά πιστεύω ότι η αλήθεια και η αυθεντικότητα πάντα επικρατούν μακροπρόθεσμα».
Γραμμένος το 1895, ο «Γλάρος» εγκαινίασε μια νέα θεατρική γλώσσα, όπου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τα γεγονότα στις συνέπειές τους. Στον κόσμο του Τσέχοφ, οι πιο κρίσιμες πράξεις συμβαίνουν εκτός σκηνής και αυτό που παρακολουθεί ο θεατής είναι αποκλειστικά το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων.
Αυτή ακριβώς η συνθήκη αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη σκηνοθετική πρόκληση, καθώς, όπως σχολιάζει ο Γιώργος Βάλαρης, «σχεδόν τίποτα δεν λέγεται ευθέως» και τα πιο σημαντικά πράγματα συμβαίνουν πάντοτε κάτω από τις λέξεις. Για να αποδοθεί αυτή η ατμόσφαιρα, η καθοδήγηση των ηθοποιών απαίτησε μια λεπτή ισορροπία όσον αφορά στη διαχείριση της σιωπής, της έντασης και των ανεκπλήρωτων επιθυμιών: «Στις πρόβες δουλέψαμε πολύ πάνω στις σχέσεις των προσώπων και στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας που αποκαλύπτουν τους χαρακτήρες», αναφέρει ο σκηνοθέτης, τονίζοντας την πρόθεσή του οι ηθοποιοί να μην «παίζουν» το δράμα, αλλά να το ζουν με απλότητα και αλήθεια: «Όταν ο θεατής βλέπει πραγματικούς ανθρώπους πάνω στη σκηνή, τότε το έργο αποκτά μια βαθιά συγκινητική δύναμη».
Γ. Βάλαρης: «Όταν ο θεατής βλέπει πραγματικούς ανθρώπους πάνω στη σκηνή, τότε το έργο αποκτά μια βαθιά συγκινητική δύναμη».
Αυτή η εσωτερική, ψυχολογική διεργασία των ηρώων βρίσκει την απόλυτη αντανάκλασή της στη σκηνή: «Επέλεξα μια αισθητική που δεν εγκλωβίζεται αυστηρά στην εποχή του έργου, αλλά δημιουργεί ένα διαχρονικό τοπίο και ένα γεφύρωμα σκηνογραφικά του παλιού οικείου με το σύγχρονο βιομηχανικό χώρο του Φιατ», εξηγεί ο Γιώργος Βάλαρης. Παράλληλα, το «θέατρο μέσα στο θέατρο», που αποτελεί βασικό άξονα του έργου, μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι καθρεφτών. Όπως περιγράφει ο ίδιος, οι ήρωες παρακολουθούν ο ένας τον άλλον, «όπως ακριβώς και εμείς παρακολουθούμε τη ζωή μας».
Ο εμβληματικός ρόλος της Αρκάντινα
Στο επίκεντρο αυτού του τσεχοφικού σύμπαντος δεσπόζει η Αρκάντινα, μια διάσημη ηθοποιός που, φτάνοντας στο εξοχικό του αδελφού της για το Σαββατοκύριακο, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια καταιγίδα αντικρουόμενων επιθυμιών. Τον ρόλο ερμηνεύει η Κατερίνα Διδασκάλου, η οποία, υποδυόμενη για πρώτη φορά ηθοποιό, αποφεύγει την εύκολη λύση της ναρκισσιστικής καρικατούρας. Όπως μάς λέει η ίδια, η ελαφρότητα της ηρωίδας της είναι απλώς η άμυνά της: «Δεν πληγώνει συνειδητά, απλώς δεν αντέχει να “κατέβει” από τη σκηνή ούτε στην καθημερινότητά της. Ο γιος της ζητά αλήθεια — αυτή μπορει μόνο ρόλους. Οι απαντήσεις σε ερωτήσεις δεν την συμφέρουν».
Αυτή η ερμηνευτική γραμμή εναρμονίζεται πλήρως με το όραμα του Γιώργου Βάλαρη, μάς λέει η ηθοποιός: «Η πρόθεση του σκηνοθέτη από την αρχή ήταν να βάλει με τη συγκεκριμένη εκδοχή ένα καθρέφτη απέναντι στο κοινό όπου καθένας βλέπει κάτι από τον εαυτό του». Με την ίδια την Κατερίνα Διδασκάλου, μέσα από την “επαφή” της με την Αρκάντινα, να οδηγείται στη δική της βαθιά προσωπική υπενθύμιση: «Η ταπεινότητα είναι απολύτως απαραίτητη στη διαδικασία του ηθοποιού. Και η συνεχής μαθητεία».
Όπως εξηγεί ο σκηνοθέτης, ο στόχος είναι το κοινό να φύγει με ένα αίσθημα συγκίνησης, αναλογιζόμενο «πόσο εύθραυστα είναι τα όνειρα των ανθρώπων και πόσο σημαντικό είναι να συνεχίζουμε να πιστεύουμε σε αυτά και να αντέχουμε». Παρά το σκληρό τοπίο της ματαίωσης, η σκηνοθετική αυτή ανάγνωση επιλέγει να εστιάσει στο φως, υπενθυμίζοντας πως μέσα από τις διαψεύσεις και τις πληγές, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν, να αγαπούν και να δημιουργούν: «Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη αλήθεια του έργου, ότι η τέχνη και η ζωή είναι τελικά μια πράξη πίστης», καταλήγει, συνοψίζοντας με τον ιδανικότερο τρόπο τον πυρήνα αυτής της παράστασης.
Ο Γλάρος του Άντον Τσέχοφ
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Δραματουργική επεξεργασία-Διασκευή -σκηνοθεσία -σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Βάλαρης
Μουσική σύνθεση: Τζεφ Βάγγερ. Κοστούμια: Ιωάννα Κουρμπέλα. Κίνηση – χορογραφία: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος. Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου – Χάρης Δάλλας. Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας. Φωτογραφίες: Διόνυσος Σούλης
Διανομή: Αρκάντινα – Κατερίνα Διδασκάλου, Τριγκόριν – Παναγιώτης Μπουγιούρης, Σόριν – Τάκης Σακελλαρίου, Κονσταντίν – Δημήτρης Τσίκλης, Μάσα – Νάνσυ Μπούκλη, Νίνα- Αναστασία Γαλερού Βλάσση, Γιατρός – Βασίλης Αφεντούλης, Δάσκαλος – Πάνος Κλάδης.
Πληροφορίες
Χώρος: ΦΙΑΤ Συγγρού 114, Κουκάκι (μετρό Συγγρού-Φίξ)
Παραστάσεις: Τετ. 19:00, Πέμπτη 20:00, Παρ. 21:00, Σαβ. 18:00 & 21:00, Κυρ. 19:00
Διάρκεια: 90 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος 25€ / Φοιτητικό – Ανέργων – Αμεα 20€
Προπώληση: more.com. Τηλεφωνικά στο 2109213310. Στα καταστήματα Public