Σήμερα, όπως κάθε 8η ημέρα του Μαρτίου, τιμάμε την Ημέρα της Γυναίκας – μια ημέρα που θεσπίστηκε πριν από 116 χρόνια από εργαζόμενες γυναίκες, οι οποίες με θάρρος διεκδίκησαν τα δικαιώματά τους. Σήμερα, απέχουμε ακόμη αρκετά από μία κοινωνία ισοτιμίας, πραγματικά ασφαλή και δίκαιη για τις γυναίκες. Ίσως γι’ αυτό, νιώθουμε την ανάγκη να τιμάμε την ημέρα αυτή, με όποιον τρόπο μπορούμε, αλλά και να γιορτάζουμε τη Γυναίκα – τη γυναίκα που συνεχίζει να αντιστέκεται και να αγωνίζεται, να υπάρχει παρά τις αντιξοότητες.
Η γυναικεία εμπειρία αποτελεί διαχρονικά πηγή έμπνευσης (και) για την ποίηση, με αγαπημένους μας ποιητές και ποιήτριες να μας έχουν χαρίσει αμέτρητα ποιήματα που μιλούν για τη γυναίκα. Με αφορμή την ημέρα, εμείς επιλέγουμε μερικά από τα πιο όμορφα από αυτά.
Η αόρατη – Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (Ποίηση 1963-2011)Η αόρατη
Με τον άγγελο ξαπλώνω
το στόμα του βουλώνω
λέξη να μην πει άλλη από φιλί.
Αλλά είμαι ασήμαντη.
Στο πιο κόκκινο σπίτι μένω-χτισμένο
με πέτρες τεράστιες
σαν κεφάλια ζώων πριν απ’τον κατακλυσμό.
Αλλά είμαι άστεγη.
Όλες τις ομορφιές της γης τραγουδώ:
τις κινήσεις των ζωντανών
τα μαλακά τους ποδαράκια, τ’ανοιχτά φτερά.
Αλλά είμαι άφωνη. Σιωπή σκεπάζει όλες
τις έντεχνες κραυγές μου.
Αισθάνομαι ανοιχτή σαν τοπίο παρθένο.
Θάλασσες με μπλε πανοπλίες
μάχονται τη γαλάζια ανωνυμία των ουρανών.
Αλλά αέρα δεν έχω ν’ανασάνω. Με πνίγει η αιώνια
της αναπαραγωγής μου εικόνα.
Στο σταυροδρόμι του κόσμου γεννήθηκα. Εκεί
όπου όλες οι ράτσες συναντιούνται και μυρίζονται
απολαμβάνουν τη σάρκα και τη σφάζουν.
Αλλά είμαι κλεισμένη σε ένα δωμάτιο
με σφαλιστά παντζούρια.
Προσέχω κανένας θόρυβος να μην ξυπνήσει
αυτούς που μου έλαχε να φυλάω.
Εκθέτω το σώμα μου σ’αμέτρητους ερωτικούς
υπολογισμούς, σ’αξεδιαλυτ’αστέρια.
Αλλά κανείς δε μπορεί να με ξεχωρίσει
από τη σκόνη
ή -αν φερθώ καλά- από το χώμα που ετοιμάζει
μια νέα γενιά θάμνων.
Ξέρω το μυστικό του ανέμου
και πώς τα διαφορετικά ρεύματα εμπνέουν στους άντρες
τη συνέχεια ή το τέλος του κόσμου.
Αλλά ποτέ δε θα γράψω τον αθάνατο ύμνο
του σύμπαντος γιατί δε μπορώ να συλλάβω
το μοναδικό. Δεν μπορώ να ξεχάσω
το ευαγγέλιο της επανάληψης
που μου εμπιστεύτηκε η φύση.
Δεν μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο
που να μην γεννιέται ξανά και ξανά.
Πλημμυρισμένη φως είμαι.
Αλλά παραμένω αόρατη. Γιατί είμαι γυναίκα.
…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…
Ο Τάσος Λειβαδίτης, μέσα σε ένα μόνο ποίημα, περικλείει σχεδόν στην ολότητά της τη γυναικεία εμπειρία – ακόμα κι αν ο ίδιος, ως άνδρας, δεν την έχει ζήσει – από πρώτο χέρι, τουλάχιστον. Κι όμως, σκιαγραφεί όλες τις αντιφάσεις του να είσαι γυναίκα σε έναν κόσμο, που περιμένει τα πάντα από εσένα από την εργασία μέχρι και το σπίτι σου, που σε βλέπει μονάχα ως “μητέρα” και όχι ως ολοκληρωμένο άνθρωπο, που σε περιφρονεί, σε κρίνει και φυσικά σε αγνοεί.
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παράδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.
Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμερα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα».
Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.
Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τρένο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.
Η γυναίκα, ακόμη και σήμερα, “αυτόματα” θεωρείται εκείνη που θα φροντίζει τα πάντα σε ένα σπίτι, αλλά και εκείνη με το χρέος να θρηνεί τους αγαπημένους της, να κουβαλά στην πλάτη της τους νεκρούς της οικογένειας, να αποχαιρετά το παιδί ή τον άνθρωπό της (που πηγαίνει στη δουλειά ή στον πόλεμο), χωρίς να ξέρει αν θα ξαναγυρίσει. Ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, φοβερά επίκαιρο.
Πόσες φορές σε κάλεσα κι όχι για μένα, Θε μου!
Λείπεις από τον τρίσβαθο ουρανό και μέσαθέ μου.
Του Τέκνου σου που δέχτηκες το γαίμα να σε βάψει,
ποιά σου βουλή στο λάκκο αυτό σωρό μάς έχει θάψει;
Κρίμα δικό μας ή βουλή δικιά σου, τί μας μέλει!
Ελέησε και γρηγόρεψε του καθενού τα τέλη.
Ω γυναικούλες, που ποτές δεν είδε μάτι ξένο,
στήθη βγαλτά κι ώς την κοιλιά φουστάνι ανασυρμένο!
Ο πεσημός σου είναι πολύς, όσο πολλοί ’ναι οι πόνοι,
πικρή ψυχή, που όσο βυθάς, τόσο η ντροπή στομώνει!
Ω δίχως δάκρυ κλάηματα και δίχως βόγκο αγκούσα!
Για της ζωής την ξαγορά τί να δεχτώ μπορούσα!
Δεν το ’ξερα τόσο πολλοί κι αργοί οι θανάτοι να ’ναι!
Οι πεθαμένοι αποβραδίς για νέα θανή ξυπνάνε!
Δεν είναι οι πόνοι, που πονώ, κι η πείνα, που με κόβει,
εσάς φοβάμαι, της νυχτός μεγαλωμένοι φόβοι!
Ώς με το νώμο ξύλιασε το χέρι, που σε σφίγγει,
παιδάκι μου, με τ’ ανοιχτό, καθώς πουλιού, λαρύγγι.
Και συ σιωπάς μες στην κοιλιά, σπόρε, που όλο σκιρτούσες.
Ω δίχως δάκρυ κλάηματα και δίχως βόγκο αγκούσες!
Φτερούγας άξαφνης συρμένε αθέρα στο κορμί μου,
ερωτικό ανατρίχιασμα, ποιός σ’ έχει στείλει; Κοίμου,
πικρή ψυχή, σαν άλλοτες, και στ’ όνειρό σου ιδές τα
τα περασμένα στην παλιά, καλοσυνάτη ζέστα!
Κρεβάτι εσύ, όπου γνώρισα το μέγα σκίρτημα, άξο
της Άγιας Τράπεζας μικρή αδερφή να σε φωνάξω·
πάτωμα με νωπό φουσκί και μ’ άχερα στρωμένο,
προσηλιακό παράθυρο με τζάμι ραγισμένο·
στο παραγώνι κρεμαστή φασκομηλιά απ’ το δάσο
κι έτοιμη ευωδερή φακή, για να την κατεβάσω.
Και να σε βλέπω να γυρνάς, καλέ μου, απ’ το χωράφι,
μπροστά σου βόδια κόκκινα, πίσω ουρανός χρυσάφι.
Στη σιδερήν αγκάλη σου, γεμάτη νότια κρύα,
να γεύομαι σκλάβα πιστή την άγια ελευτερία.
Κι όπως χορεύεις αψηλά στα μπράτσα σου τ’ αγόρι
να βλέπεσαι περήφανος στο γελαστό του θώρι.
Ούτε περσότερη χαρά κι ούτε πιο λίγον πόνο,
άλλο δεν ελαχτάρησα, φωλιά μου, εσένα μόνο.
Άκου τον ξάστερο ουρανό, πώς οι καμπάνες σειούνε.
Όπου καρδιά, χαρμόσυνες λαχτάρες απαντούνε.
Ανάστασ’ είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι
κόκκινο αβγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι.
Όσ’ άστρα ’ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα.
Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.
Της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι.
Ειρήνη! ειρήνη! φιληθείτε οχτροί μαζί και φίλοι.
Στον ουρανό σου κρούσταλλο, με ποιόνε να ’σαι, Θε μου;
Ο σκοτωμένος σε πονά, ο φονιάς σ’ ευφραίνει; Πε μου!
Ο Κώστας Βάρναλης έγραψε τους “Σκλάβους Πολιορκημένους”, λίγο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκλονισμένος από τη φρικαλεότητα του πολέμου, τον θάνατο, τις καταστροφές. Πρόκειται για ένα αντι-πολεμικό έργο στην ολότητά του – όπως και αυτό το ποίημα, με τίτλο “Ο Πόλεμος”. Όπως και ο Ρίτσος, έτσι και ο Βάρναλης (μερικές δεκαετίες νωρίτερα, βέβαια) μιλά για τα βάρη μιας γυναίκας, που μέσα στις κακουχίες ενός πολέμου πρέπει να φροντίσει τους δικούς της, να παρηγορήσει, να ελπίσει για ειρήνη.
Κι όμως υψώνομαι – Maya Angelou (Μετάφραση: Μαρία Αθανασίου, Νίκη Σαχπατζίδου)Μπορείτε να με καταγράψετε στην ιστορία
Με τα πικρά, στρεβλά σας ψέματα,
Θα μπορούσατε να με σύρετε μες στη λάσπη
Κι όμως, όπως η σκόνη, εγώ πάλι θα υψωθώ.
Μήπως το θράσος μου σας αναστατώνει;
Γιατί κυριεύεστε από θλίψη;
Μήπως επειδή εγώ περπατώ σαν να’ χω πηγές πετρελαίου
Να αναβλύζουν μες από το σαλόνι μου;
Όπως ακριβώς τα φεγγάρια και οι ήλιοι,
Με τη σιγουριά της παλίρροιας,
Σαν τις ελπίδες που ξεμακραίνουν,
Πάλι θα υψωθώ.
Θέλατε να με δείτε κομματιασμένη;
Με το κεφάλι σκυφτό, και τα μάτια χαμηλωμένα;
Με ώμους να πέφτουν σαν τα δάκρυα,
Ευάλωτη από της ψυχής μου τις κραυγές;
Σας προσβάλλει η υπεροψία μου;
Μην το παίρνετε και τόσο σοβαρά
Γιατί εγώ γελώ σαν να’ χω ορυχεία
Γεμάτα χρυσό στην πίσω αυλή μου.
Μπορείτε να με πυροβολήσετε με τα λόγια σας,
Μπορείτε να με τεμαχίσετε με τη ματιά σας,
Μπορείτε να με σκοτώσετε με το μίσος σας,
Κι όμως, όπως ο αέρας, εγώ πάλι θα υψωθώ.
Σας αναστατώνει η γοητεία μου;
Μήπως σας εκπλήσσει
Που χορεύω σαν να’ χω διαμάντια
Ανάμεσα στους μηρούς μου;
Πέρα από τις καλύβες της ντροπής της ιστορίας
Εγώ υψώνομαι
Πάνω από ένα παρελθόν δεμένο με τον πόνο
Εγώ υψώνομαι
Είμαι ένας μαύρος ωκεανός, ορμητικός και απέραντος
Ρέω και στερεύω μαζί με την παλίρροια.
Αφήνοντας πίσω τις νύχτες τρόμου και φόβου
Εγώ υψώνομαι
Σε μια αυγή εκπληκτικά καθαρή
Εγώ υψώνομαι
Φέροντας τα δώρα που χάρισαν οι πρόγονοί μου,
Είμαι το όνειρο και η ελπίδα του σκλαβωμένου.
Υψώνομαι
Υψώνομαι
Υψώνομαι.