Την εβδομάδα που πέρασε πήγαμε θέατρο και σινεμά, ακούσαμε μουσική, παρακολουθήσαμε την επικαιρότητα – και όσα κρατήσαμε θέλουμε να τα μοιραστούμε μαζί σας. Συγκεντρώσαμε ότι μάς κέντρισε το ενδιαφέρον και μάς ενθουσίασε ή μας απογοήτευσε!
(+) Cine Apollon: Όταν μια πόλη αγαπά, τίποτα δεν κατεδαφίζεται
Φωτογραφία από το Instagram του Cine Apollon.
Ένα post στο τέλος της προηγούμενης ημέρας, στον λογαριασμό του θερινού σινεμά Cine Apollon στη Θεσσαλονίκη, ενημέρωνε τους ακόλουθους του πως το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται «ο Απολλωνακός», όπως τον χαρακτηρίζουν οι θαμώνες, κινδυνεύει να κλείσει για να δοθεί το οικόπεδο αντιπαροχή (γιατί φυσικά και χρειαζόμαστε άλλη μία πολυκατοικία). Μέσα σε περίπου μία μέρα, το συγκεκριμένο post πήρε πάνω από 4,5 χιλιάδες repost και, μετά από προτροπή των ανθρώπων του σινεμά, μέσα σε 7 ώρες συγκεντρώθηκαν 8.700 επώνυμες υπογραφές με αίτημα να μην κλείσει ο θερινός κινηματογράφος Απόλλων. Το Cine Apollon αποτελεί έναν από τους μόλις 4 συνοικιακούς θερινούς κινηματογράφους της πόλης και, όπως φάνηκε, οι άνθρωποι της Θεσσαλονίκης δεν ήταν διατεθειμένοι να τον αποχαιρετήσουν. Όλο και σπανιότερα πλέον βλέπουμε τα θετικά του «τυφώνα» που λέγεται social media. Η κινητοποίηση των ανθρώπων για να σωθεί ένας χώρος τέχνης και συνάντησης ήταν ολοκληρωτική και στέφθηκε με επιτυχία. Έχουμε ανάγκη να βρισκόμαστε μαζί, μπροστά από λευκά πανιά και να προβάλλουμε τα όνειρά μας. Όπως έγραψαν χαρακτηριστικά οι ίδιοι οι άνθρωποι του Cine Apollon στο Instagram: «Σήμερα αποδείχθηκε κάτι πολύ απλό αλλά πολύ σπουδαίο: όταν μια πόλη αγαπά, μπορεί να προστατεύει τα όνειρά της».
Μαρία Βαλτζάκη
Λένε ότι αν η εβδομάδα σου ξεκινήσει με θέατρο, τότε θα πάει καλά. Αν με ρωτήσεις “ποιος το λέει”, σημαίνει ότι δεν εχεις ακόμα ανακαλύψει τη νέα μας στήλη, όπου καλωσορίζουμε την κάθε εβδομάδα με μια παράσταση που είδαμε και μας “έμεινε”. Μια τέτοια παράσταση για εμένα, είναι το “Παραντάιζ – Η αίθουσα κλιματίζεται”, που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο 104, από την ομάδα των Seven Sisters και σε σκηνοθεσία της Γιώτας Σερέτη.
Η παράσταση αντλεί από κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου και αυτό ίσως είναι από μόνος του ένας λόγος για να την δεις. Είτε τη λατρεύεις είτε τη μισείς, πρέπει να παραδεχτείς ότι η Λένα Κιτσοπούλου ξέρει να λέει (και να γράφει) ιστορίες, με τον δικό της γλαφυρό, ιντριγκαδόρικο και τελικά απολαυστικό τρόπο. Και όταν μια ομάδα ξέρει και μπορεί να διαχειριστεί τη γραφή της Κιτσοπούλου, αυτό μόνο ευτήχημα μπορεί να είναι. Με ένα σκηνικό άκρως ευρηματικό, που αξιοποιείται πλήρως, οι Seven Sisters μάς μετέφεραν κάθε φορά στο σύμπαν της κάθε ιστορίας, οι οποίες – όπως και οι ίδιες λένε – είναι φαινομενικά διαφορετικές, όμως έχουν ένα κομμάτι από τα καλοκαίρια όλων μας. Από τις εφηβικές εξερευνήσεις μέχρι τις ενήλικες συνειδητοποιήσεις, από τις απογοητεύσεις μέχρι τα πιο ασυγκράτητα πάθη, κάθε μια από τις πέντε αυτές ιστορίες για τον έρωτα και το σεξ, ήταν συναρπαστική, κάθε μία από τις Seven Sisters ήταν εξαιρετική. Προσωπικά με εντυπωσίασε ο τρόπος που κάθε μια ανταπεξήλθε στον ρόλο της – μικρό ή μεγάλο, κωμικό ή (κωμικο)τραγικό – με τόλμη, θάρρος και αξιοθαύμαστο timing, ενώ ένα “μπράβο” αξίζει και στη σκηνοθέτιδα, που μετέφερε το κιτσοπουλικό σύμπαν στη σκηνή, όπως πρέπει, χωρίς υπερβολές, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμη της ερμηνείας. Νομίζω ότι οι ιστορίες της Κιτσοπούλου δεν θα μπορούσαν να πέσουν σε καλύτερα χέρια.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου
Κατεβαίνοντας στο -1 της Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, νιώθεις σαν να μπαίνεις σε έναν παράξενο «ναό» (όπως τον χαρακτήρισε και η διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου) προσωπικών αναμνήσεων. Ασπρόμαυρα τοπία που απλώνονται από τη Νέα Ορλεάνη και τη Βουδαπέστη μέχρι τις Κυκλάδες και την Αθήνα· πορτρέτα ηθοποιών που δείχνουν πιο εύθραυστοι απ’ ό,τι στη μεγάλη οθόνη, αλλά και στιγμές από κινηματογραφικά σετ των Poor Things, Kinds of Kindness και Bugonia.
Στη δική μου βόλτα, μια κοπέλα κλαίει αθόρυβα μπροστά σε ένα πορτρέτο κι εγώ νιώθω την ίδια τρυφερότητα να με διαπερνά. Κάθε φωτογραφία μοιάζει να έχει παγώσει μια στιγμή που δεν θα βιωθεί ξανά κι όμως παραμένει παράξενα οικεία. Η λιτότητα, το παιχνίδι φωτός και σκιάς, η διαφορετική αίσθηση του χρόνου, κάνουν την περιπλάνηση από κάδρο σε κάδρο σχεδόν τελετουργική, ακολουθώντας τέσσερις νοηματικές διαδρομές. Φεύγεις με την εντύπωση ότι γνώρισες ένα άλλο πρόσωπο του Γιώργου Λάνθιμου: τον παρατηρητή που φωτογραφίζει όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να σταματήσει τον χρόνο για μια στιγμή. Όσο χρειάζεται, δηλαδή, για να μπορέσεις να δεις τα πράγματα αλλιώς.
Ευδοκία Βαζούκη
Μου αρέσει η μηλόπιτα, μου αρέσουν και οι τηγανιτές οι πατάτες. Ξέρετε τι άλλο μου αρέσει πολύ αυτή την περίοδο; Το “Apple Pie” του French Fry! Ίσως σας μπέρδεψα, το ξέρω, ας γίνω, λοιπόν, πιο ξεκάθαρη. Ο French Fry είναι ένας ανερχόμενος μουσικός με έδρα την Αθήνα – ίσως τον είχες πετύχει στο TikTok να παίζει ηλεκτρική κιθάρα ή να μοιράζει μουσικά hot takes. Τη Δευτέρα που μας πέρασε, λοιπόν, ο French Fry κυκλοφόρησε το πρώτο του τραγούδι από τη Fine! Records, με τίτλο “Apple Pie”, ένα τραγούδι δυναμικό, σαρκαστικό, που σε προσκαλεί να κοπανηθείς με το ρεφρέν – το οποίο μου έχει κολλήσει, μην απορήσεις αν με δεις να φωνάζω “I’m a bass drum/Walking like a real stud/Sipping cosmopolitan/Dropping all my stuff” (ταυτίζομαι με το τελευταίο line). Διάβασα ότι ο French Fry έχει εμπνευστεί από το indie rock wave (Fontaines D.C., Idles, Getdown Services κ.ά) και αν μπορώ να κρίνω από το πρώτο του κομμάτι, αυτές οι πολύ όμορφες επιρροές έχουν οδηγήσει σε έναν πολύ δυνατό ήχο, που ναι, δεν “θυμίζει” Ελλάδα, θα μπορούσες άνετα να το ακούσεις σε κάποιο βρετανικό ραδιόφωνο. Βέβαια, μάλλον ήρθε η ώρα να την κόψουμε αυτή τη κλισέ φράση, αφού βλέπουμε όλο και περισσότερες αγγλόφωνες δουλειές από την εγχώρια σκηνή – η οποία έχει πολλά να προσφέρει. Όπως και ο French Fry προβλέπω. Ανυπομονώ να ακούσω το ντεμπούτο του, “QUIT YOUR JOB!”, που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη μέσω της Fine! Records.
Τατιάνα Γεωργακοπούλου
Την εβδομάδα που μάς πέρασε παρακολούθησα την παράσταση της Ομάδας Νάμα «Το Ψέμα του Μυαλού» στο Σύγχρονο Θέατρο. Στο έργο του Σαμ Σέπαρντ, ένα ακραίο περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας οδηγεί δύο οικογένειες στην ψυχική, σωματική και ηθική τους διάλυση, φέρνοντας αντιμέτωπους τους χαρακτήρες με την κατάρρευση των ψευδαισθήσεών τους.
Αυτό που βρήκα ενδιαφέρον σχετικά με την παράσταση είναι ο τρόπος που η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη καταδύεται στον πυρήνα του έργου για να αποδομήσει την ανδρική κυριαρχία και την τοξική αρρενωπότητα. Υπογραμμίζει τη διαστρεβλωμένη μορφή «αγάπης» ως μια καταστροφική, εξαρτητική και εξουσιαστική δύναμη που οδηγεί νομοτελειακά στον σπαραγμό. Τονίζει, επίσης, πως η πατριαρχική βία κληρονομείται: Η οικογένεια, αντί για χώρος ασφάλειας, αποδεικνύεται μηχανισμός συγκάλυψης και επανάληψης της βίας Μιας βίας που σε όλες τις μορφές της εμφανίζεται εξίσου απειλητική, ακόμη και όταν δεν είναι εκρηκτική.
Παράλληλα, με τη συνδρομή της σκηνογραφίας του Γιώργου Χατζηνικολάου —συνεργάτη και στη σκηνοθεσία— η Ελένη Σκότη μάς παραδίδει ένα δυνατό εικαστικό-ψυχολογικό τοπίο, ως χωρική αναπαράσταση της παλινδρόμησης των ηρώων, της αδυναμίας τους να προχωρήσουν στο παρόν, του εγκλωβισμού στην ίδια τους την πλάνη και της απομόνωσής τους. Αποτυπώνει την εσωτερική απονέκρωση από τα ίδια τα ψέματα που λένε στους εαυτούς τους, δίνοντας τελικά έναν πιο ποιητικό τόνο στον ωμό ρεαλισμό του έργου.
Τέλος, αξίζει να σταθώ στις ερμηνείες του θιάσου -Μελέτης Γεωργιάδης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Κατερίνα Γιαμαλή, Ορέστης Τζιόβας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Βαγγέλης Αμπατζής, Ήβη Νικολαΐδου, Μαρία Δαμασιώτη. Έδωσαν σάρκα και οστά σε ήρωες που, αν και δεν μιλούν πάντα ξεκάθαρα, κουβαλούν μέσα τους το τραύμα, την άρνηση, τις ενοχές, τον φόβο, τη μνήμη, το σοκ, τη σύγχυση, τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις. Προσπαθούν να αντέξουν την πραγματικότητα χωρίς να την κοιτάξουν κατάματα, και όταν την κοιτούν η αλήθεια τους ακούγεται παράξενη. Επιλέγουν μια παθητική επιβίωση. Κουρασμένοι, μπερδεμένοι μέσα στην ταυτότητά τους, μιλούν ο καθένας μια διαφορετική γλώσσα του πόνου.
Αριστούλα Ζαχαρίου